Οικονομική ήττα της Τουρκίας

Η λίρα έχει «βουλιάξει» έναντι του δολαρίου - Το 2014 η ισοτιμία ήταν 1 προς 2 και σήμερα 1 προς 4,5.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα η οικονομία της γειτονικής μας χώρας βάλλεται. Και βάλλεται από κάθε πλευρά. Ήταν και η αιτία να στηθούν και πρόωρες κάλπες σε λίγες ημέρες από τώρα. Η λίρα έχει «βουλιάξει» έναντι του δολαρίου. Αν σκεφτεί κανείς ότι το 2014 η ισοτιμία με το δολάριο ήταν 1 προς 2 και σήμερα 1 προς 4,5 τότε θα συνειδητοποιήσει το μέγεθος του προβλήματος. Ένα πρόβλημα που δεν έχει τέλος. Ο πληθωρισμός έφτασε τον Μάιο πάνω από το 12%, που σημαίνει ότι «τρώει» την τεράστια ανάπτυξη του 7% που πέτυχε η Άγκυρα το 2017 και θέλει να συνεχίσει και φέτος.

Η παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας

Τα… δύσκολα ξεκίνησαν όταν ο Ερντογάν εμφανίστηκε προ εβδομάδων στην τηλεόραση του πρακτορείου Bloomberg. Ένα μέσο ενημέρωσης που παρακολουθούν κάθε λογής επενδυτών σε όλον τον κόσμο. Εκεί έκανε ένα μεγάλο λάθος, όπως αποδείχθηκε. Είπε ότι η κεντρική τράπεζα της χώρας του θα πρέπει να τον ακούει. Από τότε οι αγορές φοβήθηκαν για την ανεξαρτησία του τραπεζικού συστήματος της Τουρκίας. Πίεσαν για αύξηση των επιτοκίων της λίρας. Παρά τις αντίστοιχες πιέσεις του Ερντογάν που ήθελε να μειωθούν, τελικά από το 13,5% ανέβασαν το επιτόκιο στο 16,5%. Εκεί ήταν η πρώτη «ήττα» του Προέδρου της Τουρκίας. Οι αγορές και οι τράπεζες, όπως φάνηκε, λειτουργούν με άλλους όρους, μη πολιτικούς. Η δεύτερη ήττα ήρθε την περασμένη Πέμπτη. Η κεντρική τράπεζα παρενέβη ξανά μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων και ανέβασε το επιτόκιο στο 17,75%. Σε κάθε περίπτωση, η σύγκρουση του Προέδρου με τον κεντρικό τραπεζίτη οδηγεί σε αχαρτογράφητα νερά όσον αφορά στο διεθνές επενδυτικό τοπίο, αφού ο θεσμός ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας είναι απαραβίαστος σε όλες τις ελεύθερες οικονομίες.

Ανεβαίνει το κόστος δανεισμού

Η διολίσθηση της τουρκικής λίρας έχει αυξήσει το κόστος τα δανεισμού στις επιχειρήσεις αλλά κυρίως στις εισαγωγές καυσίμων και πρώτων υλών. Παράλληλα, οι μεγάλες εταιρείες και οικονομικοί οργανισμοί, οι οποίοι έχουν δανειστεί σε ξένο νόμισμα (κατά βάση δολάριο και ευρώ), έχουν καταστεί μη βιώσιμες και σπεύδουν να αναδιαρθρώσουν τα δάνειά τους, με αποτέλεσμα να προβαίνουν σε σημαντικές περικοπές. Παράλληλα, το κόστος δανεισμού για το 10ετές ομόλογο ανήλθε στο 15%, το οποίο είναι απαγορευτικό τόσο για το επενδυτικό ενδιαφέρον όσο και για τη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης. Το αντίστοιχο ποσό για το 2016 είχε κυμανθεί στο 7%. Ο πληθωρισμός στα είδη πρώτης ανάγκης βρίσκεται αυτόν τον μήνα στο 12%. Τα βασικά είδη διαβίωσης, σε κάποιους δείκτες, ξεπερνούν ακόμη και το 13%. Η οικονομική αβεβαιότητα μεγαλώνει παρατηρώντας ότι το ιδιωτικό χρέος ανέρχεται στο 171% του ΑΕΠ και η μείωση στις εξαγωγές αγγίζει το 10,7% σε σχέση με το 2016.

Το ΔΝΤ και οι οίκοι αξιολόγησης

Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι οίκοι αξιολόγησης έχουν προβεί σε σημαντικές παρατηρήσεις, ότι η Τουρκία έχει συναλλαγματικά αποθέματα που αρκούν μόνο για 6 μήνες και απαιτούνται άμεσα μέτρα ώστε να ανατραπεί το κλίμα και η τουρκική οικονομία να έχει πρόσβαση στις αγορές. Δεν είναι τυχαίο ούτε και το γεγονός ότι πολλοί αναλυτές βλέπουν ένα… déjà vu. Η κατάσταση των τραπεζών και της οικονομίας θυμίζει έντονα την περίοδο του 2001, όταν η Τουρκία μπήκε στην αγκαλιά του ΔΝΤ. Αναμφίβολα, ο πόλεμος στο Αφρίν έχει στοιχίσει αρκετά στην τουρκική οικονομία. Δεν υπάρχουν προς το παρόν ακριβείς αριθμοί για το κόστος του πολέμου αυτού, όμως είναι ξεκάθαρο είναι ότι η τουρκική οικονομία παρουσιάζει διπλάσια ελλείμματα σε σχέση με το 2017.

«Χαστούκια» στις τουρκικές τράπεζες

Σχεδόν κάθε εβδομάδα οι οίκοι αξιολόγησης μιλούν για την τουρκική οικονομία. Το τελευταίο «χτύπημα» ήρθε από τη Moody’s. Υποβάθμισε όχι μία αλλά 17 τουρκικές τράπεζες και εξετάζει το ενδεχόμενο να υποβαθμίσει άλλες δύο. Μεταξύ των τραπεζών βρίσκονται και ξένες τράπεζες που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία. Όλα αυτά, τη στιγμή που αρκετοί ξένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η Τουρκία ακροβατεί σε ένα τεντωμένο σχοινί και πως η επιβολή των capital controls μπορεί να είναι και θέμα χρόνου. Τονίζουν, δε, ότι οι ενδεχόμενοι κεφαλαιακοί έλεγχοι στην Τουρκία δεν θα θυμίζουν σε τίποτα τα capital controls της Κύπρου ή της Ελλάδας.