Ο Τραμπ και η Ευρώπη

Η Ε.Ε. καλείται να αντιμετωπίσει μια σύνθετη γεωπολιτική πραγματικότητα

Η Άνγκελα Μέρκελ με τον Ντόναλντ Τραμπ σε παλαιότερή επίσημη συνάντησή της.

Γράφει η Βασιλική Σουλαδάκη, διεθνολόγος

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που θεώρησαν ότι η ρητορική και το ύφος της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ δεν θα συνεχιζόταν και στη θητεία του ως Προέδρου των ΗΠΑ. Πίστευαν ότι ο Τραμπ θα ήταν απλώς ακόμη ένας Πρόεδρος, αλλά προφανώς έκαναν λάθος. Ο Τραμπ διατήρησε τον επιθετικό του τόνο τόσο εναντίον του Τύπου όσο και κατά ξένων εχθρών όπως το Ιράν αλλά και η Ευρώπη. Η πρόσφατη εμφάνιση του Αμερικανού ηγέτη στο Νταβός φάνηκε να αποσκοπεί περισσότερο στην ενθάρρυνση επενδυτών παρά στην αναζήτηση κοινών σημείων με άλλους ηγέτες.

Πράγματι, με την Ευρώπη δεν σημειώθηκε καμμία πρόοδος (και δεν αναμένεται) κατά τις διαπραγματεύσεις για τη διατλαντική εμπορική και επενδυτική σύμπραξη (TTIP). Αλλά δεν είναι απλώς ότι τα συμφέροντα των ΗΠΑ του Τραμπ δεν συμπίπτουν με εκείνα της Ευρώπης στο διεθνές εμπόριο. Ο Τραμπ είναι επίσης διαμετρικά αντίθετος με την Ευρώπη στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής. Η απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού έτυχε κακής υποδοχής στην Ευρώπη, ιδιαίτερα από τον Εμανουέλ Μακρόν.

Ένα από τα θέματα στα οποία ο Τραμπ απέδειξε πιο ανοιχτά την εχθρότητά του στους Ευρωπαίους είναι η αντίληψή του για τη λειτουργία το ΝΑΤΟ. Απαίτησε κάπως απότομα την αύξηση των αμυντικών δαπανών των συμμάχων. Αυτό αποτέλεσε πρόκληση για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες που εδώ και πολλά χρόνια (ακόμη και δεκαετίες) πίστευαν ότι ο «Αμερικανός φίλος» θα βοηθούσε πάντα την Ευρώπη σε περίπτωση ανάγκης. Η Άνγκελα Μέρκελ τόνισε χαρακτηριστικά ότι: «Οι καιροί κατά τους οποίους (η Γερμανία) θα μπορούσε να βασιστεί πλήρως σε άλλους έχουν παρέλθει. Το έχω βιώσει αυτό τις τελευταίες ημέρες (…) Εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει πραγματικά να πάρουμε το πεπρωμένο μας στα χέρια μας».

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αυτή είναι μια θετική εξέλιξη. Εάν κάποιο όφελος προέρχεται από το γεγονός ότι ο Τραμπ βρίσκεται στον Λευκό Οίκο είναι η νέα αίσθηση επείγουσας ανάγκης μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών και η συνειδητοποίηση ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί όπως λειτουργούσε μέχρι τώρα – μια αίσθηση ότι δεν υπάρχει περαιτέρω περιθώριο να συνεχιστεί αυτή η συγκεκριμένη εξάρτηση. Αν σε όλα τα παραπάνω προσθέσουμε τη Ρωσία του Πούτιν, την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας σε διάφορες περιοχές από τη Λατινική Αμερική μέχρι την Αφρική, την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, τότε καταλαβαίνουμε ότι η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει μια πολύ σύνθετη γεωπολιτική με τελείως νέους όρους και σίγουρα χρειάζεται μια αυτόνομη στρατηγική. Η Ευρώπη δεν έχει πλέον τα περιθώρια να συνεχίσει να είναι «οικονομικός γίγαντας αλλά πολιτικός νάνος».