Τα «κλειδιά» του χρέους

Το σχέδιο της κυβέρνησης για μια πρόσθετη δέσμη μεσοπρόθεσμων μέτρων που θα εφαρμοστεί για τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς του.

Τη στιγμή που η κυβέρνηση περιμένει την ελάφρυνση του χρέους από τους «θεσμούς», τα στοιχεία δείχνουν ότι το δημόσιο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης αυξάνεται. Το πρώτο τρίμηνο του έτους, μάλιστα, πήρε… τα πάνω του κατά 15 δισ. ευρώ. Αυξήθηκε στα 343,74 δισ. ευρώ, από 328,7 δισ. ευρώ στα τέλη του 2017.

Πού οφείλεται η αύξηση

Η αύξηση του χρέους οφείλεται κυρίως στην εκταμίευση της δόσης για την Ελλάδα, καθώς τα δάνεια του μηχανισμού στήριξης αυξήθηκαν στα 238,1 δισ. ευρώ, αλλά και στις πράξεις repos, που αυξήθηκαν στα 22,5 δισ. ευρώ από 14,93 δισ. ευρώ. Τα συνολικά δάνεια ανέρχονται στα 275,95 δισ. ευρώ (από 263,3 δισ. το προηγούμενο τρίμηνο) ενώ τον κρατικό κορβανά βαραίνουν και εκδόσεις ομολόγων – βραχυπρόθεσμων τίτλων ύψους 67,78 δισ. ευρώ. Το χρέος των 343,7 δισ. ευρώ αναλύεται σε βραχυπρόθεσμο (με λήξη ως 1 έτους) ύψους 41,43 δισ. ευρώ, μεσοπρόθεσμο (με λήξη εντός της πενταετίας) ύψους 38,5 δισ. ευρώ, ενώ το 76,7% (263,8 δισ. ευρώ) έχει ωρίμανση άνω των 5 ετών. Στο πλαίσιο του τρίτου προγράμματος μέχρι σήμερα έχουν εκταμιευθεί 39,4 δισ., από τα οποία τα 5,4 δισ. κατευθύνθηκαν στην ανακεφαλαιοποίηση δύο συστημικών τραπεζών, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2015.

Πώς θα γίνει βιώσιμο

Ορισμένα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους ξεκίνησαν στις αρχές του 2017 και ολοκληρώθηκαν μέχρι το τέλος του έτους. Τα μεσοπρόθεσμα μέτρα αναμένεται να εφαρμοστούν στο τέλος του προγράμματος, αν και το μέγεθος και το πεδίο εφαρμογής τους δεν έχουν ακόμη καθοριστεί. Παράλληλα, συζητείται μακροπρόθεσμα ένας μηχανισμός αντιμετώπισης μελλοντικών κρίσεων χρέους. Σύμφωνα με το ολιστικό σχέδιο της κυβέρνησης, μια πρόσθετη δέσμη μεσοπρόθεσμων μέτρων θα εφαρμοστεί για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους μέχρι το τέλος του προγράμματος, παρόλο που το μέγεθός τους και το πεδίο εφαρμογής τους δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί.

Τι περιλαμβάνουν τα μέτρα

Περιλαμβάνουν την πλήρη εξάλειψη του περιθωρίου αποπληρωμής του χρέους του 2012 από το 2018, τη χρήση 20% των κερδών των ελληνικών ομολόγων το 2014 –«ANFA» και «SMP»– για τη μείωση των μικτών χρηματοοικονομικών αναγκών, τη μερική εξόφληση των δανείων του ΕΤΧΣ μέσω του ΕΜΣ και την περαιτέρω εξομάλυνση των προθεσμιών λήξης των δανείων του ΕΤΧΣ με την παράταση της μέσης σταθμισμένης διάρκειάς τους, τη σταθεροποίηση των επιτοκίων τους και την αναβολή των πληρωμών τόκων. Μακροπρόθεσμα, προβλέπεται μηχανισμός αντιμετώπισης της κρίσης χρέους, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του χρέους με πιο επιθετικά μέτρα αρωγής, εκτός από την εξομάλυνση των ληξιπρόθεσμων δανείων του ΕΤΧΣ, καθώς και την περαιτέρω σταθεροποίηση των επιτοκίων και την αναβολή των πληρωμών τόκων, ώστε να επιτευχθεί ο ετήσιος στόχος των συνολικών χρηματοδοτικών αναγκών (GFN). Τέλος, οι αποφάσεις του Eurogroup τον Ιούνιο 2017 αναφέρουν την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές δημιουργώντας ένα αποθεματικό, όπως συνέβη με τις άλλες χώρες που ολοκλήρωσαν τα προγράμματα προσαρμογής. Η δημιουργία ταμειακών αποθεμάτων θα επιτευχθεί τόσο μέσω εκταμιεύσεων του ΕΜΣ όσο και μέσω νέων εκδόσεων ομολόγων, όπως η πρόσφατη έκδοση πενταετών ομολόγων τον Αύγουστο του 2017 και η έκδοση 7ετούς ομολόγου τον Φεβρουάριο του 2018. Όλα αυτά τα μέτρα δρώντας συμπληρωματικά θα μειώσουν την αβεβαιότητα, θα αυξήσουν τις επενδύσεις και θα βοηθήσουν σε μεγάλο βαθμό στην εφαρμογή μιας ολιστικής στρατηγικής ανάπτυξης.

Η ανάλυση της Credit Suisse

Στο επίκεντρο της έκθεσης βιωσιμότητας του χρέους (DSA) δεν είναι τόσο η αναλογία του χρέους προς το ΑΕΠ (ακόμη και πολύ υψηλό χρέος μπορεί να είναι βιώσιμο, όπως π.χ. στην περίπτωση της Ιαπωνίας), αλλά κάτι πιο άμεσο και ειδικά οι ετήσιες ανάγκες δανεισμού της χώρας. Οι ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης (GFN) μιας χώρας σε μια περίοδο ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι το κριτήριο για το χρέος. Για να θεωρηθεί αυτή η αναλογία βιώσιμη θα πρέπει να παραμείνει κάτω από το 15%-20%, σύμφωνα με το ΔΝΤ, και να διατηρείται κάτω από το 20% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, σύμφωνα με το Eurogroup. Αν και το αποτέλεσμα του DSA του ΔΝΤ ήταν πιο αρνητικό από της Κομισιόν, και οι δύο κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο λόγος GFN θα παραμείνει κάτω από το 20% τουλάχιστον μέχρι το 2030. Ωστόσο, το ΔΝΤ είναι πιο απαισιόδοξο για την τροχιά στο χρέος της Ελλάδας.

Αναμένοντας το επόμενο DSA

Το επόμενο DSA, που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα, θα είναι το κλειδί. Τα συμπεράσματα θα εξεταστούν πριν από τη συνεδρίαση του Eurogroup στις 21 Ιουνίου, όπου θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις για την ανασκόπηση του προγράμματος. Η βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους πιθανώς θα βοηθήσει την πρόσβαση της χώρας στις χρηματοπιστωτικές αγορές και θα επηρεάσει θετικά την πιστοληπτική της αξιολόγηση, που είναι και το πιο πιθανό γεγονός κατά την Credit Suisse. Ένα χειρότερο DSA σε σχέση με πέρυσι θα ήταν αρνητικό για τις αγορές, αλλά θα ενίσχυε την υπόθεση για μεγαλύτερα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, τα οποία τελικά πάλι θα βελτίωναν τη βιωσιμότητά του.