Alpha Bank: «Κλειδί» το χρέος για τη μεταμνημονιακή διαχείριση

Το πρόβλημα διαχειρίσεως τα επόμενα έτη ουσιαστικά συνίσταται στη διαμόρφωση εκείνων των μέσων πολιτικής

Η συνδυαστική διαχείριση του στόχου της δημοσιονομικής πειθαρχίας και του στόχου της ισχυρής αναπτυξιακής δυναμικής συνιστούν κεντρικό ζήτημα σχεδιασμού της οικονομικής πολιτικής στην περίοδο που ξεκινά μετά την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματο, τονίζει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο Οικονομικό Δελτίο.

Η σημασία αυτής της διαχειρίσεως θα εξαρτηθεί, βεβαίως, από έναν σημαντικό εξωγενή παράγοντα:  το μέγεθος, τη φύση και το χρονικό προσδιορισμό των μέτρων ελαφρύνσεως του χρέους.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η χώρα οφείλει να εισέλθει σε μία διαδικασία εγγενούς αποκλιμακώσεως του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μέσω, αφενός της διατηρήσεως, έστω και μικρότερης εντάσεως, της συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής και αφετέρου μέσω της επιτεύξεως ισχυρών ρυθμών μεγεθύνσεως της οικονομικής δραστηριότητος.

Το εν λόγω ζήτημα διαχειρίσεως έχει ως ακολούθως:

Από τη μία πλευρά, η δημοσιονομική πειθαρχία συνδέεται με αρνητική σχέση με την οικονομική μεγέθυνση.

Και τούτο διότι οδηγεί σε απώλεια ενεργούς ζητήσεως καθιστώντας υποτονική την καταναλωτική δαπάνη, με συνέπεια να αποδυναμώνεται η δυναμική της ανακάμψεως, όπως παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, σημειώνει η Alpha Bank.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, μέσω ενός άλλου διαύλου, η δημοσιονομική πειθαρχία μπορεί να συνοδευθεί από άνοδο της οικονομικής δραστηριότητος, καθώς ενισχύει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών βελτιώνοντας το επενδυτικό κλίμα.  Στον βαθμό μάλιστα που συνδυάζεται με την βελτίωση της ανταγωνιστικότητος μέσω της υλοποιήσεως ισχυρού μεταρρυθμιστικού έργου, όπως έχει συμβεί στη χώρα μας, δύναται να ενισχύσει τις εξαγωγικές επιδόσεις.

Κατά συνέπεια, το ανωτέρω πρόβλημα διαχειρίσεως τα επόμενα έτη ουσιαστικά συνίσταται στη διαμόρφωση εκείνων των μέσων πολιτικής που αποδυναμώνουν  τον πρώτο δίαυλο που συνδέει τη δημοσιονομική πειθαρχία με την οικονομική μεγέθυνση και ενισχύουν το δεύτερο. Στο παρόν δελτίο εξετάζουμε ορισμένες πτυχές του δημοσιονομικού μείγματος και του μεταρρυθμιστικού πλαισίου υπό το ανωτέρω πρίσμα.

Η ελάφρυνση από τα υψηλά φορολογικά βάρη που επισώρευσε η προσπάθεια επιτεύξεως των δημοσιονομικών στόχων, δύναται να αποτελέσει παράγοντα ενισχύσεως τόσο της επενδυτικής όσο και της καταναλωτικής δαπάνης, μέσω ενισχύσεως των κινήτρων για εργασία και επιχειρηματικότητα. Πως όμως μπορεί να υποστηριχθεί αυτή η ελάφρυνση ώστε να διατηρηθεί η δημοσιονομική πειθαρχία;

Δομή και Αποτελεσματικότητα του Φορολογικού Συστήματος

Στο Γράφημα 1 παρουσιάζεται η φορολογική επιβάρυνση (tax wedge) για το 2017, η οποία υπολογίζεται ως το άθροισμα του φόρου εισοδήματος και των ασφαλιστικών εισφορών των εργοδοτών και των εργαζομένων, αφαιρώντας οποιασδήποτε μορφής επιδόματα, ως ποσοστό του συνολικού κόστους εργασίας.

Η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο το 2017, στο 40,8% του συνολικού κόστους εργασίας, έναντι 35,9% των χωρών μελών του ΟΟΣΑ. Οι λοιπές χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, που παρουσιάζονται στο Γράφημα 1, επίσης διατηρούν υψηλό ποσοστό φορολογικής επιβαρύνσεως, άνω του μέσου όρου του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, οι επιμέρους κατηγορίες που συνθέτουν την φορολογική επιβάρυνση διαφέρουν μεταξύ των χωρών.

Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα, η φορολογική επιβάρυνση αυξήθηκε κατά 0,13 εκατοστιαίες μονάδες το 2017 σε σχέση με το 2016, λόγω της αυξήσεως των ασφαλιστικών εισφορών των εργοδοτών και των εργαζομένων.

Ειδικότερα, οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων αποτελούσαν το 2017, όπως και το 2009 (έτος πριν την έναρξη της οικονομικής κρίσεως) το υψηλότερο ποσοστό του κόστους εργασίας. Αντίθετα, ο φόρος εισοδήματος ως ποσοστό του κόστους εργασίας ανέρχεται μόλις στο 8%, έναντι 13,5% του ΟΟΣΑ, 16,5% της Ιταλίας και 13,3% της Πορτογαλίας, γεγονός που συνδέεται με τη περιορισμένη φορολογική βάση εξαιτίας του υψηλότερου επιπέδου παραοικονομικής δραστηριότητος. Επιπλέον, στην Ελλάδα οι συνολικές εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών αποτελούν πάνω από το 1/3 του συνολικού κόστους εργασίας, ήτοι 32,8%, έναντι 22,4% του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ. Το υψηλό ποσοστό των ασφαλιστικών εισφορών των εργοδοτών και των εργαζομένων αυξάνει σημαντικά το κόστος εργασίας και αποτελεί αντικίνητρο ενισχύσεως της απασχολήσεως, ενώ παράλληλα οδηγεί σε αύξηση της αδήλωτης εργασίας.

Η αναποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος, όπως αυτή περιγράφεται από τους  υψηλούς φορολογικούς συντελεστές και τη χαμηλή εισπραξιμότητα φόρων, παρουσιάζεται στο Γράφημα 2.

Συγκεκριμένα, όπως παρατηρείται, η Ελλάδα έχει πολύ υψηλότερο μέσο φορολογικό συντελεστή στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων (33,2%, στοιχεία 2016), έναντι του μέσου όρου των 22 Ευρωπαϊκών χωρών που ανήκουν στον ΟΟΣΑ (ΟΟΣΑ-ΕΕ) (25,7%), ενώ παράλληλα τα φορολογικά έσοδα ανήλθαν μόλις στο 6,5% του ΑΕΠ, έναντι 9,2% στις χώρες του ΟΟΣΑ. Όσον αφορά στον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων, τα έσοδα στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ, εμφανίζονται ελαφρώς αυξημένα σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ, αλλά ο φορολογικός συντελεστής είναι σημαντικά υψηλότερος (29% στην Ελλάδα, 23,6% στις χώρες ΟΟΣΑ-ΕΕ).

Ωστόσο, τα έσοδα από την έμμεση φορολογία έχουν αυξηθεί σημαντικά ως ποσοστό του ΑΕΠ και διαμορφώνονται σε υψηλότερο επίπεδο έναντι των χωρών ΟΟΣΑ-ΕΕ, εξέλιξη που αποδίδεται στις περαιτέρω αυξήσεις στον ΦΠΑ που έχουν επιβληθεί από το 2015 αλλά και τη βελτίωση της εισπραξιμότητος του συγκεκριμένου φόρου, ειδικά των παρελθόντων οικονομικών ετών.