«Κόφτης» στις προβλέψεις για την ανάκαμψη της οικονομίας

Ε.Ε., ΟΟΣΑ και ΔΝΤ αναθεωρούν προς τα κάτω τις εκτιμήσεις τους για τους ρυθμούς αύξησης του ελληνικού ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια.

Οι προϋποθέσεις για την ομαλή μετάβαση της χώρας στη μεταμνημονιακή εποχή έχουν πλέον τεθεί. Όλοι αναγνωρίζουν ότι προκειμένου η ελληνική οικονομία να αποκτήσει διατηρήσιμη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, πρέπει να συμβούν τα εξής πράγματα: Κατά πρώτον να υπάρξει ουσιαστική ελάφρυνση του δημόσιου χρέους. Επίσης, χρειάζεται ένα «μαξιλάρι ρευστότητας» επαρκούς μεγέθους, που θα πείσει τις αγορές για το αξιόχρεο της χώρας σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Υπάρχουν μάλιστα εκτιμήσεις ότι το «μαξιλάρι» αυτό ίσως τελικά πρέπει να είναι μεγαλύτερο από 20 δισ. ευρώ.

Του Σπύρου Σταθάκη

Και φυσικά πρέπει να διασφαλιστεί πρώτον ότι θα υπάρξει δημοσιονομική σταθερότητα μεσοπρόθεσμα και δεύτερον ότι οικονομία θα έχει τη δυνατότητα να αναπτύσσεται με ρυθμούς τέτοιους που να συμβάλλουν αφ’ ενός στο κλείσιμο της «ψαλίδας» που έχει ανοίξει με τα άλλα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης κατά την πολυετή κρίση, αφ’ ετέρου στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Και αυτό έχει ως βασική προϋπόθεση την εμπέδωση της εμπιστοσύνης τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας.

Όπως σημειώνουν σε πρόσφατες αναλύσεις τους διάφοροι επενδυτικοί οίκοι, οποιεσδήποτε ανησυχίες για οπισθοδρόμηση της Ελλάδας σχετικά με τις μεταρρυθμισμένες ή την υποχώρηση από πολιτικές που αποσκοπούν στη μείωση του δημόσιου χρέους της θα έχουν πιθανό αρνητικό αντίκτυπο στη ζήτηση για τα ελληνικά ομόλογα και θα οδηγήσουν σε αυξανόμενες πιέσεις ρευστότητας, καθιστώντας το εγχείρημα της «καθαρής» εξόδου ιδιαίτερα δύσκολο. Από την άλλη, όμως, η έξοδος από το μνημόνιο και η επιστροφή στις διεθνείς αγορές θα στείλει ένα ηχηρό μήνυμα ότι η χώρα έχει αρχίσει να ανακάμπτει μετά από μια δεκαετή κρίση.

Ενισχυμένη εποπτεία

Η Ελλάδα, λοιπόν, καλείται να πείσει τους επενδυτές ότι είναι ικανή να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος, ενώ παραμένει σε τροχιά δημοσιονομικής σύγκλισης και εμφανίζει διατηρήσιμη ανάπτυξη. Αν η οικονομία συνεχίσει να αναπτύσσεται, αν η τέταρτη αξιολόγηση προχωρήσει ομαλά και οι συνθήκες της αγοράς παραμένουν θετικές, η απόφαση για το αν θα επιδιωχθεί μια «καθαρή» έξοδος θα έρθει αναπόφευκτα πιο εύκολα. Ωστόσο, μπορεί να υπάρχει ενισχυμένη εποπτεία από τους επίσημους πιστωτές μετά το πρόγραμμα, μια καθαρή έξοδος όμως μπορεί να αυξήσει τις ανησυχίες των αγορών για τη δέσμευση της Ελλάδας να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις και να πιάσει τους δημοσιονομικούς στόχους εκτός των περιορισμών ενός επίσημου προγράμματος.

Και φυσικά υπάρχει και το μεγάλο «αγκάθι» του δημόσιου χρέους, το μεγάλο ύψος του οποίου τροφοδοτεί την αβεβαιότητα, υποσκάπτει την εμπιστοσύνη στις προοπτικές της οικονομίας, επηρεάζει δυσμενώς την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας και δυσχεραίνει την ομαλή έξοδο από το πρόγραμμα. Όπως τόνιζε σε πρόσφατη ανάλυση και η Goldman Sachs, ακόμη και με πολύ αισιόδοξες υποθέσεις για ανάπτυξη, πληθωρισμό και πλεονάσματα, το χρέος μειώνεται πολύ αργά. Επίσης, ακόμη και σε ευνοϊκό μακροοικονομικό πλαίσιο οι ανάγκες χρηματοδότησης παραμένουν υψηλότερες από το όριο 20% του ΑΕΠ που έχει θέσει ως όριο βιωσιμότητας το ΔΝΤ.

Ο επαναπροσδιορισμός των ωριμάνσεων και οι αναπροσαρμογές επιτοκίων δείχνουν να είναι η μόνη βιώσιμη λύση. Ως εκ τούτου, το ρίσκο για τους ιδιώτες επενδυτές περιορίζεται μόνο με επανασχεδιασμό του χρέους, καθιστώντας ιδιαίτερα κρίσιμες τις σχετικές διαπραγματεύσεις με τους επίσημους δανειστές της χώρας. Για τον λόγο αυτό η λήψη των μεσοπρόθεσμων μέτρων αναδιάρθρωσής του από το Eurogroup πρέπει να γίνουν όσο το δυνατόν συντομότερα και με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών και να δρομολογηθεί η ομαλή έξοδος από το πρόγραμμα. 

Κακό σημάδι οι υποβαθμίσεις

Στο πλαίσιο αυτό το γεγονός ότι ο ένας μετά τον άλλο οι διεθνείς οργανισμοί υποβαθμίζουν τις εκτιμήσεις τους για τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, δεν φαίνεται να είναι καλό σημάδι. Η αρχή είχε γίνει με το ΔΝΤ, το οποίο αναθεώρησε επί τα χείρω την προ εξαμήνου εκτίμησή του για ανάπτυξη 2,6% φέτος και περιόρισε την πρόβλεψη σε 2% του ΑΕΠ για το 2018. Είχαμε σημειώσει μάλιστα σε σχετικό άρθρο στην «axianews» πριν από λίγες εβδομάδες ότι οι προβλέψεις αυτές του ΔΝΤ για τους αναπτυξιακούς ρυθμούς δημιουργούν πρόβλημα, καθώς μπορεί να οδηγήσουν σε αναθεώρηση επί τα χείρω και των εκτιμήσεων για τα δημοσιονομικά μεγέθη, εξέλιξη που θα οδηγήσει σε αύξηση των πιέσεων για την πιστή εφαρμογή των μέτρων που ήδη έχουν προνομοθετηθεί για το 2019 και το 2020.

Τη «σκυτάλη» πήρε στη συνέχεια ο ΟΟΣΑ που θέτει τον πήχυ της ανάπτυξης φέτος στο 2% (όπως και το ΔΝΤ) και στο 2,3% το επόμενο έτος, με παράλληλη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 0,4% και 1,5% και της δημόσιας, κατά 0,7% και 1,5%. Πρέπει να υπενθυμίσουμε, ότι ο κρατικός προϋπολογισμός του 2018 έχει συνταχθεί με προβλεπόμενους ρυθμούς ανάπτυξης 2,5%, και στην πρόβλεψη αυτή έχει στηριχθεί η διαμόρφωση βασικών δημοσιονομικών μεγεθών, όπως το ύψος των κρατικών δαπανών και των καθαρών εσόδων του δημοσίου, καθώς και το πρωτογενές πλεόνασμα.

Χωρίς επιπτώσεις

Πάντως ο ΟΟΣΑ εκτιμά, ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί φέτος στο 4% του ΑΕΠ και στο 3,6% το 2019, άρα η υποτίμηση των προβλέψεων δεν θα έχει επίπτωση στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Προφανώς αναμένεται πως η απόδοση των δημοσιονομικών μέτρων που έχουν ψηφιστεί και εφαρμόζονται φέτος θα υπερκαλύψει την «τρύπα» του 0,5% του ΑΕΠ ( περίπου 1,1 δισ. ευρώ), που προκύπτει από την υποβάθμιση των προβλέψεων για την ανάπτυξη. Το ίδιο φαίνεται ότι πιστεύει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που και αυτή προχώρησε σε αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεών της.

Συγκεκριμένα, η Κομισιόν τώρα προβλέπει, ότι η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί το 2018 με ρυθμό 1,9% του ΑΕΠ. Για το 2019 η πρόβλεψη της Επιτροπής φτάνει στο 2,3% του ΑΕΠ. Σε σχέση όμως με τον περασμένο χειμώνα οπότε εκτιμούσε ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 2,5%, τόσο το 2018 όσο και το 2019, οι νέες προβλέψεις είναι σαφώς υποβαθμισμένες. Και η εξέλιξη αυτή, οφείλεται συν τοις άλλοις και στον αντίκτυπο που είχε η ανάπτυξη μόλις 0,1% της ελληνικής οικονομίας το τελευταίο τρίμηνο του 2017. Εντούτοις, η Κομισιόν εκτιμά ότι η Ελλάδα τελικά θα καταφέρει να πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους, για τους οποίους έχει δεσμευτεί, και με το παραπάνω μάλιστα.

Έτσι, το δημοσιονομικό πλεόνασμα αναμένεται να διαμορφωθεί στο 0,4% του ΑΕΠ το 2018 και στο 0,2% του ΑΕΠ το 2019. Στις προηγούμενες προβλέψεις της τον περασμένο Νοέμβριο, η Επιτροπή έκανε λόγο για δημοσιονομικό έλλειμμα 0,9% του ΑΕΠ το 2018 και 0,8% του ΑΕΠ το 2019. Το ακόμη πιο σημαντικό όμως είναι, ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ θα επιτευχθεί και το 2018 και το 2019. Υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι θα εφαρμοσθούν όλες οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις που έχουν προβλεφθεί στο μνημόνιο. Δηλαδή και το πακέτο των προνομοθετημένων μέτρων (νέα περικοπή στις συντάξεις, μείωση του αφορολόγητου ορίου) για τα έτη 2019 και 2020. Η Επιτροπή σημειώνει πάντως ότι η πρόβλεψη για επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου δεν λαμβάνει υπόψη τις τρέχουσες δημοσιονομικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την επαναλαμβανόμενη υπερσυγκράτηση δαπανών, γεγονός που δημιουργεί σημαντικό παράγοντα νέας υπεραπόδοσης.

Οι διεθνείς αγορές ίσως αποδειχθούν πιο σκληρές στην «επιτήρησή» τους

Σε κάθε περίπτωση και ληφθησομένων υπ’ όψιν αυτών των αναθεωρήσεων επί τα χείρω των ρυθμών ανάπτυξης, για να επιτύχει η Ελλάδα την έξοδο στις αγορές με ευνοϊκούς όρους πρέπει: Πρώτον, να εμπεδώσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών για τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων. Δεύτερον, να διαβεβαιώσει ότι η δημοσιονομική πολιτική δεν θα διολισθήσει εκ νέου σε λάθος κατεύθυνση, αλλά και ότι η οικονομία ανακάμπτει με βιώσιμους ρυθμούς. Και πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας το εξής: ότι οι διεθνείς αγορές ίσως αποδειχθούν περισσότερο σκληρές στη δική τους «επιτήρηση» σε σχέση με τους επίσημους πιστωτές!

Όπως επισημαίνει και η ΤτΕ, οι δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί πρέπει να τηρηθούν και να γίνουν αποφασιστικά βήματα για τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και των αποκρατικοποιήσεων, με πρώτο βήμα την άρση των προσκομμάτων σε μεγάλες επενδύσεις που έχουν ήδη αποφασιστεί, αλλά καθυστερούν. Έτσι, η διαμόρφωση μιας εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής, στην οποία θα εντάσσονται οι στόχοι, δημοσιονομικοί και διαρθρωτικοί, που έχουν ήδη αποφασιστεί για την περίοδο μετά τη λήξη του προγράμματος, θα δώσει ισχυρή ώθηση στην εμπιστοσύνη. Θα επηρεάσει θετικά τους όρους εξόδου στις αγορές, θα βελτιώσει το επενδυτικό κλίμα και θα ενισχύσει την προσέλκυση επενδύσεων.

Επιπλέον, θα διευκολύνει την επιστροφή καταθέσεων στις τράπεζες και θα ενδυναμώσει την πιστοδοτική τους ικανότητα. Τα παραπάνω θα θέσουν σε κίνηση έναν ενάρετο κύκλο στην οικονομία και στο τραπεζικό σύστημα και θα διαμορφώσουν τις προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν την πλήρη άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Γίνεται επομένως φανερό ότι η ομαλή έξοδος της Ελλάδας από το πρόγραμμα και η επιτυχής πορεία της στη νέα μετά την κρίση ευρωπαϊκή κανονικότητα συνεπάγονται δεσμεύσεις για τη διασφάλιση των μέχρι σήμερα επιτευγμάτων, την άσκηση συνετής οικονομικής πολιτικής μετά το πρόγραμμα και τη συνέχιση της εφαρμογής των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων μέχρι την ολοκλήρωσή τους. 


Από εκεί και πέρα, παρά τη θετική πρόοδο που έχει συντελεστεί και καταγράφεται σε σημαντικά οικονομικά μεγέθη, οι κίνδυνοι, εγχώριοι και εξωτερικοί, που ενδέχεται να απειλήσουν την πορεία της ελληνικής οικονομίας παραμένουν. Για παράδειγμα, ο ΟΟΣΑ δίνει ιδιαίτερο βάρος στην πιθανή πιθανή μεταρρυθμιστική κόπωση, η οποία θα ήταν ικανή να οδηγήσει σε μικρότερη ανάπτυξη, στην επιβάρυνση του χρέους και στην πολιτική αβεβαιότητα, ενώ επιπρόσθετοι παράγοντες ανησυχίας είναι γεωπολιτικοί κίνδυνοι με αύξηση των προσφυγικών ροών και μια σοβαρή κρίση στις αγορές, η οποία θα οδηγούσε σε νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις

Για τον ΟΟΣΑ η αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων περνάει μέσα από την εφαρμογή ενός εκτεταμένου προγράμματος διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Για παράδειγμα, η δημοσιονομική επίπτωση συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων, όπου εκτιμάται πως μόνο η κατάργηση των φοροαπαλλαγών και η αύξηση της εισπραξιμότητας του ΦΠΑ στο 90% του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ θα μπορούσε να αποφέρει έσοδα σχεδόν 4 δισ. ευρώ μέχρι το 2030, δημιουργώντας περιθώρια για την προώθηση παράλληλων κοινωνικών δράσεων και παροχών, όπως μεταξύ άλλων για κοινωνική προστασία και βελτίωση της εκπαίδευσης.

Από εκεί και πέρα ο διεθνής οργανισμός συστήνει: Περιορισμό της φοροδιαφυγής, διεύρυνση της φορολογικής βάσης, εξορθολογισμό των δημόσιων δαπανών και ενίσχυση της δημόσιας διοίκησης προκειμένου να στηριχθεί η ανάπτυξη και να διατηρηθεί το πρωτογενές πλεόνασμα στο 3,5% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και πάνω αλλά κοντά στο 2% του ΑΕΠ μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, απαιτούνται φιλικές για την ανάπτυξη πολιτικές, όπως η ενίσχυση της ποιότητας του ρυθμιστικού πλαισίου, η συνέχιση της μάχης κατά της διαφθοράς και η προώθηση της ανταγωνιστικότητας, που θα βοηθήσουν στην αναζωογόνηση των ξένων άμεσων επενδύσεων και της παραγωγικότητας, καθώς και η επανεκπαίδευση των ανέργων και απογοητευμένων εργαζομένων, προκειμένου να βρουν δουλειά και να μειωθεί η φτώχεια, ειδικά στα παιδιά και στις νέες οικογένειες, με παράλληλη προώθηση των κινήτρων απασχόλησης, που θα διατηρήσουν την κοινωνική πρόοδο.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα

Η Κομισιόν, από την πλευρά της, όπως είναι φυσικό, επικεντρώνεται στα δημοσιονομικά. Ειδικότερα, καταγράφει τους κινδύνους για τα πρωτογενή πλεονάσματα που σχετίζονται κυρίως με τις πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τις μισθολογικές παρεμβάσεις, καθώς το μέγεθος και η καταγραφή των επιπτώσεων δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί, αλλά και την έγκαιρη ολοκλήρωση των τρεχουσών μεταρρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής των αντικειμενικών αξιών και τον επαναπροσδιορισμό του ΕΝΦΙΑ. Για τις αναπτυξιακές προοπτικές αναφέρει ότι εξαρτώνται από την ομαλή ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης και προϋποθέτουν την επιτυχή ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος. Εξίσου σημαντικός είναι ο κίνδυνος από την αντιστροφή της μέχρι σήμερα θετικής πορείας των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων, το οποίο θέτει επιμόνως η ΤτΕ.

Οι πρόσφατες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας αποτελεί θετική εξέλιξη στην πορεία προς την απόκτηση επενδυτικής βαθμίδας από τα ελληνικά ομόλογα, ενώ οι υψηλές αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων σημείωσαν σημαντική πτώση. Ωστόσο, το γεγονός ότι η Ελλάδα διατηρεί ακόμα τη χαμηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση στην Ευρωζώνη σημαίνει ότι με τη χώρα εκτός προγράμματος τα ελληνικά ομόλογα θα παύσουν να γίνονται αποδεκτά ως εξασφαλίσεις για την πρόσβαση των ελληνικών τραπεζών στη φθηνή χρηματοδότηση που προσφέρει η ΕΚΤ. Έτσι, γίνεται πιθανός ο κίνδυνος δυσμενών επιπτώσεων στη δυναμική του χρέους. Το πρόβλημα ενδέχεται να οξυνθεί, καθώς οι παράγοντες που διαμόρφωσαν ευνοϊκές συνθήκες κατά το περασμένο έτος φαίνεται ότι αντιστρέφονται σύμφωνα πάντα με την ΤτΕ.