Στο χρέος έχουν «σκαλώσει» οι διαπραγματεύσεις

Γιατί δεν βγήκε τελικά «λευκός καπνός» από τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις στην Ουάσινγκτον...

Είχαμε εγκαίρως προειδοποιήσει ότι οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους δανειστές για την ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης και τη λήξη του τρίτου προγράμματος δεν θα είναι «περίπατος». Οι εξελίξεις το τελευταίο χρονικό διάστημα, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της Εαρινής Συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσινγκτον, έρχονται να μας δικαιώσουν. Αλλά το ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι το αντιλαμβάνεται πλέον και η ίδια η κυβέρνηση.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Όταν βγαίνει ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος, και εμμέσως πλην σαφώς παραδέχεται ότι «η επόμενη μέρα» της ελληνικής οικονομίας δεν θα είναι τόσο «ρόδινη» όσο παρουσιάζεται, τότε γίνεται αντιληπτό ότι στην κυβέρνηση έχουν καταλάβει ότι οι πανηγυρικές διακηρύξεις περί «καθαρής εξόδου» δεν συμβαδίζουν με τα πραγματικά δεδομένα και την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων. Σε συνέντευξή του, λοιπόν, στους «Financial Times» ο κ. Τσακαλώτος ξεκαθάρισε ότι παρά την έξοδο από το μνημόνιο η Ελλάδα θα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό καθεστώς εποπτείας από τους δανειστές, και μάλιστα θα είναι αυστηρή.

Συγκεκριμένα, ο κ. Τσακαλώτος αναφέρει στους «FT» ότι οι αξιολογήσεις της Ε.Ε. θα είναι πιθανότατα πιο συχνές από τις εξαμηνιαίες αξιολογήσεις που προβλέπονται για τις χώρες που εξέρχονται από μνημόνια, και πως είναι πιθανόν να έχουμε τρεις ή τέσσερεις επισκέψεις αντί για δύο. Αυτό σημαίνει ότι το σύστημα μεταμνημονιακής εποπτείας που θα παράσχει στις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης τη βεβαιότητα ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις θα διατηρήσουν την οικονομία σε τροχιά, κατά τα φαινόμενα, θα είναι αυστηρό.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση προχωρεί στην εκπόνηση ενός σχεδίου μακροπρόθεσμης ανάπτυξης το οποίο θα περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις για τη μεταμνημονιακή περίοδο, όπως ενέργειες για την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Το σημαντικό είναι ότι η ιδιοκτησία αυτού του προγράμματος θα ανήκει αποκλειστικά στην κυβέρνηση, κάτι που είναι και επιθυμία των δανειστών. Αλλά η υλοποίηση αυτού του αναπτυξιακού σχεδίου θα βρίσκεται, φυσικά, κάτω από την ασφυκτική εποπτεία και των δανειστών και των διεθνών αγορών.

Από κει και πέρα, υπάρχει και το ζήτημα της τέταρτης αξιολόγησης. Όπως χαρακτηριστικά τονίζουν και οι «FT» στο σχετικό δημοσίευμα, πριν τον καθορισμό των όρων για τη μεταμνημονιακή περίοδο η Αθήνα και οι δανειστές καλούνται να ολοκληρώσουν μια φαινομενικά τυπική αλλά πολιτικά ευαίσθητη αξιολόγηση για το αν η χώρα ευθυγραμμίζεται με τις δεσμεύσεις του προγράμματος. Και η αλήθεια είναι ότι πολλά από τα 88 προαπαιτούμενα που θα έπρεπε να έχει ολοκληρώσει η Ελλάδα παραμένουν ανολοκλήρωτα, όπως οι ιδιωτικοποιήσεις και οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά ενέργειας, αν και το νομοσχέδιο για την πώληση μονάδων της ΔEH εγκρίθηκε από τη Βουλή την προηγούμενη Τετάρτη.

Και εδώ τα πράγματα έχουν αρχίσει και περιπλέκονται αφού, σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο, χωρίς την ολοκλήρωση της αξιολόγησης δεν θα ολοκληρωθεί και το πακέτο για την «επόμενη ημέρα». Και αυτό, όσο και αν ακούγεται κάπως, είναι λογικό. Δεν γίνεται να μην έχει ολοκληρωθεί η τελευταία αξιολόγηση του τρέχοντος προγράμματος, να υπάρχουν εκκρεμότητες με τα προαπαιτούμενα, αν θέλουμε να προχωρήσουμε στα επόμενα βήματα, που είναι οι αποφάσεις σχετικά με τα μέτρα για την αναδιάρθρωση του χρέους, και ο καθορισμός του μεταμνημονιακού πλαισίου εποπτείας.

Ολοκλήρωση όμως της αξιολόγησης σύντομα δεν αναμένεται, καθώς από τα 88 προαπαιτούμενα που θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί λίγα έχουν ήδη ολοκληρωθεί. Σύμφωνα με τον Ευρωπαίο αξιωματούχο, το κλείσιμο της αξιολόγησης τον Μάιο αποτελεί πρόκληση, ωστόσο παραμένει πιθανό. Σε κάθε περίπτωση, τελική συμφωνία πρέπει να έχει επιτευχθεί μέχρι τον Ιούνιο, όταν αναμένονται να ληφθούν οι αποφάσεις για το ελληνικό πρόγραμμα. Και υπάρχει βεβαίως και το «αγκάθι» της συμμετοχής του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα.

 

Στην Ουάσινγκτον επικυρώθηκε η… διαφωνία

Το θέμα, πάντως, είναι ότι για όλα τα παραπάνω, δυστυχώς, δεν βγήκε «λευκός καπνός» από τις διαβουλεύσεις που έλαβαν χώρα στην Ουάσινγκτον, κυρίως στο παρασκήνιο, τόσο σε επίπεδο Washington Group όσο και στις συναντήσεις που είχε το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Δεν μιλάμε, βεβαίως, για «ναυάγιο», αλλά το συμπέρασμα είναι ότι σε διάφορά θέματα που αφορούν στο ελληνικό πρόγραμμα η απόσταση που χωρίζει τους εμπλεκόμενους «παίχτες» στο ελληνικό ζήτημα είναι ακόμη μεγάλη.

Ας δούμε, λοιπόν, πού καταγράφηκαν διαφωνίες μεταξύ των δανειστών. Κατ’ αρχάς ως προς την αναδιάρθρωση του χρέους, οι αποκλίσεις μεταξύ Ευρωζώνης και ΔΝΤ παραμένουν, και αφορούν κυρίως στη γαλλική πρόταση για τον μηχανισμό του χρέους, αλλά και στις προβλέψεις για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2019. Ειδικότερα, το Ταμείο έθεσε το ζήτημα του αυτοματισμού του μηχανισμού σύνδεσης της αποπληρωμής του χρέους με την ανάπτυξη, με τον ισχυρισμό ότι προκειμένου να είναι αξιόπιστος θα πρέπει να είναι ανεξάρτητος από πολιτικές παρεμβάσεις.

Αυτό όμως είναι κάτι που προσκρούει κυρίως στις αντιδράσεις του Βερολίνου, καθώς η Γερμανία επιθυμεί τον τελευταίο λόγο να τον έχει πάντα το Eurogroup, δηλαδή ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει να υπόκειται ουσιαστικά σε πολιτικό έλεγχο. Επιπλέον, το ΔΝΤ επανέλαβε το αίτημά του να περιοριστούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα μετά το 2023 κοντά στο 1,5% του ΑΕΠ. Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι επιμένουν ότι θα πρέπει να είναι κοντά και σίγουρα πάνω από το 2% του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, δεν δέχονται να χαλαρώσουν οι μακροχρόνιοι δημοσιονομικοί στόχοι.

Το συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι οι διαπραγματεύσεις ναι μεν προχωρούν, αλλά λόγω της ιδιαιτερότητας των θεμάτων η ολοκλήρωσή τους δεν είναι εύκολη υπόθεση. Φυσικά, οι προσπάθειες όλων των πλευρών κινούνται προς την κατεύθυνση της επίτευξης συμφωνίας με το ΔΝΤ προκειμένου να σταλεί ένα ακόμα θετικό μήνυμα στον δρόμο για την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος. Ωστόσο, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι διευκρίνιζαν ότι το ελληνικό πρόγραμμα θα ολοκληρωθεί σε κάθε περίπτωση στην ώρα του, καθώς η απόφαση για τη συμμετοχή του ή όχι ανήκει στο ίδιο το Ταμείο και δεν επηρεάζει τις δρομολογημένες εξελίξεις.

Από τη δική της πλευρά η κυβέρνηση εξακολουθεί να στοχεύει σε συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο (staff level agreement) στο Eurogroup της 24ης Μαΐου, ώστε, στη συνέχεια, στο Eurogroup της 21ης Ιουνίου, να υπάρξει η πολιτική απόφαση για την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης αλλά και συμφωνία-πακέτο, που θα περιλαμβάνει μέτρα ελάφρυνσης χρέους και θα ξεκαθαρίζει το είδος της μεταμνημονιακής εποπτεία. Είναι, με βάση τις πρόσφατες τουλάχιστον εξελίξεις, μία αισιόδοξη οπτική. Ωστόσο, εφόσον κλιμακωθούν οι διαπραγματεύσεις, μπορεί οι ημερομηνίες αυτές να «βγουν».

Ειδικότερα, στις 21 Ιουνίου η κυβέρνηση αναμένει συμφωνία-πακέτο για το κλείσιμο του προγράμματος, το χρέος και το είδος της μεταμνημονιακής παρακολούθησης (post programme surveillance) μετά τις 21 Αυγούστου, ενώ, με την υλοποίηση των όποιων «ουρών» έχουν απομείνει από τα 88 προαπαιτούμενα της δ’ αξιολόγησης, ο ESM θα εκταμιεύσει την τελευταία δόση, η οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, αναμένεται να ανέλθει σε 11,7 δισ. ευρώ. Σημαντικό μέρος από το συνολικό ποσό θα χρησιμοποιηθεί για buffer (απόθεμα).Οι επικεφαλής των «θεσμών» αναμένεται να επανέλθουν στην Αθήνα στα μέσα Μαΐου (αντί για τις αρχές του μηνός, όπως αρχικά προγραμματιζόταν) και οι συζητήσεις, εκτός από τα προαπαιτούμενα, θα αφορούν και στην πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών της χώρας.

Στα… «μαχαίρια» ΔΝΤ και Γερμανία

Μεγάλο ερώτημα πάντως παραμένει ακόμη η στάση του ΔΝΤ και ο ενδεχόμενος ρόλος του κατά την «επόμενη ημέρα» στην Ελλάδα. Σύμφωνα με ένα πρόσφατο σενάριο που είχε αναπτυχθεί από κυβερνητικά στελέχη, ο ρόλος αυτός πιθανώς να συνδέεται και με τη συμφωνία για τη διευθέτηση του χρέους, με ανοικτή να είναι η πιθανότητα εξαγοράς από τον ESM του μεγαλύτερου μέρους των οφειλών της χώρας προς το Ταμείο, συνολικού ύψους περίπου 12 δισ. ευρώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα παραμείνει ένα πολύ μικρό μέρος της οφειλής προς το ΔΝΤ, προκειμένου αυτό να μπορεί να έχει ένα είδος «μόχλευσης» (leverage) μετά το μνημόνιο.

Επιμένει το Ταμείο

Σε κάθε περίπτωση, το ΔΝΤ επιμένει να υπάρξουν συγκεκριμένες αποφάσεις και οριστικοποίηση των μέτρων που θα ληφθούν για το χρέος, των προϋποθέσεων και των οικονομικών συνθηκών υπό τις οποίες θα εφαρμοστούν ανεξαρτήτως εάν η εφαρμογή τους γίνει μετά το τέλος του προγράμματος. Ακόμη, είναι αμφίβολο εάν το ΔΝΤ προλαβαίνει να συμμετάσχει με χρηματοδότηση στο ελληνικό πρόγραμμα, ενεργοποιώντας τη συμφωνία που είχε εγκρίνει επί της αρχής (Stand By Arrangement) για την Ελλάδα και σε αφορούσε ποσό 1,6 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με το Ταμείο, και σε μία προφανή προσπάθεια να ασκήσει πρόσθετες πιέσεις προς την ευρωπαϊκή πλευρά, χρειάζεται τουλάχιστον μία αξιολόγηση για να ενεργοποιήσει το πρόγραμμά του. Συνεπώς, τα χρονικά περιθώρια, δεδομένου ότι το πρόγραμμα του ESM λήγει, το καθιστούν δύσκολο. Τέλος, το ΔΝΤ εκτιμά ότι αν η Ελλάδα εφαρμόσει το πρόγραμμα και υπάρξει συμφωνία στο χρέος θα μπορέσει να έχει μια «καθαρή» έξοδο. Η έγκυρη και επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος, αλλά επίσης η διατηρήσιμη εφαρμογή των πολιτικών, είναι αυτά που θα κρίνουν την επιτυχή επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές, κατά την άποψη πάντα του Ταμείου.

Η στάση εντούτοις του ΔΝΤ στο θέμα της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους προκαλεί αναστάτωση στους Ευρωπαίους. Και όταν μιλάμε για Ευρώπη, κακά τα ψέματα, μιλάμε κυρίως για τη Γερμανία, αφού αυτή είναι που δίνει τη γραμμή. Οι διαρροές, λοιπόν, στα ξένα ΜΜΕ, και ιδίως στον γερμανικό τύπο, δείχνουν ότι η Γερμανία, προς το παρόν τουλάχιστον, εξακολουθεί να τηρεί ιδιαίτερα σκληρή στάση στο θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους. Έτσι, όπως προκύπτει από έγγραφο του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών, το Βερολίνο αντιτίθεται στο γαλλικό σχέδιο για το χρέος που προβλέπει τη διασύνδεση της ελάφρυνσής του με τους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Η Γερμανία λέει «όχι» σε έναν αυτόματο μηχανισμό ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους και επιθυμεί να υπάρξουν και σε αυτήν την περίπτωση αυστηρές προϋποθέσεις και αξιολογήσεις. Μάλιστα, το έγγραφο του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών αναφέρει ότι σε περίπτωση χαμηλότερης ανάπτυξης δεν θα επιτρέπεται αυτόματα στην Ελλάδα να μειώσει τις πληρωμές της εξυπηρέτησης του χρέους της. Επισημαίνεται, επιπλέον, ότι ο μηχανισμός ελάφρυνσης του χρέους θα μπορεί να ενεργοποιείται μόνον στη βάση των τριμηνιαίων ελέγχων που κάνουν οι «θεσμοί» στις χώρες που εξέρχονται προγραμμάτων στήριξης και αφού πρώτα θα επιβεβαιώνεται πως η Ελλάδα συμμορφώνεται με μια σειρά από δεσμεύσεις της, όπως εκείνες που σχετίζονται με την τήρηση των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων. Το έγγραφο κάνει αναφορά ακόμη και σε ένα «αυτόματο φρένο», δηλαδή στη διακοπή των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους σε περίπτωση που η οικονομική πολιτική στην Ελλάδα ξεφύγει από τον έλεγχο.

Οι επιδιώξεις

Οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι προφανώς η Γερμανία επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να τηρεί τις μνημονιακές δεσμεύσεις της και να ασκεί συνετή δημοσιονομική πολιτική και μετά το μνημόνιο, και βλέπει τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους ως ένα μέσο άσκησης πίεσης για να πετύχει αυτόν τον στόχο. Επιπλέον, δημοσιεύματα του γερμανικού τύπου αποκαλύπτουν ότι το ΔΝΤ ζητάει ελάφρυνση χρέους ύψους σχεδόν 100 δισ. ευρώ, ως όρο συμμετοχής του στο τρίτο πρόγραμμα βοήθειας για την Αθήνα.

Η Γερμανία θα έπρεπε να συνεισφέρει τη μερίδα του λέοντος, κάτι για το οποίο απλά δεν ήθελε να δώσει εξηγήσεις ο υπ. Οικονομικών. Γιατί, πολύ απλά, κάτι τέτοιο δεν θα γίνει αποδεκτό από το πολιτικό σύστημα στο εσωτερικό της Γερμανίας. Αναλυτικότερα, το τρίτο πακέτο βοήθειας ανέρχεται σε 86 δισ. ευρώ. Το ΔΝΤ θα συμμετάσχει πιθανότατα με 1,6 δισ. ευρώ. Για τους Ευρωπαίους πιστωτές το ποσό τότε θα ήταν, επί συνόλου 330 δισ. ευρώ δημοσίου χρέους, 100 δισ. ευρώ περίπου για άφεση του χρέους της Αθήνας έναντι 1,6 δισ. ευρώ του ΔΝΤ, εάν το ΔΝΤ δεν είναι έτοιμο για παραχωρήσεις. Ο Όλαφ Σολτς, λοιπόν, βρίσκεται μπροστά σε ένα δυσεπίλυτο δίλημμα. Γιατί, ακόμα και εάν ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός θέλει να μετατρέψει τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα μέλη της γερμανικής κυβέρνησης θέλουν να παραιτηθούν από τη συμμετοχή του ΔΝΤ ως μέρους του ευρωπαϊκού προγράμματος διάσωσης. Το ΔΝΤ πάλι, παρά τον σκεπτικισμό για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, είναι περισσότερο ευέλικτο από πριν. Άλλωστε, δεν είναι και τόσο ανεξάρτητο όσο θέλει να δείχνει. Οπότε, δεν θα επιμείνει αναπόφευκτα για τα 100 δισ. ευρώ. Μόνο που το ΔΝΤ και οι Ευρωπαίοι πρέπει να βρουν μια συμβιβαστική λύση, που να ικανοποιεί όλες τις πλευρές.