Η ευθύνη στα χέρια μας

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μίχαλος, πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου

Ανεξάρτητα από το αν μετά το επικείμενο τέλος του τρίτου προγράμματος θα υπάρξει διάδοχο σχήμα στήριξης, το βέβαιο είναι ότι η Ελλάδα θα αποκτήσει ξανά την κυριότητα της οικονομικής πολιτικής. Αυτό σε καμμία περίπτωση δεν σημαίνει επιστροφή στην προ κρίσης απατηλή «κανονικότητα». Στην εποχή όπου το κράτος υποσχόταν και μοίραζε χρήματα, χωρίς η οικονομία να μπορεί να τα παράγει. Η «εθνική απελευθέρωση» που φέρνει το τέλος των μνημονίων ισοδυναμεί με μια μεγάλη «εθνική ευθύνη». Η Ελλάδα θα πρέπει να πείθει συνεχώς τις αγορές για την αξιοπιστία και την προοπτική της. Κι αυτό διασφαλίζεται μέσα από υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική, αλλά και αποφασιστική προώθηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων.

Κυρίως, όμως, η χώρα μας θα αναλάβει πλέον την ευθύνη για την αναπτυξιακή της πορεία. Το αν η ελληνική οικονομία θα καταφέρει να κάνει το άλμα που χρειάζεται για να κλείσουν οι πληγές της κρίσης, ή θα περιοριστεί σε μια ασθενική ανάπτυξη, θα εξαρτηθεί πολύ λιγότερο πια από τις αποφάσεις που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες και στη Φρανκφούρτη και πολύ περισσότερο από τις αποφάσεις που λαμβάνονται εδώ.

Το 2017 η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 1,4% σημειώνοντας τη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης. Το 2018, σύμφωνα με τις πρόσφατες εκτιμήσεις του ΔΝΤ και του ΙΟΒΕ, η ανάπτυξη θα κυμανθεί στα επίπεδα του 2%. Οι ρυθμοί ανάπτυξης που απαιτούνται για να επιστρέψει η οικονομία στην κανονικότητα μετά την κρίση είναι της τάξης του 3% με 4% ετησίως για τα επόμενα πέντε χρόνια. Για να επιτευχθούν αυτοί οι ρυθμοί, όπως αναφέρεται σε μελέτη της PWC, θα χρειαστούν επενδύσεις άνω των 200 δισεκατομμυρίων ευρώ συνολικά – δηλαδή περίπου 42 δισ. ετησίως. Αυτή τη στιγμή η μέση ετήσια χρηματοδότηση είναι 20 δισ. ευρώ, άρα έχουμε ένα ετήσιο έλλειμμα επενδύσεων της τάξης των 20 με 22 δισ. ευρώ. Το έλλειμμα αυτό μπορεί να καλυφθεί μόνο με την προσέλκυση νέων κεφαλαίων, κυρίως από το εξωτερικό.

Ο στόχος αυτός περνά μέσα από την εφαρμογή γενναίων πολιτικών και μεταρρυθμίσεων για τη βελτίωση του επενδυτικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος: δραστικότερες λύσεις για την αποκατάσταση της χρηματοδοτικής λειτουργίας των τραπεζών, μεταρρυθμίσεις για την αναβάθμιση του διοικητικού και θεσμικού περιβάλλοντος, εφαρμογή σταθερής βιομηχανικής, τουριστικής και ενεργειακής πολιτικής, με ενίσχυση δυναμικών κλάδων και κίνητρα για επένδυση στην καινοτομία, στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με αξιοποίηση ευέλικτων χρηματοδοτικών εργαλείων, στενότερη διασύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τον κόσμο της αγοράς, αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, για την ταχεία υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων σε τομείς – «κλειδί» για την ανάπτυξη, καθώς και γενναία αναθεώρηση της φορολογικής πολιτικής με χαμηλότερους και σταθερούς φορολογικούς συντελεστές και μείωση ασφαλιστικών εισφορών.

Πριν αρχίσουμε, λοιπόν, να γιορτάζουμε το τέλος των μνημονίων ας αρχίσουμε να διαμορφώνουμε συνθήκες για δυναμική, βιώσιμη ανάπτυξη την επόμενη ημέρα. Η ευθύνη βρίσκεται πλέον στα χέρια μας.