Η έξοδος από το μνημόνιο και το χρέος

Ο χρόνος πλέον μετρά αντίστροφα για τη λήξη του τρίτου μνημονίου τον ερχόμενο Αύγουστο. Ήδη οι δανειστές ξεσκονίζουν το προσχέδιο της ελληνικής αναπτυξιακής στρατηγικής, το οποίο θα εφαρμοστεί στη μεταμνημονιακή περίοδο, ενώ κλιμακώνονται και οι διαπραγματεύσεις τόσο για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, όσο και για ο πλαίσιο εποπτείας που θα τεθεί σε ισχύ. Προϋπόθεση φυσικά για να υπάρξει επιτυχής κατάληξη των διαπραγματεύσεων είναι η έγκαιρη ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης.
Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης
Ο στόχος είναι στο άτυπο Eurogroup στη Σόφια, στις 27 Απριλίου, να έχουν ολοκληρωθεί οι απαραίτητες διεργασίες προκειμένου να επιτευχθεί προκαταρκτική συμφωνία για το τέλος του προγράμματος, την οποία θα ενστερνίζεται και το ΔΝΤ. Ωστόσο, οι πλέον κρίσιμες διαπραγματεύσεις θα προηγηθούν της Εαρινής Συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στις 20-22 Απριλίου στην Ουάσινγκτον. Το μεγάλο «αγκάθι» φυσικά είναι η αναδιάρθρωση του χρέους. Είναι ένα ζήτημα για το οποίο οι παρασκηνιακές ζυμώσεις μεταξύ των δανειστών έχουν ενταθεί το τελευταίο χρονικό διάστημα. Κοινοτικοί αξιωματούχοι εκφράζουν την πεποίθηση ότι το Ταμείο θα πειστεί πως τα μέτρα που θα συμφωνηθούν θα συμβάλλουν στη βιωσιμότητα του χρέους και τελικά θα είναι σε θέση να ενεργοποιήσει το πρόγραμμά του για την Ελλάδα, αν και το «παζάρι» στο παρασκήνιο καλά κρατεί – και είναι και άγριο.
Ο στόχος στις Βρυξέλλες
Σε ό,τι αφορά την τέταρτη και τελευταία αξιολόγηση, οι επικεφαλής των «θεσμών» αναμένεται να επιστρέψουν στην Αθήνα στις αρχές Μαΐου, ενώ ο στόχος στις Βρυξέλλες είναι να επιτευχθεί staff level agreement ως το Εurogroup της 24ης Μαΐου. Και εδώ όμως υπάρχουν προβλήματα, καθώς από το σύνολο των 88 προαπαιτούμεων μόλις στα 12 έχει υπάρξει κάποια προεργασία, ενώ ο χρόνος που απομένει για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης είναι πλέον λίγος. Για τον λόγο αυτό οι δανειστές έχουν αρχίσει διακριτικά προς το παρόν τις πιέσεις προς την κυβέρνηση για τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στην υλοποίηση κάποιων προαπαιτούμενων, όπως οι ιδιωτικοποιήσεις.
Σε κάθε περίπτωση, το αρχικό χρονοδιάγραμμα, σύμφωνα με το οποίο στο Eurogroup στις 21 Ιουνίου, θα είναι δυνατή η επίτευξη της τελικής συμφωνίας -πακέτο, που θα περιλαμβάνει τα προαπαιτούμενα της τρέχουσας αξιολόγησης, το νέο αναπτυξιακό πρόγραμμα, την ελάφρυνση του χρέους και τη μεταμνημονιακή εποπτεία, ισχύει ακόμη. Αυτό πάντως που φαίνεται να ισχύει είναι ότι το εγχείρημα της «καθαρής εξόδου» αρχίζει και «θολώνει», όπως γράφαμε και την προηγούμενη εβδομάδα. Βεβαίως, κεντρική επιλογή της κυβέρνησης παραμένει η επιστροφή στην ομαλότητα, δηλαδή η απρόσκοπτη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Γιαυτό και έχει επιλέξει την «καθαρή έξοδο» με τον σχηματισμό αποθεματικού ύψους περίπου 20 δισ. ευρώ, που θα λειτουργεί ως ασφάλεια εάν συναντήσει δυσκολίες στην άντληση κεφαλαίων από τις αγορές. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Και προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι για πρώτη φορά έχουμε μια έμμεση έστω διαφοροποίηση του υπουργού Οικονομικών από την επίσημη γραμμή της κυβέρνησης.
Οι παραδοχές Τσακαλώτου
Ειδικότερα, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην «Εφημερίδα των Συντακτών», ο Ευκλείδης Τσακαλώτος υποστήριξε ότι οι επιτυχίες των τριών εκδόσεων έχουν θετική απήχηση στις αγορές. Τώρα βεβαίως υπάρχει ένας κλυδωνισμός στις αγορές λόγω του εμπορικού πολέμου. Οι αγορές, όμως, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών, σχεδόν προεξοφλούν την επιτυχή έξοδο από το πρόγραμμα. Παράλληλα, στο ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους, ο κ. Τσακαλώτος επεσήμανε πως έχει δύο άγκυρες. Η μία άγκυρα είναι ότι μετά το 2022 μακροπρόθεσμα το πρωτογενές πλεόνασμα θα είναι κοντά στο 2% του ΑΕΠ, η δεύτερη άγκυρα είναι ότι μέχρι το 2030 οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν το 15% του ΑΕΠ και μετά το 2030 το 20% του ΑΕΠ.
Άρα οποιαδήποτε λύση πρέπει να καλύψει αυτές τις δύο παραμέτρους. Σύμφωνα με τον κ. Τσακαλώτο συζητείται τώρα να σπρώξουμε πίσω τα επιτόκια, να αυξήσουμε για κάποια χρόνια το χρόνο ωρίμασης των ομολόγων και ότι επιπλέον θα υπάρχει ένας μηχανισμός που θα λέει ότι ο χρόνος παρατείνεται, αν η ανάπτυξη δεν είναι ικανοποιητική. Αν είναι κανονική, τότε θα πληρώνεται αυτό που έχει συμφωνηθεί. Καλύπτεται έτσι το ΔΝΤ που έχει δυσοίωνες προβλέψεις και παράλληλα λένε στις αγορές ότι τους δίνουμε αυτό και αν δεν είναι αρκετό θα τους δοθεί και άλλο. Άρα οι αγορές ξέρουν πλέον ότι η Ελλάδα μπορεί να καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες μέχρι το 2050.
Ο κ. Τσακαλώτος όμως είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός για την «επόμενη μέρα» της οικονομίας. Σε πρώτη φάση παραδέχεται ότι σε ό,τι αφορά τη μεταμνημονιακή παρακολούθηση είναι προφανές ότι μερικές χώρες εμπιστεύονται την Ελλάδα λιγότερο και θα θέλανε κάποια conditionality (κάποιους όρους). Το πώς θα τηρούνται σε σχέση με το χρέος δεν έχει συζητηθεί ούτε και το πόσο αυστηροί θα είναι οι όροι. Μέχρι τώρα το βασικό που συζητιέται είναι να υπάρχει ένα πρόγραμμα μεταμνημονιακής παρακολούθησης (post programme surveyance) με κορμό τα προπαιτούμενα που ήδη έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς και δεν μπορούν να τελειώσουν για τεχνικούς λόγους είτε μέχρι το Eurogroup (21 Ιουνίου), είτε μέχρι τις 21 Αυγούστου, που τελειώνει το πρόγραμμα (π.χ. τομεάρχες στο Δημόσιο, Κτηματολόγιο, άδεια καζίνου που είναι προϋπόθεση για την ανταλλαγή μετοχών στο Ελληνικό κ.λ.π.).
Για πρώτη φορά λοιπόν ανώτατο κυβερνητικό στέλεχος παραδέχεται ότι η «καθαρή έξοδος» από το μνημόνιο δεν θα είναι τελικά και τόσο… καθαρή, αφού θα συνοδεύεται ουσιαστικά από ένα αυστηρό πλαίσιο εποπτείας, το οποίο θα περιλαμβάνει συγκεκριμένες δεσμεύσεις που θα αφορούν κυρίως τις «ουρές» του τρίτου μνημονίου. Και κάτι περισσότερο ξέρει ο κ. Τσακαλώτος, αφού έχει άμεση επαφή με τους δανειστές και ξέρει από πρώτο χέρι τις θέσεις τους. Την ίδια στιγμή, τα μηνύματα που έρχονται από την Ευρώπη υποδηλώνουν ότι η έξοδος από το μνημόνιο δεν θα είναι τελικά εύκολη υπόθεση.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα των ευρωπαϊκών ΜΜΕ, που φυσικά έχουν πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων (Βρυξέλλες, Φρανκφούρτη και Βερολίνο) και με δεδομένο ότι το χρέος έχει εκτιναχθεί στο 179,8% του ΑΕΠ από 126,7% του ΑΕΠ πριν την κρίση, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για το τέλος του «ελληνικού δράματος του χρέους». Το χρέος είναι υψηλότερο παρά ποτέ. Και τα πράγματα μπορεί να χειροτερέψουν. Στόχος της ελάφρυνσης είναι να αποτραπεί αυτό το ενδεχόμενο. Στις 27 Απριλίου, λοιπόν, το θέμα μπαίνει στην ατζέντα του Eurogroup. Οι τεχνικές προεργασίες βρίσκονται ήδη σε προχωρημένο στάδιο, ενώ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων υπάρχουν περίπου δέκα διαφορετικές προτάσεις που προβλέπουν, μεταξύ άλλων, παράταση της ωρίμανσης των δανείων, πάγωμα των επιτοκίων αλλά και σύνδεση της εξυπηρέτησης του χρέους με τους ρυθμούς ανάπτυξης.

Οι λεπτομέρειες και οι όροι
Για τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ το ότι η Ελλάδα θα λάβει ελάφρυνση του χρέους είναι σχεδόν βέβαιο. Αυτό που απομένει να διευκρινιστεί είναι οι λεπτομέρειες και οι όροι. Θεωρείται βέβαιο ότι η ελάφρυνση του χρέους θα συνοδεύεται από αυστηρούς ελέγχους. Με τον τρόπο αυτό οι πιστωτές θέλουν να διασφαλίσουν ότι η ελληνική κυβέρνηση θα παραμείνει σε μεταρρυθμιστική τροχιά και προσηλωμένη στη δημοσιονομική πειθαρχία. Αυτό όμως τσαλακώνει λίγο την προοπτική «καθαρής εξόδου» από το πρόγραμμα χωρίς νέες δεσμεύσεις. Και ο κ. Τσακαλώτος το γνωρίζει αυτό καλά. Καιρός είναι να το καταλάβουν και στο Μέγαρο Μαξίμου!
Τα σενάρια που «δίνουν και παίρνουν»
Από τις διάφορες αναλύσεις πάντως των ξένων επενδυτικών οίκων που βλέπουν το φως της δημοσιότητας προκύπτει το συμπέρασμα ότι μια «καθαρή έξοδος» από το μνημόνιο είναι η πιο πιθανή εξέλιξη. Πρόκειται στην ουσία για έναν όρο που σχεδιάστηκε για να αναφερθεί στον τρόπο με τον οποίο η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Κύπρος αποχώρησαν από τα δικά τους προγράμματα χωρίς κανέναν μηχανισμό παρακολούθησης και με πλήρη πρόσβαση στην αγορά. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ωστόσο, η παρακολούθηση μετά το πρόγραμμα αναμένεται ευρέως να είναι ενισχυμένη λόγω της πολύ μεγαλύτερης χρηματοδότησης που έχει λάβει από τον επίσημο τομέα. Έτσι, φαίνεται απίθανο η έξοδος της Ελλάδας να είναι τόσο «καθαρή», όπως τουλάχιστον επιθυμεί η κυβέρνηση.
Από εκεί και πέρα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα όσα είχε επισημάνει σε πρόσφατη ανάλυσή της η Eurasia Group. Πρόκειται ουσιαστικά για μία ακριβή περιγραφή όλου του παρασκηνίου γύρω από τις κρίσιμες διαπραγματεύσεις που διεξάγονται αυτή την περίοδο. Κατ’ αρχάς το σενάριο της ενισχυμένης πιστωτικής γραμμής υπό όρους (ECCL) φαίνεται να απομακρύνεται για διάφορους λόγους. Πρώτον, τόσο η Ελλάδα όσο και το Eurogroup (δηλαδή βασικά η Γερμανία) δεν θέλουν ECCL. Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί την προληπτική πιστωτική γραμμή ως de facto τέταρτο πρόγραμμα. Ο νέος Μεγάλος Συνασπισμός στο Βερολίνο δεν θα θέλει επίσης να δαπανήσει πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο για να εξασφαλίσει στήριξη σε μία ECCL, δεδομένου ότι η ισχυρή επιτροπή προϋπολογισμού προεδρεύεται τώρα από το λαϊκιστικό Alternative für Deutschland (AfD).
Η προληπτική πιστωτική γραμμή
Επιπλέον η προληπτική πιστωτική γραμμή μπορεί να αναβάλει και να αφαιρέσει από την ελάφρυνση του χρέους. Καθώς το Eurogroup έχει δεσμευτεί να εφαρμόσει κάποια ελάφρυνση του χρέους στο τέλος του προγράμματος, υπάρχει κίνδυνος τα βόρεια κράτη να ισχυριστούν ότι αυτό θα πρέπει να καθυστερήσει μέχρι την ολοκλήρωση του ECCL. Επιπλέον, εάν συμφωνηθεί μία πιστωτική γραμμή, είναι πιθανό το Eurogroup να προσπαθήσει να επανατοποθετήσει τα υπόλοιπα 27,4 δισ. ευρώ που έμειναν στον ESM στην ECCL. Αλλά αυτό θα αφαιρέσει από άλλα σχέδια που συζητούνται τη χρησιμοποίηση μέρους αυτών των κεφαλαίων για την αποπληρωμή του ΔΝΤ και άλλων ομολόγων με μικρότερο χρόνο λήξης και υψηλότερα επιτόκια, τα οποία ωριμάζουν αμέσως μετά την έξοδο της Ελλάδας από το πρόγραμμα.
Υπάρχει ωστόσο και το ζήτημα του ΔΝΤ. Προς το παρόν, το Ταμείο βρίσκεται επί του παρόντος σε μια «stand-by» συμφωνία (SBA) που δεν έχει ακόμη ενεργοποιήσει, αλλά η οποία θα λήξει τον Αύγουστο. Οι δύο προϋποθέσεις που θέλει το ΔΝΤ να εκπληρώσει είναι τα δικά του μεταρρυθμιστικά στάδια και η ελάφρυνση του χρέους. Πόσο εύκολο είναι να ενεργοποιηθεί τελικά το πρόγραμμα του ΔΝΤ; Θέματα έντονης διαφωνίας με τους Ευρωπαίους είναι η δημοσιονομική πολιτική, η ελάφρυνση του χρέους και η τροχιά του πρωτογενούς πλεονάσματος της χώρας μετά το πρόγραμμα.

Οι δεσμεύσεις για το πλεόνασμα
Η Ελλάδα, ως γνωστόν, έχει δεσμευτεί να διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ για τέσσερα χρόνια μετά το τέλος του προγράμματος έως το 2022. Μετά ο στόχος θα είναι στο 2% του ΑΕΠ, αλλά δεν έχει ακόμη συμφωνηθεί η μεταβατική πορεία προς τον στόχο αυτό. Παρά τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας, το ΔΝΤ συνεχίζει να αμφισβητεί πόσο βιώσιμοι είναι αυτοί οι στόχοι. Συγκεκριμένα, το ΔΝΤ που πιέζει η μείωση του αφορολόγητου, η οποία έχει προγραμματιστεί για το 2020, να έρθει το 2019, για να βεβαιωθεί ότι μπορούν να πιαστούν οι δημοσιονομικοί στόχοι της Ελλάδας. Ωστόσο, χωρίς αντισταθμιστικά μέτρα, αυτή η μείωση αγγίζει το 2% του ΑΕΠ και αυτή η απαίτηση του ΔΝΤ αυξάνει τον κίνδυνο μιας εσωτερικής πολιτικής κρίσης στη χώρα. Το ΔΝΤ επίσης πιέζει για την ελάφρυνση του χρέους ώστε να είναι αυτόματη, εμπροσθοβαρής και διαφανής. Θέλει επίσης να μην υπόκειται σε προϋποθέσεις.
Ορισμένα από αυτά τα επιχειρήματα είναι πιθανό να κερδηθούν, άλλα όχι. Για παράδειγμα, είναι πολύ πιθανό ότι κάποια εμπροσθοβαρής και άνευ όρων ελάφρυνση θα εφαρμοστεί όταν η Ελλάδα βγει από το πρόγραμμα. Αυτό θα συνεπάγεται με την παράταση των ωριμάνσεων των δανείων του EFSF, γνωστό ως «σταθμισμένη μέση διάρκεια λήξης», αν και δεν έχει επιτευχθεί ακόμη συμφωνία. Είναι επίσης πιθανό ότι κάποια χρήματα που απομένουν στον ESM θα χρησιμοποιηθούν για την αναδιάρθρωση δανείων του ΔΝΤ και των διμερών δανείων (GLF).
Επιπλέον συζητείται η γαλλική πρόταση για σύνδεση του χρέους με την οικονομική ανάπτυξη, με το ακριβές ποσό όμως είναι έντονα αμφισβητήσιμο. Το σίγουρο είναι πως κάποια ελάφρυνση του χρέους θα είναι συνδεδεμένη με πολιτικές μεταμνημονιακές δεσμεύσεις και θα είναι στο χέρι της ελληνικής κυβέρνησης να μην ανατρέψει τις μεταρρυθμίσεις που έχει προηγουμένως νομοθετήσει και εφαρμόσει. Αυτό το κομμάτι θα αφορά τα κέρδη των SMP και των ANFA που θα μπορούσαν να καταβληθούν σταδιακά στην Ελλάδα, υπό όρους και αυστηρή εποπτεία. Δεν είναι σίγουρο ότι το ΔΝΤ θα πειστεί από αυτές τις παρεμβάσεις.
Σε δύσκολη θέση
Και υπάρχει και το ζήτημα της Γερμανίας. Αυτή τη στιγμή, όσο και αν ακούγεται περίεργα, ο νέος Γερμανός υπουργός Οικονομικών είναι σε δύσκολη θέση. Από τη μια πλευρά πρέπει να τηρήσει διαφορετική στάση από τον Σόιμπλε σε ζητήματα ευρωπαϊκής πολιτικής. Αυτό περιμένει το SPD και αυτό περιμένει η Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, το ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους δεν είναι καθόλου δημοφιλές μέσα στη Γερμανία και τα υπόλοιπα κόμματα περιμένουν στη «γωνία». Η ακροβασία του Όλαφ Σολτς γίνεται ακόμη πιο δύσκολη επειδή η Χριστιανική Ένωση ζητά τη συμμετοχή του ΔΝΤ στη διάσωση της Αθήνας. Για την CDU/CSU το ΔΝΤ αποτελεί εγγύηση για να εφαρμόσει η Ελλάδα σκληρές μεταρρυθμίσεις ως αντάλλαγμα για τα δισεκατομμύρια στήριξης. Η ειρωνεία είναι ότι το ΔΝΤ είναι αυτό που ζητά ιδιαίτερα μεγάλη ελάφρυνση χρέους, την οποία αρνείται το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα. Δύσκολη η εξίσωση. Για τον λόγο αυτό και οι διαπραγματεύσεις είναι περισσότερο πολύπλοκες από όσο φαίνονται.