«Θολώνει» το εγχείρημα της «καθαρής εξόδου»

Το «μεγάλο παζάρι» μεταξύ των δανειστών για την αναδιάρθρωση του χρέους και οι σκέψεις για τμηματική υλοποίηση των προτεινόμενων παρεμβάσεων.

FRANKFURT AM MAIN, GERMANY - NOVEMBER 05: The giant Euro symbol stands illuminated outside the headquarters of the European Central Bank (ECB) on November 5, 2012 in Frankfurt, Germany. Analysts are predicting that ECB President Mario Draghi will announce in a press conference scheduled for November 8 that he will leave ECB interest rates unchanged despite continued weak economic data coming from many Eurozone economies.(Photo by Hannelore Foerster/Getty Images)

Στο πρόσφατο υπουργικό συμβούλιο ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας κατά την ομιλία του επανέλαβε για ακόμη μία φορά την πάγια θέση της κυβέρνησης ότι βασικός στόχος είναι η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος που με τη σειρά της θα οδηγήσει τον ερχόμενο Αύγουστο στην έξοδο της χώρας από τα μνημόνια. Αλήθεια και ποιος δεν θα ήθελε μία τέτοια εξέλιξη; Μόνο που, παρά το γεγονός ότι θέληση υπάρχει, η πραγματικότητα μάλλον είναι πιο περίπλοκη.

Αναλυτικότερα, ο Αλέξης Τσίπρας στην ομιλία του επεσήμανε μεταξύ άλλων ότι αυτή την περίοδο διεξάγονται εντατικές συζητήσεις με τους «θεσμούς» για μια σειρά από κρίσιμα θέματα που θα καθορίσουν το μεταμνημονιακό πλαίσιο. Μεταξύ αυτών είναι φυσικά το πλαίσιο εποπτείας της ελληνικής οικονομίας μετά το πρόγραμμα. Η κυβέρνηση, μέσω των στελεχών της αλλά και του ίδιου του πρωθυπουργού, όπου βρεθεί και όπου σταθεί υποστηρίζει ότι η συζήτηση περί προληπτικής γραμμής στήριξης είναι μια τελειωμένη υπόθεση.

Κατά το Μέγαρο Μαξίμου κανείς στην Ευρώπη σήμερα δεν συζητά το ενδεχόμενο προληπτικής γραμμής για την Ελλάδα και αυτό συμβαίνει τόσο για πολιτικούς όσο και για τεχνικούς λόγους. Άρα, αυτό που είναι αντικείμενο συζήτησης, πάντα με βάση τα όσα υποστηρίζει η κυβέρνηση, είναι μια καθαρή έξοδος που δεν θα συνοδεύεται από νέες δεσμεύσεις, που δεν θα συνοδεύεται από νέο μνημόνιο. Το δεύτερο κρίσιμο θέμα που απασχολεί τις διαπραγματεύσεις κυβέρνησης και δανειστών είναι φυσικά η αναδιάρθρωση του χρέους.

Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, οι τεχνικές συζητήσεις αναφορικά με την εξειδίκευση του πλαισίου που ορίζει ο λεγόμενος γαλλικός μηχανισμός συνεχίζονται. Με βάση τις αποφάσεις που έχουν ήδη παρθεί στόχος είναι να συγκεκριμενοποιηθεί ο μηχανισμός (η ρήτρα ανάπτυξης δηλαδή) για να γεφυρωθούν διαφορετικές εκτιμήσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων στο πρόγραμμα. Και κατά τα άλλα αναμένεται να προσδιοριστούν και να ποσοτικοποιηθούν και τα υπόλοιπα μέτρα για τη ρύθμιση του χρέους.

Αυτό πάντως που ξεκαθάρισε ο Αλέξης Τσίπρας είναι ότι η βασική και κύρια προϋπόθεση για να υπάρξει αίσια έκβαση σε όλες αυτές τις συζητήσεις είναι μία και μοναδική: Η ολοκλήρωση έγκαιρα της τέταρτης αξιολόγησης. Και σε αυτό έχει απόλυτο δίκιο ο πρωθυπουργός. Η έγκαιρη υλοποίηση όλων των προαπαιτούμενων της τέταρτης και τελευταίας αξιολόγησης του τρέχοντος προγράμματος είναι το «κλειδί» που θα ανοίξει όλες τις εξελίξεις στα φλέγοντα ζητήματα του χρέους και της μεταμνημονιακής εποπτείας. Το εγχείρημα αυτό πάντως δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς έχουν μείνει περίπου ογδόντα ημέρες για να κλείσει η αξιολόγηση και ήδη παρατηρούνται καθυστερήσεις σε πολλά από τα 88 προαπαιτούμενα.

Το παρασκήνιο και η «σαλαμοποίηση» των μέτρων

Ειδικά ως προς το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους, η διασφάλιση της βιωσιμότητάς του αποτελεί επιδίωξη υψηλής προτεραιότητας για την Ελλάδα, την οποία συμμερίζονται τόσο οι Ευρωπαίοι εταίροι όσο και το ΔΝΤ. Ωστόσο, ως προς τα αναγκαία μέτρα έχουν διατυπωθεί διαφορετικές εκτιμήσεις μεταξύ του ΔΝΤ και των Ευρωπαίων εταίρων στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, τις οποίες πρέπει να γεφυρώσουν πριν από τη λήξη του προγράμματος. Επιπλέον είναι κρίσιμης σημασίας για την ομαλή έξοδο από το πρόγραμμα να ανακοινωθούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα το συντομότερο δυνατόν.

Πρέπει λοιπόν να επιδιωχθεί η δημοσιοποίηση της έκθεσης βιωσιμότητας του χρέους και των πιθανών μεσοπρόθεσμων μέτρων στο διάστημα Απριλίου -Ιουνίου του 2018 ώστε να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των αγορών και να δρομολογηθεί η ομαλή έξοδος από το πρόγραμμα. Αυτό όμως προϋποθέτει την ομαλή και έγκαιρη κατάληξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών, δηλαδή να υπάρξει συμφωνία – πακέτο που θα περιλαμβάνει τα προαπαιτούμενα της τρέχουσας αξιολόγησης, το νέο αναπτυξιακό πρόγραμμα, την ελάφρυνση του χρέους και τη μεταμνημονιακή εποπτεία.

Οι διαρροές των σχεδίων

Ήδη πάντως έχουν αρχίσει και διαρρέονται κάποια προκαταρκτικά σχέδια των δανειστών σχετικά με τα μέτρα για το χρέος. Στο πλαίσιο αυτό είναι ενδεικτικό το δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας «Handelsblatt», που αποκαλύπτει έγγραφο από μια ομάδα εργασίας στο οποίο περιλαμβάνονται οι πρώτοι υπολογισμοί του ESM και της γαλλικής κυβέρνησης για τον περιβόητο μηχανισμό χρέους, που θα συνδέσει την ελάφρυνση του χρέους με την πορεία του ΑΕΠ έως το 2050. Ειδικότερα, η Γαλλία προτείνει να μειωθούν οι υποχρεώσεις αποπληρωμής του χρέους αν η ανάπτυξη (μέσος όρος 5ετίας) είναι χαμηλότερη από το 3,4%, ενώ αν μειωθεί κάτω από το 2,8%, τότε θα πρέπει να εξαιρεθεί από την αποπληρωμή δανείων.

Από την πλευρά του ο ESM προτείνει να μετράται η ετήσια ανάπτυξη και να καθοριστούν αποπληρωμές στο 1,5% του ΑΕΠ, αν η ανάπτυξη πέσει κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο, έναν χρόνο για παράδειγμα, κάτω από το 3,25%. Και οι δύο προτάσεις πάντως είναι αμφιλεγόμενες καθώς ορισμένες χώρες της Ευρωζώνης ζητούν η ελάφρυνση του χρέους να συνδέεται όχι μόνο με την ανάπτυξη αλλά και με τις μεταρρυθμίσεις. Από εκεί και πέρα, ο ESM και η Γαλλία υπέβαλαν προτάσεις που αφορούν την επέκταση των δανείων και του ανώτατου ορίου επιτοκίου.

Οι προτάσεις των Γάλλων

Σε ό,τι αφορά το εύρος των παρεμβάσεων στο χρέος, σύμφωνα με το μοντέλο του ESM, η διάρκεια του δεύτερου δανείου θα μπορούσε να παραταθεί κατά μέσο όρο 7 χρόνια, ενώ τόκοι ύψους 13 δισ. ευρώ θα μπορούσαν να μεταφερθούν χρονικά για 5 χρόνια. Οι προτάσεις των Γάλλων προχωρούν ακόμη περισσότερο και κάνουν λόγο για χρηματοδότηση του πακέτου παρεμβάσεων στο χρέος με 25 δισ. ευρώ για τη χρονική επέκταση των λήξεων κατά 12 έτη. Αυτό ωστόσο που πρέπει να συγκρατήσουμε από το δημοσίευμα της «Handelsblatt» είναι η αναφορά ότι τα μέτρα θα εφαρμοστούν εν μέρει μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος και θα υπάρχει δέσμευση για περαιτέρω ελάφρυνση, η οποία θα τεθεί αργότερα σε ισχύ.

Γιατί έχει σημασία αυτή η επισήμανση; Καταρχήν υπάρχει ζήτημα με την πλήρη, αν είναι δυνατόν, απορρόφηση του συνόλου του δανείου των 86 δισ. ευρώ του τρίτου προγράμματος από τον ESM. Ως γνωστόν υπάρχει ένα διαθέσιμο ποσό κοντά στα 27 δισ. ευρώ, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος στις 20 Αυγούστου. Μετά τη λήξη του προγράμματος, τα κεφάλαια αυτά δεν θα είναι διαθέσιμα. Υπάρχουν λοιπόν σκέψεις στον ESM να υπάρξει μία «σαλαμοποίηση» τρόπον τινά των μέτρων για το χρέος, ακριβώς για να μη χαθούν αυτά τα κεφάλαια.

Για να μη χαθούν τα κεφάλαια

Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Αν τα μέτρα για το χρέος χωριστούν σε δύο μέρη. Ειδικότερα, οι πιθανές χρήσεις του αδιάθετου ποσού είναι γνωστές, όπως η εξαγορά των δανείων του ΔΝΤ ύψους περίπου 11 δισ. ευρώ, η ενίσχυση του αποθέματος ρευστότητας με 10-11 δισ. ευρώ για να υποστηριχθεί η έξοδος στις αγορές μετά το τρίτο μνημόνιο, ή ακόμη και η αποπληρωμή ενός μέρους μέρος των διακρατικών υποχρεώσεων που αφορούν το δάνειο ύψους 52 δισ. ευρώ του πρώτου μνημονίου. Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά σχέδια των τεχνοκρατών του ESM, τα συγκεκριμένα μέτρα θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε πρώτη φάση μέχρι και τις 20 Αυγούστου, ακριβώς γιατί μέχρι τότε θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα αδιάθετα του προγράμματος. Τα υπόλοιπα μέτρα για το χρέος, όπως ο γαλλικός μηχανισμός, οι παρεμβάσεις στα επιτόκια και η σταδιακή επιστροφή των κερδών της ΕΚΤ από τα ελληνικά ομόλογα, θα εφαρμοστούν σε δεύτερη φάση μετά τη λήξη του προγράμματος.

Η έξοδος στις αγορές, το QE και η ΕΚΤ

Κακά τα ψέματα, η καθαρή έξοδος στις αγορές θα αντιστοιχεί σε μία «κανονικότητα» που αυτή τη στιγμή ισχύει για κάθε χώρα της Ευρωζώνης. Εντούτοις, τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα, όπως τουλάχιστον επιθυμεί να τα παρουσιάζει η κυβέρνηση και το οικονομικό της επιτελείο. Κατά πρώτον, η έξοδος στις αγορές για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών ναι μεν σηματοδοτεί την επιστροφή στην «κανονικότητα», αλλά θα επιφέρει και νέες επιβαρύνσεις γιατί τα επιτόκια δανεισμού αναπόφευκτα θα είναι υψηλότερα από αυτά του ESM.

Η διαφορά ανάμεσα στο κόστος δανεισμού θα μπορούσε να μεγαλώσει γιατί η εξέλιξη των όρων δανεισμού από τις αγορές εξαρτάται, ανάμεσα σε άλλα, από την εφαρμογή ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων και τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας. Οι αγορές είναι ευμετάβλητες, αλλάζουν στάση αν συμβεί οτιδήποτε εκτός κυβερνητικού ελέγχου αλλά επίσης εξαρτώνται και από τις διεθνείς εξελίξεις. Επομένως, η έξοδος στις αγορές έχει και τα θετικά και τα αρνητικά της. Πάντως, η έξοδος στις αγορές θα άνοιγε τον δρόμο για μια μεταγενέστερη μείωση των επιτοκίων δανεισμού του κράτους και των επιχειρήσεων. Υπάρχει όμως και ένα άλλο κρίσιμο θέμα, το οποίο σαφώς και δεν πρέπει να παραβλέψουμε. Όπως όλα δείχνουν μέχρι στιγμής, η λήξη του τρίτου προγράμματος και η έξοδος στις αγορές αναμένεται να συνδυαστεί με τη λήξη του QE, δηλαδή του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Μπορεί προς το παρόν τα μηνύματα από τη Φρανκφούρτη να είναι αντιφατικά, ωστόσο η τύχη του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης λίγο – πολύ είναι προδιαγεγραμμένη. Άλλωστε και η FED από την άλλη άκρη του Ατλαντικού όχι μόνο έχει σταματήσει το δικό της πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, αλλά έχει ήδη ανακοινώσει την έναρξη της διαδικασίας απόσυρσης των κεφαλαίων της από επενδύσεις σε ιδιωτικό και δημόσιο χρέος.

Το πρώτο σήμα

Το πρώτο σήμα η ΕΚΤ το έδωσε και αυτή όταν σταμάτησε να παρέχει τη δέσμευση πως θα αυξήσει στο μέλλον το ρυθμό αγορών τίτλων, στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης. Σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις το Ευρωσύστημα θα επανεπενδύει τα ποσά από την εξόφληση τίτλων αποκτηθέντων στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού κατά τη λήξη τους για παρατεταμένη χρονική περίοδο μετά την ολοκλήρωση των καθαρών αγορών στοιχείων ενεργητικού και πάντως για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο.

Αν τελικά η έξοδος της χώρας μας από τα μνημόνια συνοδευτεί από τη λήξη του QE, τότε στις διεθνείς αγορές θα έχει διαμορφωθεί ένα σκηνικό πολύ διαφορετικό. Μέχρι πρόσφατα, τα χρηματιστήρια και οι αγορές ομολόγων λειτουργούσαν σε καθεστώς άφθονης και φθηνής ρευστότητας, που παρείχαν οι κεντρικές τράπεζες. Τώρα όμως η έστω σταδιακή απόσυρση αυτής της πλεονάζουσας ρευστότητας είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές, εφόσον η νομισματική χαλάρωση λαμβάνει τέλος. Αυτό θα επηρεάσει το κόστος δανεισμού με άμεσες επιπτώσεις και στη χώρα μας.

Και κάπως έτσι αποδεικνύεται το πόσο λανθασμένη ήταν παλαιότερη δήλωση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα ότι η ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση (QE) δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο στις αγορές. Αλλά η κυβέρνηση, μέχρι τουλάχιστον και τα μέσα του 2017 , είχε κάνει σημαία της την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης για να επιτύχει τον ίδιο στόχο. Και φυσικά υπάρχουν ευθύνες γιατί δεν κατάφερε να εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αποστερώντας από την ελληνική οικονομία τη ρευστότητα που τόσο χρειάζεται για την ανάκαμψή της. Διότι η ένταξη στο QE θα επανομιμοποιούσε την Ελλάδα στις διεθνείς αγορές. Θα ήταν ένα πιστοποιητικό επανόδου κατά κάποιο τρόπο στα δρώμενα των διεθνών αγορών που θα προσπορίσει κάποια οφέλη όταν αρχίσει η Ελλάδα να βγαίνει στην αγορά, γιατί έτσι θα βγει με καλύτερους όρους.

Σημαντική εγγύηση

Αν, λοιπόν, η ΕΚΤ είχε συμπεριλάβει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων, τότε, όπως εκτιμούν παράγοντες της αγοράς, το κόστος δανεισμού θα μπορούσε να υποχωρήσει δραστικά επιτρέποντας την επιστροφή στις αγορές. Η ΕΚΤ με τις αγορές ομολόγων θα ήταν μια σημαντική εγγύηση, ένα στήριγμα για τους επενδυτές σε περίπτωση που επιδεινωνόταν ξανά η κατάσταση στην Ελλάδα. Ένα σήμα της ΕΚΤ ότι θα αγοράσει ελληνικά ομόλογα θα ήταν σίγουρα ένας καταλύτης που θα έριχνε τις αποδόσεις

Η συμμετοχή της Ελλάδας εγκαίρως στο πρόγραμμα θα αποτελούσε τη μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχεία αποκλιμάκωση των διαφορικών αποδόσεων των ελληνικών κυβερνητικών ομολόγων επιτρέποντας ενδεχομένως νωρίτερα τη σταδιακή πρόσβαση στις διεθνείς χρηματοοικονομικές αγορές. Επιπλέον, αν η Ελλάδα συμμετείχε από το 2015 στο QE, θα συνέβαλε στην ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας. Είχε υπολογιστεί συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 2015 ότι το ποσό των ελληνικών χρεογράφων που θα μπορούσε να αγοράσει η ΕΚΤ σε ένα δυνητικό πρόγραμμα ύψους 500 δισ. ευρώ θα μπορούσαν να ανέλθει σε 10,166  δισ. ευρώ. Σε κάποιους το ποσό αυτό μπορεί να είχε θεωρηθεί μικρό. Αλλά, για σκεφτείτε, τα είχαμε και χθες αυτά τα επιπλέον 10 δισ. ευρώ; Τέλος πάντων, σε κάθε περίπτωση όλα αυτά χάθηκαν.