Μάνος Στεφανίδης “Ο εξπρεσιονισμός είναι πάντα επίκαιρος”

Γ. Μήλιος, Στ. Ιωάννου, Κ. Μορταράκος, Γ. Αντωνόπουλος: Το έργο τεσσάρων ιστορικών προσωπικοτήτων της σύγχρονης ζωγραφικής μας στην Πινακοθήκη Βογιατζόγλου

 

Γράφει ο Μάνος Στεφανίδης,  αναπλ. καθηγητής του ΕΚΠΑ

Με την παρούσα έκθεση «Ασκήσεις αυτογνωσίας», η Πινακοθήκη Βογιατζόγλου επιχειρεί, μέσα από το έργο τεσσάρων ιστορικών προσωπικοτήτων της σύγχρονης ζωγραφικής μας, να περιγράψει ιστορικά ένα ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο έκφρασης. Να καλύψει την περίοδο των τελευταίων τριάντα χρόνων, τα επιτεύγματα στοn χώρο του τελάρου και της εικαστικής έκφρασης με επίκεντρο τις προτάσεις τεσσάρων κορυφαίων ζωγράφων.

Δειγματοληπτικά μεν, έγκυρα δε. Επειδή όσο περνάει ο καιρός και όσο η σοβούσα κρίση μάς ωθεί σε ασκήσεις αυτογνωσίας, τόσο αυτή η έκφραση που για λόγους συνεννόησης ονομάζουμε εξπρεσιονισμό θα κατοχυρώνει, πάρα τις οιμωγές των χαζοχαρούμενων της τέχνης, την ιστορικά καθοριστική παρουσία της.

Αρχαιότερος όλων ο Γιώργος Μήλιος, γεννημένος το 1935, ζωγράφος και χαράκτης, δάσκαλος στο Μετσόβιο, στη Σχολή Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης και στην ΑΣΚΤ, αληθινός μύθος για τους νεότερους καλλιτέχνες, μαθητές του ή μη. Ίχνη, γραφές, βιομορφικά θέματα, μνήμες από μιαν αλφαβήτα που γράφτηκε πολύ παλιά αλλά και σύγχρονοι κώδικες που καταλήγουν όχι σε επικοινωνία αλλά σε ποιητικούς υπαινιγμούς, αυτά είναι τα υλικά του.

Για να ακολουθήσει ο Σταύρος Ιωάννου με τις βαθυπράσινες και μπλε φόρμες που τις ελαφραίνουν τα ροζ και τα κίτρινα, σαν ανάσες μετά από μια κραυγή. Και τέλος ο Κυριάκος Μορταράκος, ομότιμος καθηγητής πια της Σχολής Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης και ο αχώριστος φίλος του Γιάννης Αντωνόπουλος, γεννημένοι και οι δύο το 1948, δίνουν τώρα την πιο έγκυρη εικαστικά και βαρύνουσα αισθητικά πρότασή τους.

Κοινός τόπος…

Κοινός τόπος πως η τέχνη είναι εκείνο το ψέμα που πάντως μπορεί να υπερασπιστεί τη μόνη υπαρκτή αλήθεια για τους ανθρώπους. Κοινός τόπος, επίσης, πως «γνώση» είναι ο κομψός τρόπος με τον οποίο συνήθως οι ευφυείς άνθρωποι καλύπτουν την υπαρξιακή, την ακατάλυτή τους άγνοια.

Εν αρχή, εξάπαντος, των πάντων ην το δράμα των εικόνων που έκρυβαν λέξεις και το δράμα των λέξεων που αποκάλυπταν εικόνες. Εικόνες που με τη σειρά τους αναζητούσαν, διαρκώς, καινούργια νοήματα, ανέσυραν νέες εκφραστικές δυνατότητες: αρχαίες λέξεις που ξαναζούν μεταμορφωμένες, αρχαίες εικόνες που φανερώνονται μαγικά για ν’ αφηγηθούν το ίδιο, το προκατακλυσμιαίο παραμύθι του κόσμου από την αρχή. Έπειτα η πρωταρχική εικόνα, το πρόσωπο του μαγεμένου Νάρκισσου που καθρεφτίζεται στο αρυτίδωτο νερό, έδωσε τον πρώτο «πίνακα», μια φωτεινή, φευγαλέα αντανάκλαση του εφήμερου πάνω στο διαρκές, σαν το περίγραμμα μιας σκιάς πάνω στον τοίχο.

Στη συνέχεια υπήρξε ο μύθος (ή μήπως η ιστορία;) εκείνου του προσώπου που δεν έπρεπε να ιδωθεί, μέσα στο έρεβος, αν ήθελε να ξαναζήσει. Να ξεφύγει απ’ το βασίλειο των σκιών. Μόνος οδηγός η Μουσική που έπαιζε κάποιος απελπισμένος του έρωτα για να σώσει τη πολύκλαυστη Ευρυδίκη του. Ήδη έχουν μαζευτεί πάρα πολλά στοιχεία ή σύμβολα ώστε να συγκροτηθεί επαρκής λόγος: πρόκειται για εκείνες τις εικόνες, τα λόγια, τους ήχους ή τα τραύματα που μαλακώνουν αποκλειστικά με τη χρήση εικόνων, λόγων ή ήχων.

Κυρίως όμως γεννήθηκε απ’ όλα αυτά ο πιο βαρυσήμαντος έκτοτε συμβολισμός της τέχνης: πως, δηλαδή, η ίδια μπορεί να μη νικάει τον θάνατο, αλλά αποτελεί τη μόνη μορφή αθανασίας που εμείς οι άνθρωποι δικαιούμαστε (αλλά και αντέχουμε).

Εξπρεσιονιστική Αφαίρεση

Η κατάκτηση της αφηρημένης φόρμας στη ζωγραφική γλώσσα απετέλεσε το μεγαλύτερο επίτευγμα της εικαστικής εξέλιξης μετά τον ιλουζιονισμό και τις απαστράπτουσες όσο και κατασκευασμένες «πραγματικότητες» της Αναγέννησης. Ως τώρα η εικόνα αντανακλούσε με ποικίλους τρόπους (οι διάφοροι –ισμοί της τέχνης) τον κόσμο. Διαπραγματευόταν με πάθος ή νηφαλιότητα (οι ποικίλοι ρομαντισμοί ή κλασικισμοί) την επιφάνεια αυτού του κόσμου. Απεικόνιζε το δέρμα του αναπολώντας την ψυχή του.

Στην περιορισμένη επιφάνεια ενός καμβά να χωρέσουν όλα όσα έβλεπε το μάτι του ζωγράφου ή άντεχε η διάνοιά του. Ολόκληρο το βασίλειο της αισθητηριακής πραγματικότητας με το καβαλέτο. Στον ρόλο του δαιμονικού όσο και απελπισμένο Ριχάρδου Γ’ εκείνος ο καλλιτέχνης που φιλοδοξούσε κάθε φορά να πάρει στις πλάτες του τις ανάγκες μιας ολόκληρής εποχής, π.χ. ο Caravaggio, ο Velásquez ή ο Delacroix. Αλλά και ο Rothko, ο De Kooning, ο Miró, ο Klee ή ο Bacon.

Με την εξπρεσιονιστική Αφαίρεση, που είναι η εξέλιξη της βίαιης, γραφιστικής χειρονομίας, η επιφάνεια γίνεται βάθος και η αντανάκλαση ή ο αντικατοπτρισμός καταβύθιση. Οι εικόνες δεν είναι πια κάπου εκεί έξω, αλλά εδώ μέσα μας, βαθιά. Οι εικόνες δεν συγκροτούν πλέον μιαν αφήγηση απλώς, αλλά ένα παραλήρημα, μιαν ενέργεια, ένα βιοψυχογράφημα. Είναι μια διαδικασία και όχι ένα αποτέλεσμα. Είναι το αόρατο που αγωνίζεται και αγωνιά να καταστεί ορατό, χωρίς όμως να απολέσει το οντολογικό του μυστήριο. Όχι ένα συμβάν, αλλά ένα γίγνεσθαι. Ένα διαρκώς ανανεούμενο σημαίνον (τι να μας πουν τώρα τα σημαινόμενα!)

Πώς προέκυψε

Η αφηρημένη τέχνη πρόκυψε, βέβαια, από την αναλυτική διαδικασία του Cézanne ως προς τα οπτικά φαινόμενα και τη νοητική λειτουργία της όρασης, αλλά και από τους κώδικες του κυβισμού, του σουπρεματισμού και του κονστρουκτιβισμού που αναδύθηκαν και ευδοκίμησαν κατά το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνα. Έχει προδρόμους της τις Improvisations του Kandinsky όπως και την αργή ωρίμανση των Nymphéas του Monet που εξελίσσονται από τη γοητευτική αναπαράσταση ως την καθαρή ενέργεια.

Ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός, πάντως, μεγαλούργησε με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κυριαρχώντας σε κάθε μορφή πρωτοπορίας αλλά και ενίοτε ακαδημαϊσμού. Εμφανίζεται σαν μια εκτονωτική, απελευθερωτική διαδικασία που απαλλάσσει τον δημιουργό από όλες τις παρεμβάσεις του παρελθόντος, εγχειρίζοντάς του εκείνη την ελευθερία που δρα πέρα από τα όρια, συχνά ερήμην των ορίων. Η Αφαίρεση είναι μια Θεολογία χωρίς Θεό, μια φαινομενολογία χωρίς ρασιοναλισμό. Η απεικόνιση, όχι του αόρατου αλλά του ανίδωτου ή όπως θα το έλεγε ο Ν. Καρούζος «να παγιδεύεις το αόρατο στην ορατότητα».

Ο ζωγράφος του abstrait μοιάζει με τον τυφλωμένο Οιδίποδα: Δεν χρειάζεται να βλέπει, επειδή ξέρει.

Info

Πινακοθήκη Γιώργου Βογιατζόγλου.

Έκθεση: ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ.

Διάρκεια έκθεσης: 19 Μαρτίου έως 12 Μαΐου 2018.

Ώρες λειτουργίας: Πέμ.-Παρ. 11 π.μ.-7 μ.μ., Σάβ. 11 π.μ.-3μ.μ.

(Η Πινακοθήκη θα είναι κλειστή τη Μεγάλη Εβδομάδα.)

Ελ. Βενιζέλου 63, Νέα Ιωνία, Τηλ.: 2102710472, [email protected]