Το «μαξιλάρι», η «καθαρή» έξοδος και το ΔΝΤ

Γιατί οι «θεσμοί» θέλουν η Ελλάδα να γίνει «ιδιοκτήτρια» του προγράμματος

Του Βασίλη Τσεκούρα

Τις τελευταίες εβδομάδες υπάρχει μια σκληρή διαπραγμάτευση που βρίσκεται στο… παρασκήνιο των λοιπών εξελίξεων που αποτυπώνουν καθημερινά τα μέσα ενημέρωσης της χώρας μας. Πίσω από το Σκοπιανό και το θέμα της Τουρκίας, υπάρχει και το θέμα της οικονομίας. Και μάλιστα η επόμενη ημέρα της χώρας. Αξιολόγηση, χρέος, έξοδος από το πρόγραμμα, τράπεζες και στο βάθος η μεταμνημονιακή εποχή.

Το «clean exit» και η σκληρή προετοιμασία

Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν ενταθεί οι επαφές για να πέσει η αυλαία των πολυετών προγραμμάτων στην Ελλάδα. Άλλωστε, η χώρα μας είναι η μοναδική χώρα της Ευρωζώνης που βρίσκεται σε κάποιο πρόγραμμα. Φαίνεται, πάντως, πως οι ευρωπαϊκοί θεσμοί (πλην της ΕΚΤ) προωθούν την «καθαρή» έξοδο από το μνημόνιο, χωρίς δηλαδή να υπάρξει κάποιο προληπτικό πρόγραμμα. «Καθαρή» έξοδος, όμως, σημαίνει και λεφτά… στην άκρη. Δηλαδή, να φτιαχτεί ένα ικανό «μαξιλάρι» ασφαλείας που να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμο όταν η χώρα μας θα βγει αυτόνομα και χωρίς καμμία στήριξη στις διεθνείς αγορές. Οι ξένοι επενδυτές και όσοι προτίθενται να αγοράσουν στο μέλλον ελληνικό χρέος θέλουν να ξέρουν ότι η χώρα δεν θα αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα.

Το «κούρεμα» του… «μαξιλαριού»

Προ εβδομάδων είχε ακουστεί ότι η κυβέρνηση ήθελε να δημιουργήσει ένα… ταμείο που να άγγιζε ακόμα και τα 19 δισ. ευρώ. Ένα ποσό αρκετά υψηλό που θα καθησύχαζε τις αγορές μετά το καλοκαίρι. Πλέον φαίνεται πως αυτό το «μαξιλάρι» μειώθηκε στα 9 – 14 δισ. ευρώ. Αυτό φάνηκε από ανώτατες ευρωπαϊκές πηγές που έδωσαν τον δικό τους… χρησμό από το οικονομικό φόρουμ των Δελφών.

«Αναλάβετε την ιδιοκτησία του προγράμματος»

Πολλές φορές στο παρελθόν οι «θεσμοί» έχουν ζητήσει από την Ελλάδα να γίνει η ιδιοκτήτρια του προγράμματος. Αυτή η παρότρυνση είχε ερμηνευτεί ως μια προσπάθεια των δανειστών είτε να αποποιηθούν τις δικές τους ευθύνες (που ναι μεν υπάρχουν αλλά τα μνημόνια τα έχει υπογράψει η Ελλάδα) είτε να δεσμευτεί η χώρα ότι θα συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις. Όχι γενικόλογα. Και εκεί είναι η ουσία. Οι «θεσμοί» ανησυχούν μήπως η έξοδος της Ελλάδας από τα μνημόνια θα σημάνει και γενικότερες αλλαγές. Μην υπάρξει, δηλαδή, κάποιος νόμος ή κάποια άλλη… εσωτερική παρέμβαση που θα ακυρώσει διατάξεις, νόμους, αποφάσεις και μεταρρυθμίσεις που ήρθαν μέσα στην κρίση και ήταν προαπαιτούμενα σε κάποια από τις τρεις δανειακές συμβάσεις. Δεν αποκλείεται, δηλαδή, πριν λήξει το πρόγραμμα το ερχόμενο καλοκαίρι να ζητήσουν να περάσει ένας νόμος που θα δεσμεύσει τη χώρα ότι δεν θα αμφισβητήσει καμμία μεταρρύθμιση των μνημονίων.

Η αποχώρηση του Ταμείου από το πρόγραμμα

Αυτό που μένει να δούμε είναι το τι θα πράξει το ΔΝΤ. Εδώ και καιρό τηρεί σιγήν ιχθύος για την Ελλάδα. Μάλιστα, τελευταία έχουν εκλείψει οι παρεμβάσεις για το ελληνικό πρόγραμμα. Προφανώς, θέλει να δει τι θα αποφασίσουν οι Ευρωπαίοι για το θέμα του χρέους, που είναι το βασικό προαπαιτούμενο του Ταμείου για να ξαναμπεί στο πρόγραμμα. Το ερώτημα είναι, όμως, κάτι άλλο: πώς είναι δυνατόν να συζητείται ακόμα το ενδεχόμενο εισόδου του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, την ώρα που οι Ευρωπαίοι συζητούν με την Ελλάδα τη δική τους «έξοδο». Ακόμα και αν το Ταμείο επιβεβαιώσει την πρόθεσή του να μπει με ένα συμβολικό ποσό (2-3 δισ. ευρώ), ποιος θα συμφωνήσει με την είσοδό του όταν πλέον όταν τελειώνουν όλα; Οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν στο περιθώριο της Εαρινής Συνόδου του ΔΝΤ στις 20 Απριλίου στην Ουάσιγκτον. Εκεί η Κριστίν Λαγκάρντ θα συναντήσει και Έλληνες αξιωματούχους. Μπορεί κάποια θέματα να μας είχαν… «λείψει» σαν ειδήσεις, ωστόσο παραμένουν στο τραπέζι. Η ελληνική πλευρά θέλει να έχει το Ταμείο στη συζήτηση για το χρέος, αφού θεωρεί ότι θα έχει έναν ισχυρό σύμμαχο στο τραπέζι, από την άλλη όμως δεν το θέλει να ξαναμπεί έστω και για λίγους μήνες σε κάποιο πρόγραμμα. Ήδη, στο πλαίσιο των τεχνικών συζητήσεων για το χρέος συζητείται και η πρόωρη αποπληρωμή των δανείων που έχει χορηγήσει το ΔΝΤ στην Ελλάδα. Τα χρήματα, φυσικά, δεν τα διαθέτει η Ελλάδα. Θα τα δώσει ο ESM από τα αδιάθετα χρήματα του τρίτου μνημονίου. Η τρίτη δανειακή σύμβαση ήταν 86 δισ. ευρώ. Εκτιμάται ότι θα μείνουν αδιάθετα περίπου 30 δισ. ευρώ.