Τι «δείχνουν» οι εκδόσεις τραπεζικών ομολόγων

Η επιτυχία της έκδοσης του ομολόγου μειωμένης εξασφάλισης της Alpha Bank την περασμένη εβδομάδα έδειξε ότι οι ξένοι επενδυτές πείθονται για την ευρύτερη σταδιακή εξομάλυνση της ελληνικής οικονομίας αλλά και για την προωθούμενη εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών.

Αυτό επισημαίνουν διαχειριστές κεφαλαίων διεθνούς επενδυτικής εταιρείας με έδρα τη Γενεύη οι οποίοι παρακολουθούν τα ελληνικά πράγματα τα τελευταία χρόνια και όπως λένε, η συγκυρία των χαμηλών έως μηδενικών επιτοκίων που επικρατεί στην ευρωζώνη αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία για να αντλήσουν κεφάλαια οι ελληνικές τράπεζες και άλλες επιχειρήσεις, αφού οι επενδυτές «διψούν» για αποδόσεις.

Τα στοιχεία πάντως από την αγορά ομολόγων δείχνουν ότι η πορεία θα είναι σταδιακή και θα χρειαστεί χρόνος, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι αντίστοιχες εκδόσεις ομολόγων άλλων τραπεζών της ευρωζώνης έχουν αρκετά χαμηλότερες αποδόσεις.

Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg, αντίστοιχα ομόλογα της ισπανικής Banco Sandanter έχουν απόδοση 0,80%, της ιταλικής Intesa San Paolo κινούνται στο 1,40%, ενώ εκείνα της Deutsche Bank, που έχει τα υψηλότερα επιτόκια από τις γερμανικές, κινούνται στο 1,5%.

Η έκδοση της Alpha Bank είχε στόχο την άντληση 500 εκατ ευρώ, ενώ εκδηλώθηκαν προσφορές για πάνω από 5,1 δισ. ευρώ και το επιτόκιο της έκδοσης διαμορφώθηκε στο 4,25%, αρκετά χαμηλότερο από την αρχική εκτίμηση του 5-25%, γεγονός ενδεικτικό του μεγάλου ενδιαφέροντος. Το επιτόκιο είναι αρκετά χαμηλότερο από αντίστοιχες εκδόσεις που είχαν γίνει προ μηνών, ενώ στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και άλλες ελληνικές τράπεζες.

Όπως σημείωναν διαχειριστές κεφαλαίων διεθνούς επενδυτικής εταιρείας με έδρα τη Γενεύη, η Ελλάδα έχει πλέον μπει στα επενδυτικά χαρτοφυλάκια, τα οποία όμως «ζητούν» αποδόσεις της τάξης του 4%, υψηλές σε σχέση με το γενικό επίπεδο επιτοκίων.

«Η στάθμιση στα χαρτοφυλάκιά μας για τις ελληνικές αξίες -εξηγούν τα ίδια στελέχη- δεν υπερβαίνει το 5% του συνόλου, γεγονός που αποτελεί μεγάλη πρόοδο καθώς μέχρι πρότινος υπήρχε «απαγορευτικό» για την Ελλάδα, λόγω υψηλού ρίσκου».

Οι ίδιες πηγές εκτιμούσαν ότι στο βαθμό που η «εξομάλυνση» της ελληνικής αγοράς και το «turnaround story» θα επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα, το ενδιαφέρον για Ελλάδα, θα αυξάνεται μαζί με τις επενδύσεις, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Εάν δεν υπήρχε μια επιφύλαξη λόγω “αδράνειας” από όσα είχαν συμβεί τα τελευταία χρόνια, τα χαρτοφυλάκιά μας θα είχαν πολύ περισσότερη Ελλάδα. Στο παρελθόν είχαμε φτάσει και στο 20-25%, κάτι που μπορεί να ξαναδούμε το επόμενο διάστημα».