Βασιλική Σουλαδάκη: Γυναίκες, πολιτική και αγορά εργασίας

Δύο αιώνες πριν η Μέρι Γουόλστονκραφτ, συγγραφέας, φιλόσοφος και υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών συνέγραψε ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλία της ανθρωπότητας «Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της γυναίκας».

Το βιβλίο διατύπωσε ουσιαστικά αυτό που σήμερα ονομάζουμε ισότητα κα φεμινισμό.

Ακολούθησε το μνημειώδες πόνημα του Τζον Στιούαρτ Μιλ «για την υποτέλεια των γυναικών» που το εμπνεύστηκε από τη σύζυγό του, ένα φεμινιστικό μανιφέστο, πριν ο όρος «φεμινισμός» αναδυθεί σε κοινή χρήση: µια ένθερμη διακήρυξη υπέρ της πλήρους νομικής ισότητας των γυναικών, την εποχή που ο πρόδρομος του σύγχρονου φεμινισμού, το κίνημα υπέρ του δικαιώματος ψήφου των γυναικών έκανε τα πρώτα του βήματα, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Βρετανία.

Αν και η χώρα μας είχε υπογράψει από το 1945 τη Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών, όπου προβλεπόταν η πολιτική ισότητα γυναικών και ανδρών, όπως και την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το 1948, ενώ το 1950 υπέγραψε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που θα ίσχυε από τον Σεπτέμβριο του 1953, η πλήρης κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών, πήρε σάρκα και οστά το 1952, με τον Νόμο 2159, που ψηφίστηκε στις 7 Ιουνίου, και προέβλεπε την υποχρεωτική εγγραφή των Ελληνίδων άνω των είκοσι ενός ετών στους εκλογικούς καταλόγους και την παροχή του δικαιώματος της ψήφου στις βουλευτικές εκλογές με ίδιους όρους με τους άνδρες.

Από τότε υπήρξε μια αλματώδης αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην πολιτική αλλά και συνεχών διεκδικήσεων τόσον όσον αφορά τη συμμετοχή τους στα κέντρα λήψης αποφάσεων όσο και στη συμμέτοχή τους στην αγορά εργασίας.

Ωστόσο η διεύρυνση της δημοκρατίας, αποτελεί και αφορμή για προβληματισμό σε σχέση για τη συνεχιζόμενη μειωμένη σε σχέση με τους άνδρες παρουσία γυναικών στις δομές λήψης πολιτικών αποφάσεων, καθώς και σχετικά με τη γενικότερη μειωμένη πολιτική συμμετοχή των γυναικών που φυσικά δεν αποτελεί ελληνική ιδιομορφία αν και στη χώρα μας είναι ιδιαίτερα έντονη σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Πολλά στοιχεία τεκμηριώνουν τον διεθνή χαρακτήρα της μειωμένης συμμετοχής γυναικών στις δομές λήψης πολιτικών αποφάσεων και παραπέμπει στους πολλαπλούς δομικούς και ιδεολογικούς αποκλεισμούς των γυναικών, καθώς και στα διαφοροποιημένα πρότυπα ζωής ανάλογα με το φύλο.

Στην ετήσια έκθεσή του για την ισότητα στον κόσμο το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ σημειώνει ότι σύμφωνα με τους τρέχοντες ρυθμούς θα χρειαστούν 257 χρόνια προκειμένου να υπάρξει ισότητα στον εργασιακό τομέα.

H Eλλάδα βρίσκεται στο νούμερο 84 για το 2020, σε σύνολο 153 χωρών, ενώ στην αντίστοιχη καταμέτρηση το 2006, βρισκόταν στο νούμερο 69. Ωστόσο στις περισσότερες χώρες η δημόσια συζήτηση σχετικά με την ισότητα των φύλων επικεντρώνεται κυρίως στην πρόσβαση των γυναικών σε ανώτερες θέσεις και τις ευκαιρίες όσον αφορά θέσης ευθύνης και καριέρες υψηλών προδιαγραφών. Αλλά αυτό συνιστά μόνο ένα μέρος του προβλήματος και μάλιστα μικρό. Το μεγαλύτερο πρόβλημα και ερώτημα είναι αν οι γυναίκες έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με τους άνδρες να συμμετέχουν στην αγορά εργασίας εξαρχής.

Η απάντηση είναι όχι. Σε όλο τον κόσμο ο αριθμός των γυναικών στο εργατικό δυναμικό εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλότερος από εκείνος των ανδρών. Μόνο το ήμισυ περίπου των γυναικών σε ηλικία εργασίας απασχολούνται κάπου. Οι γυναίκες συνεχίζουν να αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος της μη αμειβόμενης εργασίας. Συνεχίζουν να αμείβονται λιγότερο από τους άνδρες για τις ίδιες θέσεις εργασίας, ακόμη και σε χώρες του ΟΟΣΑ, όπου η μέση μισθολογική διαφορά μεταξύ των φύλων είναι περίπου 16%. Και σε πολλές χώρες οι στρεβλώσεις και οι διακρίσεις στην αγορά εργασίας περιορίζουν τις πιθανότητες των γυναικών για ίση αμοιβή.

Οι γυναίκες είναι περισσότερο ευάλωτες

Στην Ελλάδα οι γυναίκες σήμερα είναι περισσότερο ευάλωτες στη φτώχεια και την ανεργία. Στις γυναίκες, το ποσοστό ανεργίας (20,7% τον Αύγουστο του 2019 από 23,6% τον Αύγουστο του 2018) παραμένει σημαντικά υψηλότερο από εκείνο στους άνδρες (13,6% από 15,1%). Οι γυναίκες είναι, κατά μέσο όρο, περισσότερο ευάλωτες στη φτώχεια από ό,τι οι άνδρες, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για μητέρες που μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους, για μετανάστριες ή για γυναίκες με αναπηρίες. Η καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού των γυναικών αποτελεί ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Όταν παγκοσμίως πλέον γίνεται μια μεγάλη συζήτηση για τον συνδυασμό δεξιοτήτων και τεχνολογίας που θα καθορίσουν κατά πόσο η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση θα μπορέσει τα αξιοποιήσει σωστά προκειμένου να επιταχυνθεί και να επιτευχθεί ο στόχος μιας βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης με αναρίθμητα οφέλη για την κοινωνία, είναι αδιανόητο το ήμισυ του πληθυσμού που κατέχει δεξιότητες να μην έχει τις ίδιες δυνατότητες στην πρόσβαση της αγοράς εργασίας. Οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού και είναι αυτονόητο ότι πρέπει να έχουν ισότιμη πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση, κερδίζοντας δύναμη και στην πολιτική εκπροσώπηση.

Ισότητα και ισότιμη συμμετοχή

Η ισότητα των φύλων είναι μια βασική αρχή της προοδευτικής πολιτικής και ιστορικά κεντρικός άξονας πολιτικής όλων όσων ανήκουμε στον προοδευτικό χώρο. Η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική εξακολουθεί να είναι μία από τις μεγαλύτερες αξιώσεις για τους προοδευτικούς, γιατί πιστεύουμε ότι είναι μέσα από την πολιτική μπορούμε να αλλάξουμε τις κοινωνίες. Η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων είναι το κλειδί για τη χρηστή διακυβέρνηση. Χρειαζόμαστε περισσότερες γυναίκες γιατί μαζί με τους άνδρες μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν πιο δίκαιο κόσμο, με βιώσιμη ανάπτυξη και καλύτερα ποιότητα ζωής για όλους.