Goldman Sachs: Επιφυλακτική για τις ελληνικές τράπεζες

Προς τα κάτω αναθεωρεί τις τιμές – στόχους των ελληνικών τραπεζών η Goldman Sachs, επισημαίνοντας ότι αν και οι μετοχές τους είναι εκείνες με τις καλύτερες επιδόσεις στην Ευρώπη από τον Ιανουάριο του 2019, η πορεία τους στο εξής βρίσκεται ενώπιον της μεγάλης πρόκλησης σε ό,τι αφορά τη μείωση των κόκκινων δανείων.

Όπως εκτιμά η αμερικανική επενδυτική τράπεζα, οι τιμές των τραπεζικών μετοχών διαπραγματεύονται ουσιαστικά σήμερα σαν να έχουν ήδη επιτευχθεί οι στόχοι για τη μείωση των κόκκινων δανείων το 2021 και χωρίς να έχει υπολογιστεί ακόμη το ρίσκο εκτέλεσης. Όπως επισημαίνει, το έως τώρα ράλι στις τιμές τους οφείλεται στις βελτιωμένες προσδοκίες για την ελληνική οικονομία, σε μία πιο δυναμική δευτερογενή αγορά για τις μη εξυπηρετούμενες υποχρεώσεις, αλλά και στις προσδοκίες για μία συστημική λύση για τον κλάδο.

Η Goldman Sachs αναφέρει πως οι στόχοι για μείωση των NPEs παραμένουν μια ουσιαστική πρόκληση για τις ελληνικές τράπεζες, καθώς υπάρχει ένα κεφαλαιακό κενό 3,4 δισ. ευρώ που πρέπει να καλυφθεί μέχρι το τέλος του 2023.

Όπως επισημαίνει, οι στρατηγικές των ελληνικών τραπεζών για μείωση του ρίσκου ξεκίνησαν το 2019, με τη συνολική αναλογία των NPEs του κλάδου να παραμένει μεγαλύτερη του 40% το 2018. Εξετάζοντας προηγούμενες εμπειρίες στη μείωση του ρίσκου από άλλες χώρες της ευρωπεριφέρειας, η Goldman σημειώνει πως, σε όρους μεγέθους, το υπόλοιπο των NPEs των ελληνικών τραπεζών είναι πολλαπλάσιο αυτών της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Ιταλίας ή της Ιρλανδίας και μπορεί να συγκριθεί μόνον με αυτό της Κύπρου.

Επίσης, οι μακροοικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα στην παρούσα φάση δεν φαίνεται να είναι ουσιαστικά ισχυρότερες απ’ ό,τι στις συγκρίσιμες χώρες κατά τη διάρκεια εφαρμογής των δικών τους αντίστοιχων ασκήσεων μείωσης ρίσκου (2014-2018). Παράλληλα, τα σχέδια των ελληνικών τραπεζών για το de-risking είναι πιο φιλόδοξα, σε ό,τι αφορά τη σχεδιαζόμενη κλίμακα της μείωσης.

Η Goldman Sacks αναμένει πως ένα σημαντικό μέρος της μείωσης των NPEs που έχει σχεδιαστεί για το 2019-2022 θα οδηγήσει, μέσω των κατασχέσεων, σε μια αύξηση του αποθέματος των ακινήτων. Αν περιληφθεί το μεγαλύτερο απόθεμα ακινήτων στον ορισμό των NPEs, τότε η ευρύτερη αναλογία NPEs των ελληνικών τραπεζών θα παραμείνει υψηλότερη του 10% μέχρι το 2020, δηλαδή περισσότερο από δυο φορές τον στόχο, ακόμα και υπό τα σχέδια των ίδιων των τραπεζών.

Δεδομένου ότι η ανάλυση της Goldman εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν το υψηλότερο στην Ευρώπη ρίσκο εκτέλεσης στους στόχους των κόκκινων δανείων, μειώνει τη σύσταση για την Πειραιώς σε «sell» από «neutral», τονίζοντας ότι υπάρχει υψηλός κίνδυνος διάχυσης στους υφιστάμενους μετόχους (dilution). Για την Εθνική Τράπεζα και τη Eurobank, η σύσταση παρέμεινε «neutral». Η Goldman Sachs διατηρεί, επίσης, τη σύσταση αγοράς («buy») της Alpha Bank, καθώς, όπως αναφέρει, η αποτίμηση δεν απαιτητική, ενώ η τράπεζα έχει σχετικά ισχυρή προοπτική αύξησης της απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) καθώς και χαμηλή, σε σχέση με τις άλλες ελληνικές τράπεζες, σχέση τιμής προς ενσώματη λογιστική αξία (P/TBV). Όπως εκτιμά ο οίκος, η Alpha έχει περιθώρια ανόδου 18,9% από την τρέχουσα τιμή της μετοχής, ενώ ανοδικά περιθώρια εκτιμάται ότι έχει και η Eurobank (1,5%).

Σε ό,τι αφορά τις τιμές – στόχους, κατά μέσο όρο τις υποβαθμίζει κατά 15% – από -32% για την Πειραιώς έως -3% για την Εθνική.

Συγκεκριμένα, η τιμή – στόχος για την Πειραιώς μειώνεται στα 1,85 ευρώ, από 2,72 ευρώ προηγουμένως (-32%), για την Alpha Bank στα 2,13 ευρώ, από 2,38 ευρώ προηγουμένως (-10,5%), για την Eurobank στα 0,82 ευρώ, από 0,94 ευρώ (-12,8%) και για την Εθνική στα 2,60 ευρώ, από 2,68 ευρώ (-3%)