Οι προσδοκίες, οι προκλήσεις και οι… «λακκούβες» για το 2020

Οι τελευταίες μέρες του 2019 βρίσκουν την ελληνική οικονομία να παραμένει σε τροχιά ανάκαμψης. Οι δείκτες οικονομικού κλίματος και προσδοκιών έχουν βελτιωθεί σημαντικά και υποδηλώνουν συνέχιση της αναπτυξιακής δυναμικής. Και όπως σημειώνει η ΤτΕ στην Ενδιάμεση Έκθεση για την Νομισματική Πολιτική, παρά την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, η χώρας μας, προς το παρόν τουλάχιστον, παρουσιάζει αξιοσημείωτες αντοχές.

Παράλληλα, καταγράφονται θετικές εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό τομέα, με αύξηση των καταθέσεων και βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης των τραπεζών. Η εμπιστοσύνη στον τραπεζικό τομέα έχει ενισχυθεί σημαντικά και οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων καταργήθηκαν πλήρως από την 1η Σεπτεμβρίου. Η βελτίωση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος συνέβαλε στην αύξηση της τραπεζικής χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών και εταιρικών ομολόγων αποκλιμακώθηκαν σημαντικά τους τελευταίους μήνες, ιδίως μετά τις ευρωεκλογές του Μαΐου και τις εθνικές εκλογές του Ιουλίου. Η αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων και η πρόωρη αποπληρωμή μέρους του δανείου του ΔΝΤ επιφέρουν μείωση των δαπανών για τόκους και βελτιώνουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Η θετική έως τώρα πορεία αντανακλάται και στην πρόσφατη αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδος από τον οίκο αξιολόγησης S&P.

Ωστόσο, η ΤτΕ επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολύ περιοριστικές δημοσιονομικές, νομισματικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες σε σύγκριση με όλες τις άλλες χώρες-μέλη της ζώνης του ευρώ, ενώ έχουν αυξηθεί σημαντικά και οι κίνδυνοι από το εξωτερικό περιβάλλον εξαιτίας της επιβράδυνσης της παγκόσμιας ανάπτυξης. Σε ό,τι αφορά το εγχώριο περιβάλλον, η υιοθέτηση και η πρόθεση ταχείας υλοποίησης του προγράμματος μεταρρυθμίσεων από την κυβέρνηση έχει αμβλύνει προηγούμενους κινδύνους που συνδέονταν με την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και το ενδεχόμενο ακύρωσής τους.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η αποφασιστική εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που ψηφίστηκαν και η διεύρυνση του πεδίου των μεταρρυθμίσεων ώστε αυτό να συμπεριλάβει την ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, τη διευθέτηση των δικαιωμάτων χρήσης γης, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα και τη ριζική αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα βοηθήσουν να αντισταθμιστούν οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και οι μελλοντικές προκλήσεις και θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών στις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Η ελπιδοφόρα εικόνα

Στην έκθεσή της, η ΤτΕ καταγράφει τις εξελίξεις σε μία σειρά οικονομικών δεικτών, που δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να ανακάμπτει. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, η αναπτυξιακή δυναμική ενισχύθηκε την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2019, η ανάπτυξη πρωτίστως υποστηρίχθηκε από τη θετική συμβολή των εξαγωγών, κυρίως υπηρεσιών, λόγω της σημαντικής ανόδου των τουριστικών εσόδων και των εσόδων από τη ναυτιλία, αλλά και αγαθών. Θετική συμβολή στην άνοδο του ΑΕΠ είχε και η δημόσια κατανάλωση. Ωστόσο, η επενδυτική ζήτηση παρέμεινε υποτονική το εννεάμηνο. Οριακά θετική συμβολή στη διαμόρφωση του ΑΕΠ είχε η ιδιωτική κατανάλωση.

Η ανάκαμψη της οικονομίας αναμένεται να συνεχιστεί και το δ΄ τρίμηνο του 2019. Παρά το γεγονός ότι ορισμένοι βραχυχρόνιοι οικονομικοί δείκτες καταγράφουν λιγότερο θετική εικόνα (βιομηχανική παραγωγή και λιανικές πωλήσεις), ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώνεται στα υψηλότερα επίπεδα που έχουν παρατηρηθεί τα τελευταία δώδεκα χρόνια, ενώ και ο Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών (PMI) υποδηλώνει ισχυρή ανάπτυξη στον τομέα της μεταποίησης, παραμένοντας σταθερά πάνω από το όριο του 50.

Ενθαρρυντικά μηνύματα

Ταυτόχρονα, καταγράφονται ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά μηνύματα, όπως η άνοδος της αγοράς ακινήτων, η συνεχιζόμενη ανάκαμψη της αγοράς εργασίας και η επιτάχυνση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, η σημαντική αύξηση των επενδύσεων των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, η αύξηση της αποταμίευσης και της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων από τις τράπεζες και τις κεφαλαιαγορές, καθώς και η ανοδική πορεία των εσόδων από τον τουρισμό τα τελευταία έτη. Η πορεία αυτών των δεικτών υποδηλώνει σημαντική ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας στην παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση.

Συνολικά στη διάρκεια του 2019 αναμένεται ελαφρά αύξηση του μέσου επιπέδου των τιμών του εναρμονισμένου πληθωρισμού. Η μεταφορά σημαντικού αριθμού επεξεργασμένων ειδών διατροφής και των υπηρεσιών εστίασης στο μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ από τον κανονικό συντελεστή επέδρασε αντιπληθωριστικά, όπως και η καθοδική πορεία των διεθνών τιμών του πετρελαίου, αντισταθμίζοντας την ανοδική τάση των τιμών των υπηρεσιών και την περιορισμένη επίπτωση από την αύξηση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού.

Ο ρυθμός ανάπτυξης

Η ΤτΕ προβλέπει ότι για τα έτη 2020 και 2021 ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται ότι θα επιταχυνθεί σε 2,4% και 2,5% αντίστοιχα. Η συμβολή της ιδιωτικής κατανάλωσης αναμένεται θετική καθ’ όλη την περίοδο της πρόβλεψης. Εντούτοις, η καταναλωτική δαπάνη εκτιμάται ότι θα αυξηθεί με σχετικά ήπιους ρυθμούς, καθώς τα νοικοκυριά αναμένεται να χρησιμοποιήσουν μέρος της αύξησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος για την αποπληρωμή χρεών, ενώ παράλληλα θα αυξηθεί και η αποταμίευση. Οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα ενισχυθούν σημαντικά την προσεχή διετία.

Στην αύξηση των επενδύσεων αναμένεται να συμβάλουν η εμπέδωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, η σταδιακή αποκατάσταση της ρευστότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η αύξηση της δημόσιας επενδυτικής δαπάνης, η επίσπευση των μεγάλων επενδυτικών σχεδίων (fast track) και των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) και κυρίως η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και η επιτάχυνση του προγράμματος των ιδιωτικοποιήσεων. Επιπλέον, θεσμικές πρωτοβουλίες, όπως η πρόσφατη ψήφιση του επενδυτικού νόμου και οι αναπτυξιακές παρεμβάσεις που περιλαμβάνονται στην Εισηγητική Έκθεση του Προϋπολογισμού για το 2020, αναμένεται ότι θα συντείνουν στη χρηματοδότηση νέων παραγωγικών επενδύσεων.

Κίνδυνοι και προκλήσεις

Οι εκτιμήσεις της ΤτΕ για τις προοπτικές της οικονομίας περιλαμβάνουν και σημαντικούς κινδύνους, οι οποίοι προέρχονται κατά κύριο λόγο από το εξωτερικό περιβάλλον. Ειδικότερα, οι κίνδυνοι αυτοί συνδέονται με μια μεγαλύτερη του αναμενομένου επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης και του παγκόσμιου εμπορίου εξαιτίας του εμπορικού προστατευτισμού, το ενδεχόμενο αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς τη σύναψη συμφωνίας, μια απότομη διόρθωση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, καθώς και ενδεχόμενη αύξηση των γεωπολιτικών εντάσεων και αναζωπύρωση της προσφυγικής κρίσης.

Αρνητικό διεθνές οικονομικό περιβάλλον

Σε ό,τι αφορά το εγχώριο περιβάλλον, το ενδεχόμενο επιβράδυνσης της ανάκαμψης εξαιτίας του αρνητικού διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος ενέχει τον κίνδυνο να επέλθει μεταρρυθμιστική κόπωση και να καθυστερήσει η εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Αντιθέτως, η ταχύτερη υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η άμεση ή/και έμμεση μείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα και η ταχύτερη του αναμενομένου αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων καθιστούν πιθανή μια θετικότερη του αναμενομένου έκβαση για την οικονομική ανάπτυξη.

Επιπλέον, η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά προκλήσεων την προσεχή περίοδο, οι οποίες επιβαρύνουν τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Οι προκλήσεις αυτές αφορούν: το υψηλό δημόσιο χρέος (παρά βεβαίως τη σημαντική βελτίωση της βιωσιμότητάς του, που θεωρείται εξασφαλισμένη μεσοπρόθεσμα με τα μέτρα που ενέκρινε το Eurogroup από το 2012 έως το 2018), το οποίο δημιουργεί αβεβαιότητα σε μακροπρόθεσμη βάση (μετά το 2032) στην περίπτωση εξωγενών κλυδωνισμών, τη μεγάλη αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση της χώρας, το υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας και την προβλεπόμενη δημογραφική επιδείνωση λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, τον αργό ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας, το μεγάλο επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε εξαιτίας της πολυετούς ύφεσης, και τη χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα.

Ο αντίκτυπος των μέτρων

Σύμφωνα και με τις εκτιμήσεις του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, η διατήρηση της θετικής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας κατά το 2020 ενέχει κινδύνους, πηγές των οποίων εδράζονται στην αποτελεσματικότητα του μείγματος των μέτρων που λήφθηκαν από την τωρινή και την προηγούμενη κυβέρνηση, οι επιδράσεις των οποίων ως προς την ενίσχυση της ενεργού ζήτησης στην οικονομία αναμένεται να έχουν αντίκτυπο κατά το τρέχον εξάμηνο και μετά. Ιδιαίτερα για το 2020, το υπουργείο Οικονομικών αναμένει ότι 0,5 μονάδες της εκτιμώμενης για το 2020 μεγέθυνσης του ΑΕΠ (συνολικά 2,8%) θα προέλθει από μέτρα αναδιάρθρωσης του φορολογικού καθεστώτος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, τα οποία θα επενεργήσουν στην οικονομία μέσω των καναλιών της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων.

Στην ενεργοποίηση των εν λόγω συνιστωσών δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα το αναπτυξιακό σχέδιο των ελληνικών αρχών, αναμένοντας να έχουν την υψηλότερη συνεισφορά στη μεγέθυνση του ΑΕΠ από τις άλλες συνιστώσες (1,6 ποσοστιαίες μονάδες). Εντούτοις, τίθεται σε αμφισβήτηση η πιθανότητα υλοποίησης αυτού του σεναρίου, δεδομένου ότι: α) οι επενδύσεις αποτελούν την λιγότερο ασφαλή για προβλέψεις συνιστώσα του ΑΕΠ, γεγονός που, εξάλλου, αντανακλάται στο μεγάλο εύρος των προβλέψεων του συγκεκριμένου μεγέθους από εγχώριους ή διεθνείς φορείς, β) τίθενται ερωτηματικά ως προς το μέγεθος της «αναπτυξιακής» επίδρασης των δημοσιονομικών παρεμβάσεων του 2020, στο βαθμό που οι πολλαπλασιαστικές επιδράσεις που έχουν εκτιμηθεί (μεγαλύτερες της μονάδας για τα επεκτατικά φορολογικά μέτρα) αποδειχθούν χαμηλές.

 «Απομόχλευση»

Επιπλέον αβεβαιότητες ως προς την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης προκύπτουν από την τάση των νοικοκυριών για «απομόχλευση». Το φαινόμενο αυτό αναφέρεται στον περιορισμό της κατανάλωσης, προκειμένου να εξυπηρετηθούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους προς τα τραπεζικά ιδρύματα, την ΑΑΔΕ και τα ασφαλιστικά ταμεία υπό την απειλή ρευστοποίησης εμπράγματων εξασφαλίσεων κ.ά. αναγκαστικών μέτρων είσπραξης όπως η κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών οι πλειστηριασμοί κ.ο.κ. Τέλος, η πρόσφατη ρύθμιση για την εξόφληση υποχρεώσεων προς το δημόσιο με «120 δόσεις» είναι πιθανό να στρέψει μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών στην πληρωμή υποχρεώσεων παρά σε καταναλωτικές δαπάνες.

Επιμονή στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις       

Επίσης ακόμη και αν επικρατήσει το ευνοϊκό σενάριο για σημαντική αύξηση των επενδύσεων και της κατανάλωσης υπάρχει ο κίνδυνος επιδείνωσης του εξωτερικού ισοζυγίου της οικονομίας, λόγω αύξησης των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται για καταναλωτικούς και παραγωγικούς σκοπούς. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να αφήσει την ελληνική οικονομία εκτεθειμένη στον διεθνή ανταγωνισμό ποικιλοτρόπως: από τη μία η ιδιαιτέρως βεβαρημένη από το παρελθόν διεθνής επενδυτική θέση της χώρας και το υψηλό δημόσιο χρέος της, την καθιστούν ιδιαίτερα ευαίσθητη στις μεταβολές των συνθηκών χρηματοδότησης από τις διεθνείς χρηματοοικονομικές αγορές, παρά την ευνοϊκή τρέχουσα χρονική συγκυρία των χαμηλών επιτοκίων.

Δυναμικό ξεκίνημα

Για όλους τους παραπάνω λόγους, η ΤτΕ σημειώνει ότι η κυβέρνηση έχει πραγματοποιήσει ένα δυναμικό ξεκίνημα και εφαρμόζει ένα ευρύτατο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και οικονομικών πολιτικών, εστιάζοντας στην επανεκκίνηση ήδη εγκεκριμένων εμβληματικών επενδυτικών έργων, στην επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, στην προσέλκυση επενδύσεων, στην αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης και στη μείωση της φορολογίας. Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια έχει ήδη αποδώσει καρπούς, καθώς έχει οδηγήσει στην αποκλιμάκωση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και έχει γίνει δεκτή με θετικά σχόλια από τους διεθνείς επενδυτές και τους Ευρωπαίους εταίρους. Η αποφασιστική εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και η επιτάχυνση της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα ενισχύσουν περαιτέρω την εμπιστοσύνη των επενδυτών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και θα συμβάλουν στην αναβάθμιση του αξιόχρεου του Ελληνικού Δημοσίου στην επενδυτική βαθμίδα. Επίσης, θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και μέσω αυτής την ανταγωνιστικότητα και το μακροχρόνιο ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αντισταθμίζοντας έτσι τις επιπτώσεις των δυσμενών δημογραφικών εξελίξεων στο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης.

Προς τη σωστή κατεύθυνση

Οι πολιτικές αυτές κρίνονται προς τη σωστή κατεύθυνση και συμβαδίζουν με τις προτάσεις που έχει καταθέσει η Τράπεζα της Ελλάδος τα τελευταία χρόνια. Θα πρέπει μάλιστα οι μεταρρυθμίσεις να συνεχιστούν με την ίδια ένταση και στο προσεχές διάστημα, ενώ θα πρέπει επίσης να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής τους ώστε να καλύπτουν το σύνολο των τομέων όπου υστερεί η Ελλάδα σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους. Κάτι τέτοιο θα βοηθήσει να αντισταθμιστούν οι κίνδυνοι από μια εντονότερη του αναμενομένου παγκόσμια επιβράδυνση και να κεφαλαιοποιηθούν οι θετικές προσδοκίες που έχουν διαμορφωθεί στο εσωτερικό, αλλά και στις διεθνείς αγορές. Επίσης, θα καταστήσει εφικτή την επιτάχυνση των εγχώριων και ξένων άμεσων επενδύσεων, την αναβάθμιση του αξιόχρεου των ελληνικών κρατικών ομολόγων και τη συμπερίληψή τους στο νέο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Μια τέτοια εξέλιξη θα μειώσει περαιτέρω το κόστος δανεισμού για το Ελληνικό Δημόσιο, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Συμφωνία και συνεννόηση

Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ και τις θέσεις που έχουν εκφράσει τόσο η ΕΚΤ όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέρ της δημοσιονομικής επέκτασης, αλλά και τις εξαιρετικά περιοριστικές δημοσιονομικές, νομισματικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η Ελλάδα σε σύγκριση με όλες τις άλλες χώρες-μέλη της ζώνης του ευρώ, θα πρέπει να καταστεί δυνατόν, σε συμφωνία και συνεννόηση με τους Ευρωπαίους εταίρους, να μειωθούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα. Οι χαμηλότεροι δημοσιονομικοί στόχοι θα επιτρέψουν περαιτέρω μείωση της φορολογίας και ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων. Κάτι τέτοιο, σε συνδυασμό με την επιτάχυνση και διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, θα έχει ευνοϊκές επιδράσεις στο δυνητικό προϊόν και στη μακροχρόνια βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.