Οι δημοσιονομικές προσδοκίες και οι προκλήσεις για το 2020!

A picture shows one-euro coins in Lille on August 25, 2014. AFP PHOTO/PHILIPPE HUGUEN (Photo credit should read PHILIPPE HUGUEN/AFP/Getty Images)

Με 158 θετικές ψήφους των κυβερνητικών βουλευτών εγκρίθηκε από τη Βουλή ο κρατικός προϋπολογισμός του 2020. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο, αφού από τη συζήτηση, η οποία διήρκεσε πέντε ημέρες και 50 ώρες, έγινε ξεκάθαρο ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα τον καταψηφίσουν. Δεν έλειψαν φυσικά και οι συγκρούσεις, κυρίως ανάμεσα στον πρωθυπουργό, Κώστα Μητσοτάκη, και τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα, για θέματα οικονομίας, με επίκεντρο την φορολογική πολιτική και την μεσαία τάξη.

Του Σπύρου Σταθάκη

Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση το 2020 καλείται να εκτελέσει με επιτυχία έναν προϋπολογισμό, που είναι καθαρά «δικός» της, και ο οποίος έχει τύχει θετικής υποδοχής, τόσο από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όσο και από τις διεθνείς αγορές. Αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, ο κρατικός προϋπολογισμός του 2020 θεωρείται από τους φορείς της αγοράς ότι κινείται προς την σωστή κατεύθυνση, αφού σηματοδοτεί την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής, από την λογική των απανωτών φορολογικών επιβαρύνσεων, στην ο στήριξη των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της οικονομίας, και στην ουσιαστική στήριξη των εισοδημάτων των ελλήνων πολιτών.

Είναι εξάλλου ενδεικτικό το γεγονός ότι η Κομισιόν, στο πλαίσιο των διαδικασιών του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, ενέκρινε τον προϋπολογισμό για το 2020, σημειώνοντας μεταξύ άλλων πως, το δημοσιονομικό μίγμα που προωθεί η κυβέρνηση, αναμένεται να επηρεάσει θετικά την οικονομική ανάπτυξη και να βελτιώσει την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών. Βεβαίως η Επιτροπή από την άλλη, αναγνωρίζει ως κύριους δημοσιονομικούς κινδύνους α το πιθανό κόστος εξαιτίας των δικαστικών αποφάσεων που σχετίζονται με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση του 2016, καθώς και η διόγκωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου εξαιτίας της αύξησης του έκτακτου προσωπικού.

Από την πλευρά της και η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) επισημαίνει ότι η παρατηρούμενη αναδιάταξη του δημοσιονομικού μίγματος στην κατεύθυνση της μείωσης των φορολογικών συντελεστών, της ενίσχυσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών και του εξορθολογισμού των δημόσιων δαπανών μέσω της επισκόπησης δαπανών στον προϋπολογισμό του 2020 κρίνονται προς τη σωστή κατεύθυνση. Και προσθέτει πως, η έμφαση της δημοσιονομικής πολιτικής σε μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην τόνωση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να συνεχιστεί και να ενισχυθεί. Για το σκοπό αυτό απαραίτητη είναι η διαμόρφωση ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου με έντονη αναπτυξιακή διάσταση.

Οι κρίσεις και οι… επικρίσεις για τον προϋπολογισμό!

Ας δούμε όμως τι λένε και οι φορείς της εγχώριας αγοράς, οι εκπρόσωποι δηλαδή των παραγωγικών δυνάμεων της οικονομίας. Το ΕΒΕΠ αρκετά πιο αισιόδοξο, υποστηρίζει ότι, ο προϋπολογισμός επισημαίνει πως αποτελεί έμπρακτη απόδειξη της κυβέρνησης και του οικονομικού επιτελείου να ακολουθήσει αναπτυξιακή πολιτική και να στηρίξει, αλλά και να στηριχθεί, στην επιχειρηματικότητα. Τα «κλειδιά» για την επίτευξη των στόχων είναι η πορεία των εσόδων από φόρους το 2020 και ειδικά οι εισπράξεις από ΦΠΑ, αλλά και η αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων.

Το περιεχόμενο του φετινού προϋπολογισμού επιτέλους αναγνωρίζει, στις μικρές και μεγάλες, υγιείς και συνεπείς επιχειρήσεις του τόπου, τη σκληρή 10ετή δοκιμασία τους και το γεγονός ότι μπορούν να στηρίξουν τα έσοδα της ελληνικής οικονομίας και την απασχόληση. Η απαιτητική πρόβλεψη επιτάχυνσης της ανάπτυξης στο 2,8% το 2020, από το 2% φέτος, μπορεί να αποτελεί ένα δύσκολο, αλλά εφικτό στόχο, που βασίζεται στις επιχειρηματικές επιδόσεις του ιδιωτικού τομέα. Ο φετινός Προϋπολογισμός, ουσιαστικά, σηματοδοτεί την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής του τόπου, αφού αφήνει πίσω την υπερφορολόγηση και την αποεπένδυση και ανοίγει το δρόμο στην ανάπτυξη, την πρόοδο και την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Στην κατεύθυνση αυτή αποδεικνύεται η συνέπεια της κυβέρνησης στις δεσμεύσεις για πολύ σημαντικές μειώσεις φόρων και επιτάχυνση διαρθρωτικών αλλαγών, με σαφές μήνυμα στους επενδυτές ότι η Ελλάδα είναι πλέον φιλική για επενδύσεις και επιχειρήσεις. Κατά το ΕΒΕΠ, η επιτάχυνση του ρυθμού της ανάπτυξης μπορεί να διασφαλιστεί κυρίως με την επίτευξη των εγχώριων και ξένων επενδύσεων, που έλκονται από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών και τις διαρθρωτικές αλλαγές. Θετική συμβολή αύξησης των επενδύσεων παγίων, αναμένεται τόσο από την οικοδομή, όσο και από άλλους κλάδους. Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται, επίσης, να καταγράψει οφέλη από τον ρυθμό αύξησης της απασχόλησης και του μέσου μισθού. Τα μέτρα ελάφρυνσης μαζί με τις νέες κοινωνικές πρωτοβουλίες φτάνουν τα 1,2 δισ. ευρώ, ενώ αναμένονται άλλα 2,7 δις ευρώ, την επόμενη διετία, από τη κυβέρνηση.

Από τη μεριά της η ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει ότι, με τον προϋπολογισμό ουσιαστικά εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος οικονομικής πραγματικότητας, η οποία περιλαμβάνει περισσότερους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής –ως συνδυαστική συνέπεια της εξόδου από τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και την υπαγωγή της χώρας σε καθεστώς αυξημένης εποπτείας– αλλά ταυτόχρονα κρύβει κινδύνους ως προς το διεθνές μακροοικονομικό περιβάλλον στο οποίο η χώρα επιχειρεί την αναπτυξιακή της ανασυγκρότηση. Συνολικά, πρόκειται για την απόπειρα εφαρμογής ενός ισορροπημένου μίγματος μείωσης συντελεστών φόρων και δαπανών, που στηρίζεται στην παραδοχή επιτάχυνσης της μεγέθυνσης για το 2020, σε ποσοστά άνω του 2,5%.

Ως προς την αξιολόγηση των μακροοικονομικών προβλέψεων του Προϋπολογισμού 2020, για την ΓΣΕΒΕΕ είναι σαφές ότι η κυβέρνηση στηρίζει την αύξηση του ΑΕΠ κυρίως στην προσδοκία ανόδου των επενδύσεων κατά 13,4% (που εκκινά ούτως ή άλλως από χαμηλή βάση) και στην ισόρροπη εξέλιξη των μεγεθών της ιδιωτικής κατανάλωσης και του εξωτερικού ισοζυγίου. Όπως προκύπτει, ο κεντρικός μηχανισμός ενεργητικής παρέμβασης για την κινητοποίηση των επενδύσεων είναι η σχεδιαζόμενη μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις –με τάσεις αποκλιμάκωσης για τα επόμενη έτη– καθώς εξωγενώς δεν αναμένεται να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο σταθερότητας και μείωσης της αβεβαιότητας από τις εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Ωστόσο, η προσδοκώμενη μείωση των φορολογικών συντελεστών συνδέεται με προσδοκία είσπραξης υψηλότερων φόρων, εξ αιτίας θετικών επιπτώσεων εισοδήματος (αύξηση φορολογικής ύλης) και υποκατάστασης (αλλαγή στο μίγμα φορολόγησης). Παράλληλα, επισημαίνεται ότι δε δύνανται να εξαλειφθούν, παρά μόνο να αμβλυνθούν μεσοπρόθεσμα, δομικά συστατικά της ελληνικής κρίσης, όπως το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, το υψηλό ποσοστό ανεργίας και η χαμηλή παραγωγικότητα, καθώς και η παγιωμένη χαμηλή σχέση επένδυσης- κατανάλωσης. Ιδιαίτερα ως προς το σκέλος της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η επιχειρούμενη λύση που υιοθετήθηκε μέσα από το σχέδιο «Ηρακλής», φαίνεται να διευκολύνει την πλευρά της προσφοράς πιστώσεων (τράπεζες), αλλά δημιουργεί νέες πολυπλοκότητες για τους δανειολήπτες και την πραγματική οικονομία. Από την άλλη, τα όρια από την αύξηση των τουριστικών ροών (τουριστική άνοιξη) είναι δεδομένα και δεν αποκλείεται να προκύψει μια σχετική ήπια διόρθωση.

Τέλος το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, εκφράζοντας ουσιαστικά τη μεριά των εργαζομένων, υποστηρίζει πως, ο προϋπολογισμός του 2020 στοχεύει, όσο και βασίζεται, στην επιτάχυνση του ρυθμού ανάπτυξης με τη μείωση του φορολογικού βάρους στην οικονομία, και ειδικότερα σε επιχειρήσεις και αυτοαπασχολούμενους, παράλληλα με την προσέλκυση επενδύσεων (πρωτίστως μέσω παροχής κινήτρων στην οικοδομή), αλλά και τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθεροποίησης. Είναι ένας προϋπολογισμός με φιλόδοξους στόχους-προβλέψεις, και συνεπώς δημιουργεί αβεβαιότητες ως προς την υλοποίησή του. Μερικές βασικές παρατηρήσεις του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ είναι οι εξής:

• Οι δημόσιες επενδύσεις (ΠΔΕ) αυξάνονται βραδύτερα από τις συνολικές.

• Βάσει της δημοσιονομικής εμπειρίας της χώρας, οι παρεμβάσεις για την «καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης» είναι χαμηλής αξιοπιστίας ως προς την αποτελεσματικότητά τους.

• Οι μεταβιβάσεις (π.χ. συντάξεις, πόροι προγραμμάτων απασχόλησης) εμφανίζουν μείωση.

• Το φορολογικό βάρος στην οικονομία (σύνολο φόρων/ΑΕΠ) μειώνεται 0,6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ το 2020, εφόσον η οικονομία πετύχει ρυθμό ανάπτυξης 2,8%. Ωστόσο, η μείωσή του για τα φυσικά πρόσωπα είναι οριακή (0,2 ποσοστιαίες μονάδες) και άνιση. Για τους μισθωτούς εργαζομένους τα οφέλη των παρεμβάσεων είναι μικρότερα απ’ όσο εκτιμάται για το σύνολο των φυσικών προσώπων, αφού τη μερίδα του λέοντος λαμβάνουν οι αυτοαπασχολούμενοι.

• Ο λόγος έμμεσων/άμεσων φόρων αυξάνεται 2,2 ποσοστιαίες μονάδες σε βάρος των χαμηλών εισοδημάτων.

• Τέλος, το συνολικό δημοσιονομικό βάρος που επιφέρει ο Προϋπολογισμός στα φυσικά πρόσωπα (ανεξαρτήτως κατανομής), το οποίο περιλαμβάνει φόρους και κοινωνικές παροχές/μεταβιβάσεις, αυξάνεται το 2020 κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες ή 1,4 δισ. ευρώ.

Οι βασικές προβλέψεις του προϋπολογισμού

Αναμφισβήτητα, οι στόχοι της κυβέρνησης, έτσι όπως καταγράφονται στον προϋπολογισμό, είναι φιλόδοξοι. Σύμφωνα και με το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, για το 2020 η επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου (πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ σε όρους «ενισχυμένης εποπτείας») κρίνεται εφικτή υπό προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων προέχουν ιδίως οι εξής:

(α) Δεν θα υπάρξει αρνητική απόκλιση στα αποτελέσματα των πρόσθετων παρεμβάσεων που σχεδιάζεται να εφαρμοστούν με στόχο τη βελτίωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος. Ειδικά, τα μέτρα που αναφέρονται σε «καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και διεύρυνση της φορολογικής βάσης με μέτρα προώθησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών», χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό αβεβαιότητας και παραμένει μάλλον ασαφής ο τρόπος με τον οποίο θα διευρυνθεί η φορολογική βάση.

(β) Θα υλοποιηθούν οι αισιόδοξες μακροοικονομικές προβλέψεις για την αύξηση του ΑΕΠ.

(γ) Θα επιβεβαιωθεί η εκτίμηση του Υπουργείου Οικονομικών ότι η περαιτέρω αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 959 εκατ. ευρώ (συνεπεία των πρόσθετων αναπτυξιακών και κοινωνικών παρεμβάσεων) θα αποδώσει πρόσθετα φορολογικά έσοδα περί τα 330 εκατ. ευρώ και πρόσθετα έσοδα από ασφαλιστικές εισφορές της τάξης των 140 εκατ. ευρώ.

(δ) Θα αποδειχθούν διαχειρίσιμες για τον προϋπολογισμό του 2020 πιθανές έκτακτες επιβαρύνσεις από δικαστικές αποφάσεις.

Ειδικότερα, και σύμφωνα με την ανάλυση του ΕΒΕΠ, ο Προϋπολογισμός του 2020 προβλέπει μείωση της ανεργίας από το 17,4% στο 15,6% και αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8%, καθώς και των επενδύσεων κατά 13,4%. Επίσης, περιλαμβάνει μέτρα διεύρυνσης της φορολογικής βάσης και εξορθολογισμού των δαπανών και των φορολογικών εσόδων της Γενικής Κυβέρνησης κατά 773 εκατ. ευρώ και από τα 51,4 δισ. ευρώ, στα 52,2 δισ. ευρώ, το 2020. Από τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων προβλέπεται δημοσιονομικό κόστος 550 εκατ. ευρώ και προϋπολογίζεται να εισπραχθούν 4,02 δισ. ευρώ έναντι των 4,46 δισ. ευρώ φέτος. Όμως, μία αναμενόμενη αύξηση του τζίρου και των κερδών των επιχειρήσεων μπορεί να περιορίσει ακόμα και κατά 50% τις απώλειες φορολογικών εσόδων. Αντίστοιχα, για τα φυσικά πρόσωπα, προβλέπεται μείωση φόρων κατά 280 εκατ. ευρώ, λόγω της νέας φορολογικής κλίμακας, αλλά υπάρχει η προσδοκία αύξησης των εισπράξεων κατά 323 εκατ. ευρώ και από τα 11,09 δις ευρώ, στα 11,42 δισ. ευρώ, κυρίως από την αύξηση της απασχόλησης κατά 100.000 θέσεις εργασίας και της φορολογητέας ύλης.

Κλειδί στην επίτευξη των στόχων είναι οι εισπράξεις από ΦΠΑ με την αισιόδοξη πρόβλεψη για αύξηση κατά 475 εκατ. ευρώ και από τα 17,8 δισ. ευρώ, φέτος, στα 18,3 δισ. ευρώ, του χρόνου. Το οικονομικό επιτελείο προσβλέπει σε αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 550 εκατ. ευρώ από την εφαρμογή του μέτρου των ηλεκτρονικών πληρωμών για το 30% των δαπανών. Αναφορικά με τις αλλαγές στο ασφαλιστικό, επιβεβαιώνεται ότι τα 971 εκατ. για τη στήριξη των συνταξιούχων και η μείωση 0,9% των εισφορών δεν βαρύνουν τον προϋπολογισμό, ενώ επίσης “κλειδί” είναι η των 4,6 δις ευρώ των ληξιπρόθεσμων εισφορών, που ρύθμισαν πάνω από 400 χιλιάδες οφειλέτες σε 120 δόσεις. Με όλες αυτές τις εγγραφές, δημιουργείται επαρκής δημοσιονομικός χώρος για τη μείωση της φορολογίας και καλύπτεται ο μεταμνημονιακός όρος για πρωτογενές πλεόνασμα στο 3,5% του ΑΕΠ, μέχρι να αναθεωρηθεί με τις νέες συνθήκες της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, που θα λαμβάνει υπόψη του τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού.

Σε ότι αφορά το καθαρά αναπτυξιακό σκέλος του προϋπολογισμού, Τo Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ( ΠΔΕ) ως γνωστόν την περίοδο της κρίσης υπέστη σημαντικές περικοπές, ενώ ο συνδυασμός συρρίκνωσης της οικονομίας και των δημοσιονομικών μεγεθών οδήγησε σε υποεκτέλεση επενδυτικών έργων και μειωμένη απορρόφηση και καθυστερήσεις πληρωμών. Ένα μεγάλο πρόβλημα που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια υλοποίησης προγραμμάτων στο πλαίσιο του Αναπτυξιακού Νόμου ήταν οι σημαντικές χρονικές υστερήσεις μεταξύ πραγματοποίησης δαπάνης, αποπληρωμής και φορολογικής εφαρμογής των ρυθμίσεων, οι έλεγχοι ΕΣΠΑ και η ερμηνεία των κανόνων κρατικών ενισχύσεων.

Η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία (νόμος «Επενδύω στην Ελλάδα»), η οποία περιλάμβανε κυρίως ρυθμίσεις διευκόλυνσης μεγάλων επενδυτικών έργων πρέπει να συμπληρωθεί από δράσεις για την ενίσχυση των ΜΜΕ, της περιβαλλοντικής και βιώσιμης ανάπτυξης, και της ανάδειξης των δυνατοτήτων της συνεταιριστικής οικονομίας. Για το 2020, προβλέπεται αύξηση των διαθέσιμων πόρων για επενδύσεις στα 6, 75 δισ. (κατά 500 εκατ.), η κατανομή των οποίων αφορά 6 δισ. από συγχρηματοδοτούμενα και 750 εκατ. που προέρχονται από αποκλειστικά εθνικούς πόρους. Οι επενδύσεις στις υποδομές, τα δίκτυα και τις μεταφορές απορροφούν ένα μεγάλο σκέλος των επενδύσεων αξίας 993εκατ., ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει η επιτυχής ολοκλήρωση των 9 τρεχόντων τομεακών προγραμμάτων ΕΣΠΑ 2014-2020.

Στο εθνικό σκέλος των δημοσίων επενδύσεων, οι προτεραιότητες που τίθενται αναφορικά με την υποστήριξη των φορέων τοπικής αυτοδιοίκησης, την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από τις φυσικές καταστροφές και την άσκηση κοινωνικών πολιτικών αποτελεί θετική ένδειξη. Επισημαίνουμε ότι σε θεσμικό επίπεδο εκκρεμούν αποφάσεις που αφορούν την υλοποίηση δράσεων για την υποστήριξη της επιχειρηματικότητας σε εθνική και περιφερειακή κλίμακα, καθώς και η διεύρυνση του πλαισίου χρηματοδότησης δράσεων έρευνας και ανάπτυξης.