Έχει ακόμη δρόμο μπροστά της η ελληνική οικονομία!

Το έχουμε ξαναγράψει ότι, το τελευταίο χρονικό διάστημα, έχουν αρχίσει και πληθαίνουν οι καλές ειδήσεις για την ελληνική οικονομία. Αυτή την εβδομάδα λοιπόν είχαμε δύο πολύ θετικά γεγονότα. Πρώτον, τις ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο, που εξέπληξαν ευχάριστα. Δεύτερον, τις αποφάσεις του Eurogroup, με τις οποίες η 4η μεταμνημονιακή αξιολόγηση έκλεισε και τυπικά, χωρίς κανένα «παρατράγουδο»!

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Οι ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ξεκάθαρα, ότι η ελληνική οικονομία σταδιακά ανεβάζει ταχύτητα. Συγκεκριμένα, η αύξηση του ΑΕΠ το 3ο τρίμηνο της φετινής χρονιάς έφτασε το 2,3% σε σύγκριση με το 3ο τρίμηνο 2018, προφανώς στηριζόμενη και στις πολύ καλές επιδόσεις του τουρισμού. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,6%, σε σχέση με το 2ο τρίμηνο 2019, με τις επενδύσεις και την κατανάλωση να δείχνουν τάσεις βελτίωσης, έστω και οριακά.

Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός, ότι η ΕΛΣΤΑΤ έχει προχωρήσει και σε αναθεώρηση προς τα πάνω των στοιχείων για τα δύο πρώτα τρίμηνα. Έτσι, το 2ο τρίμηνο η άνοδος του ΑΕΠ ήταν της τάξης του 2,8%, αντί για 1,9% που υπολόγιζε πριν η ΕΛΣΤΑΤ, ενώ το 1ο τρίμηνο το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,4%, έναντι 1,1% προηγούμενης πρόβλεψης. Το αποτέλεσμα είναι η ελληνική οικονομία να εμφανίζεται ότι αναπτύσσεται ρυθμό 2,1% τα τρία πρώτα τρίμηνα του τρέχοντος έτους, δηλαδή πάνω από την εκτίμηση για 2% που περιλαμβάνει ο κρατικός προϋπολογισμός του 2020.

Αναλυτικότερα, σε ετήσια βάση: Η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη παρουσίασε αύξηση 0,5% σε σχέση με το 3o τρίμηνο του 2018. Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 2,0% σε σχέση με το 3o τρίμηνο του 2018. Αύξηση κατά 9,5% σε σχέση με το 3o τρίμηνο του 2018 παρουσίασαν οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 6,2% ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 14,5%. Μείωση κατά 2,9% σε σχέση με το 3o τρίμηνο του 2018 παρουσίασαν οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Οι εισαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 4,9% και οι εισαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 8,6%.

Του Σπύρου Σταθάκη

Πέρα από τις ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ, που δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία αρχίζει και επιταχύνει ρυθμούς, είχαμε και το Eurogroup, όπου ίσως για πρώτη φορά έκλεισε μία αξιολόγηση από τους δανειστές χωρίς παρατηρήσεις, χωρίς «γκρίνιες», χωρίς εκκρεμότητες και «αστερίσκους». Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης έκαναν αποδεκτή την σχετική έκθεση της Κομισιόν, χωρίς πολλά-πολλά!

Έτσι, αποφάσισαν, μάλλον με συνοπτικές διαδικασίες, την ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης της μεταμνημονιακής εποπτείας και την επιστροφή στην Ελλάδα των κερδών (ANFAs και SMPs) ύψους 767 εκατ. ευρώ από ελληνικά ομόλογα, που έχουν στην κατοχή τους η ΕΚΤ και κεντρικές τράπεζες χωρών της Ευρωζώνης. Η επίσημη ανακοίνωση του Eurogroup είναι ενδεικτική του κλίματος που επικράτησε στη συνεδρίαση. Ειδικότερα, στην ανακοίνωση αναφέρονται τα εξής:

«Το Eurogroup συζήτησε την εφαρμογή των μεταρρυθμιστικών δεσμεύσεων από την Ελλάδα με βάση την τέταρτη έκθεση ενισχυμένης εποπτείας που δημοσιεύτηκε στις 20 Νοεμβρίου. Καλωσορίζουμε την επιβεβαίωση των θεσμών ότι η Ελλάδα αναμένεται να επιτύχει άνετα τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019. Καλωσορίζουμε επίσης την υιοθέτηση του προϋπολογισμού για το 2020, ο οποίος προβλέπεται να διασφαλίσει την επίτευξη του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα και που περιλαμβάνει πακέτο φιλοαναπτυξιακών μέτρων με στόχο τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης του κεφαλαίου και της εργασίας.

Η Ελλάδα έχει σημειώσει επίσης σημαντική πρόοδο σε ευρύτερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, κυρίως στους τομείς της αγοράς εργασίας, της ψηφιακής διακυβέρνησης, της αδειοδότησης επενδύσεων και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Επιπλέον, λαμβάνουμε υπόψη τα μεσοπρόθεσμα ρίσκα και τις προκλήσεις που επισημαίνει η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας. Είναι καθοριστικής σημασίας για την Ελλάδα να διατηρήσει, και όπου είναι αναγκαίο να επιταχύνει, το μεταρρυθμιστικό μομέντουμ στο μέλλον, μεταξύ άλλων και μέσω της αποφασιστικής εφαρμογής μεταρρυθμίσεων σε όλα τα επίπεδα.

Με βάση τα παραπάνω, καλωσορίζουμε το ό,τι οι ελληνικές αρχές επανέλαβαν τη γενικότερη δέσμευσή τους να συνεχίσουν την εφαρμογή όλων των βασικών μεταρρυθμίσεων που υιοθετήθηκαν υπό το πρόγραμμα του ESM, ειδικά όσον αφορά στην μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε μηδενικά επίπεδα, στις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα και τις ιδιωτικοποιήσεις. Καλωσορίζουμε επίσης την ισχυρή δέσμευση των ελληνικών αρχών να μην επεκτείνουν πέρα από τον Απρίλιο του 2020 το ισχύον καθεστώς για την προστασία της πρώτης κατοικίας και καλωσορίζουμε την πρόθεσή τους να προχωρήσουν σε ευρεία μεταρρύθμιση του πτωχευτικού δικαίου ως το τέλος Απριλίου του 2020.

Το νέο πλαίσιο θα πρέπει να έχει σαν στόχο να διασφαλίσει την κατάλληλη ενίσχυση όλων των υποθηκών, το οποίο θα βοηθήσει να ομαλοποιηθεί η παροχή πίστωσης στην οικονομία από τον τραπεζικό τομέα. Είναι επίσης καθοριστικής σημασίας να συνεχιστεί και να ενισχυθεί η εφαρμογή των υπόλοιπων μεταρρυθμίσεων στο χρηματοοικονομικό σύστημα, ειδικά όσον αφορά στην ταχεία εκκαθάριση των κρατικών δανειακών εγγυήσεων, τo ξεκαθάρισμα των υποθέσεων χρεοκοπίας νοικοκυριών που εκκρεμούν στα δικαστήρια και τις περαιτέρω βελτιώσεις στο πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές δημοπρασίες. Τα παραπάνω θα συνεχίσουν να βρίσκονται υπό παρακολούθηση στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας.

Mε βάση τα παραπάνω, το Eurogroup καλωσορίζει την εκτίμηση των ευρωπαϊκών θεσμών ότι η Ελλάδα έχει λάβει τις αναγκαίες δράσεις για να εκπληρώσει τις μεταρρυθμιστικές της δεσμεύσεις για το πρώτο εξάμηνο του 2019, στο πλαίσιο της προώθησης μιας ευρύτερης μεταρρυθμιστικής ατζέντας, και ότι υπάρχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να επιβεβαιωθεί η εκταμίευση της δεύτερης δόσης μέτρων που αφορούν το χρέος και συνδέονται με την εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών. Mε την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων εθνικών διαδικασιών, το EWG και το Συμβούλιο των Διοικητών του EFSF αναμένεται να εγκρίνουν την μεταφορά των κερδών από τα προγράμματα αγοράς ομολόγων SMP και ANFA και τη μείωση σε μηδενικό επίπεδο της αύξησης του επιτοκιακού περιθωρίου σε κάποια δάνεια του EFSF, συνολικής αξίας 767 εκατ. ευρώ.

Το Eurogroup δίνει εντολή στους ευρωπαϊκούς θεσμούς να ξεκινήσουν τεχνική εργασία για την πιθανή χρήση των κερδών από τα προγράμματα αγοράς ομολόγων ANFA και SMP για τη μείωση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών ή για τη χρηματοδότηση κοινά συμφωνημένων επενδύσεων, σε ευθυγράμμιση με τους συμφωνημένους δημοσιονομικούς στόχους και την ανακοίνωση του Eurogroup του Ιουνίου του 2018. Η επόμενη συζήτησή μας για την Ελλάδα θα βασιστεί στην πέμπτη έκθεση ενισχυμένης εποπτείας η οποία αναμένεται να εκδοθεί τον Φεβρουάριο του 2020».

Υπάρχουν ακόμη ζητήματα προς αντιμετώπιση

Σε πρώτο πλάνο, και όπως προκύπτει από την ανακοίνωση του Eurogroup, η κυβέρνηση πέτυχε να αρχίσει επισήμως η διαπραγμάτευση για την αλλαγή της χρήσης των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα, τα οποία από το 2020 λογικά, και εφόσον όλα κυλήσουν ομαλά, θα κατευθύνονται για την χρηματοδότηση επενδύσεων μέσω του ΠΔΕ. Και αυτή αναμφισβήτητα είναι μία πάρα πολύ καλή εξέλιξη. Σε δεύτερο πλάνο, πάντως, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στην εξής παρατήρηση του Eurogroup: «Είναι καθοριστικής σημασίας για την Ελλάδα να διατηρήσει, και όπου είναι αναγκαίο να επιταχύνει, το μεταρρυθμιστικό μομέντουμ στο μέλλον, μεταξύ άλλων και μέσω της αποφασιστικής εφαρμογής μεταρρυθμίσεων σε όλα τα επίπεδα».

Το… «μυστικό» σε αυτή την παρατήρηση είναι ότι η Κομισιόν στην έκθεσή της, πέρα από την σημαντική πρόοδο που καταγράφει στην υλοποίηση των μεταμνημονιακών προαπαιτούμενων και των μεταρρυθμίσεων που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της Ενισχυμένης Εποπτείας, επισημαίνει και μία σειρά από ρίσκα και προκλήσεις μεσοπρόθεσμα, που έχουν να κάνουν κυρίως με τις επίμονες μακροοικονομικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας. Συνοπτικά η Επιτροπή αναφέρει τα εξής:

•           Τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικούς δημοσιονομικούς κινδύνους σχετικά με τις συντάξεις και τους μισθούς του δημόσιου τομέα.

•           Σε ό,τι αφορά τις συντάξεις το ζήτημα προκύπτει από τις αποφάσεις του ΣτΕ, ενώ για το μισθολόγιο του Δημοσίου από τον υψηλό αριθμό προσωρινού προσωπικού και τη διεύρυνση των εξαιρέσεων στο ενιαίο μισθολόγιο.

•           Παρά την πρόοδο στο πρώτο εξάμηνο του 2019, η πλειοψηφία των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών συνεχίζει να ακυρώνεται, να αναστέλλεται ή να αποτυγχάνει λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος και τα περισσότερα ακίνητα καταλήγουν ξανά στις τράπεζες.

•           Παραμένει μεγάλο το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα (στο 43,6% των δανείων τον Ιούνιο του 2019).

•           Υπάρχουν κίνδυνοι για την ανάπτυξη, που προέρχονται από την επιβράδυνση της εξωτερικής ζήτησης, καθώς και από την επίμονη υποεκτέλεση του προϋπολογισμού του ΠΔΕ.

•           Το απόθεμα των εξωτερικών υποχρεώσεων παραμένει μεγάλο, καθώς η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας διαμορφώθηκε στο -140,7% του ΑΕΠ το 2018, παραμένοντας έντονα αρνητική.

•           Το υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους εξακολουθεί να επιβαρύνει την οικονομία και καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη στις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησής της μακροπρόθεσμα.

•           Παρά τη θετική αύξηση της απασχόλησης, τα ποσοστά ανεργίας και ανεργίας των νέων εξακολουθούν να είναι τα υψηλότερα στην Ε.Ε.

Αυτές είναι πάνω-κάτω οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία, τις οποίες κατά καιρούς έχουν αναλύσει και άλλοι οργανισμοί (π.χ. ΔΝΤ, Τράπεζα της Ελλάδος, ΟΟΣΑ, κ.λ.π.), τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη επίσπευσης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπισή τους. Για παράδειγμα, η ΤτΕ κατά κόρον έχει αναφερθεί στις προκλήσεις αυτές, όπως:

Το υψηλό δημόσιο χρέος (του οποίου βεβαίως η βιωσιμότητα βελτιώθηκε σημαντικά και θεωρείται εξασφαλισμένη μεσοπρόθεσμα με τα μέτρα που ενέκρινε το Eurogroup από το 2012 έως το 2018) δημιουργεί αβεβαιότητα σε μακροπρόθεσμη βάση (μετά το 2030) στην περίπτωση εξωγενών κλυδωνισμών όπως είναι μια διεθνής παρατεταμένη ύφεση ή μια άνοδος των επιτοκίων. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που χειροτέρευσε με τις πρώτες ενδείξεις οικονομικής ανάπτυξης παρά την ύπαρξη αρνητικού παραγωγικού κενού, σε συνδυασμό με τη μεγάλη αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση. Αυτό υποδηλώνει κυρίως την ανάγκη περαιτέρω βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας.

Το υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας και η προβλεπόμενη δημογραφική επιδείνωση (λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της εξερχόμενης μετανάστευσης) επηρεάζουν αρνητικά τη δυνητική ανάπτυξη και δημιουργούν προβλήματα στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Τον αργό ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας, που συνεπάγεται υψηλό κίνδυνο τεχνολογικής υστέρησης και ψηφιακού αναλφαβητισμού. Το μεγάλο επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε εξαιτίας της πολυετούς ύφεσης και το οποίο κινδυνεύει να επηρεάσει μόνιμα την παραγωγική ικανότητα της ελληνικής οικονομίας.

Πέρα από τα ανωτέρω, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολύ αυστηρές δημοσιονομικές, νομισματικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες σε σύγκριση με όλα τα άλλα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, παρά τη σημαντική πτώση των αποδόσεων των ελληνικών 10ετών κρατικών ομολόγων. Τα πρωτογενή πλεονάσματα που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της συμφωνίας για την ελάφρυνση χρέους στο Eurogroup στις 21 Ιουνίου 2018 είναι πολύ υψηλά, ιδιαίτερα μάλιστα αν διορθωθούν για τον οικονομικό κύκλο, και, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς δημογραφικές προοπτικές της χώρας, περιορίζουν τη δυνατότητα επίτευξης σημαντικά υψηλότερων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, ενώ το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει σε πολύ υψηλό επίπεδο (43,6% του συνόλου των δανείων), περιορίζοντας την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις και να στηρίξει την πραγματική οικονομία.

Προκειμένου λοιπόν να αποσοβήσει τους κινδύνους από την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας και να αντιμετωπίσει τις εναπομένουσες προκλήσεις και τα προβλήματα που κληροδότησε η κρίση, η κυβέρνηση πρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζει ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και οικονομικών πολιτικών φιλικών στο επιχειρείν και στην παραγωγικότητα. Οι πολιτικές αυτές αφορούν την αναμόρφωση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης, τον καλύτερο συντονισμό και την παρακολούθηση του κυβερνητικού έργου, την προσέλκυση επενδύσεων, ιδίως ξένων άμεσων επενδύσεων, την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων, την επανεκκίνηση μεγάλων επενδυτικών έργων, τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) και τη μείωση της φορολογίας, με παράλληλη τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των συμφωνημένων δημοσιονομικών στόχων.