Σταδιακή επιστροφή στην κανονικότητα

Είναι πολύ σπάνιο, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, μία αξιολόγηση από τους δανειστές να ολοκληρώνεται σχετικά στην ώρα της, και «αναίμακτα». Είχαμε συνηθίσει, βλέπετε, σε όλες σχεδόν τις προηγούμενες φορές το «δράμα» των παρατεταμένων χρονικά διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις ελληνικές αρχές και στα ελεγκτικά κλιμάκια των δανειστών, τις ανατροπές, τις πρόσθετες απαιτήσεις, τα πισωγυρίσματα, κ.λ.π. Στην περίπτωση της 4ης μεταμνημονιακής αξιολόγησης, όμως, όλα φαίνεται ότι κύλησαν ομαλά!

Και αυτή είναι άλλη μία εξέλιξη που δείχνει ότι πράγματι, τα πράγματα αλλάζουν προς το καλύτερο. Αυτό άλλωστε φάνηκε και από τις σχετικές δηλώσεις των αρμόδιων Ευρωπαίων αξιωματούχων, δηλαδή του αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αρμόδιου για το ευρώ, Βάλντις Ντομπρόβσκις, καθώς και του επιτρόπου Οικονομικών, Πιέρ Μοσκοβισί. Το ύφος των δηλώσεων τα λέει όλα. Κάποτε, ακούγαμε από τους κοινοτικούς παράγοντες παρατηρήσεις, ενστάσεις και… «νουθεσίες» για έγκαιρη ολοκλήρωση των προαπαιτούμεων δράσεων. Τώρα; Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ο Μοσκοβισί έκανε λόγο για «επιστροφή στην κανονικότητα».

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Αναλυτικότερα, ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν χαρακτήρισε την έκθεση για την Ελλάδα θετική και ενθαρρυντική, σημειώνοντας παράλληλα πως η Ελλάδα για έκτο συνεχόμενο έτος θα ξεπεράσει τον στόχο για το πλεόνασμα και αναμένεται να εκπληρώσει τον στόχο και το 2020. Επιπλέον, ο κ. Ντομπρόβσκις τόνισε ότι η κυβέρνηση έχει κάνει σημαντικά βήματα για την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων, κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση των τραπεζών προκειμένου να μπορούν να δίνουν πιστώσεις σε επιχειρήσεις και πρόσωπα.

Συν τοις άλλοις, οι δράσεις που έχει αναλάβει η κυβέρνηση εκπληρώνουν τις δεσμεύσεις της για το 2019, με τον αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επισημαίνει την αναγκαιότητα ολοκλήρωσης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι ο κ. Ντομπρόβσκις «έκλεισε το μάτι» στη χαλάρωση των δημοσιονομικών στόχων, επισημαίνοντας βεβαίως πως η Ελλάδα έχει με μεγάλη διαφορά το υψηλότερο χρέος στην Ευρωζώνη και δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για λάθη. Ωστόσο, τα πρωτογενή πλεονάσματα συνδέονται με την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους και εφόσον υπάρξει μια σαφή θετική τάση τότε αυτό θα μπορούσε να αποτυπωθεί και στα πρωτογενή πλεονάσματα.

Ικανοποίηση Μοσκοβισί

Από την πλευρά του ο Πιέρ Μοσκοβισί εξέφρασε την ικανοποίησή του για τα θετικά συμπεράσματα της έκθεσης, στη βάση των οποίων θα κριθεί και η καταβολή στην Ελλάδα περαιτέρω κεφαλαίων, των κερδών των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα. Σύμφωνα με τον κοινοτικό επίτροπο, η νέα ελληνική κυβέρνηση έκανε τα απαραίτητα προκειμένου να επιτύχει όλες τις δεσμεύσεις της για τα μέσα του 2019. Σε σύντομο δε χρονικό διάστημα προχώρησαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις που θα έχουν θετικό αντίκτυπο στις επενδύσεις και στην ανάπτυξη. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι η σημερινή κυβέρνηση εκπλήρωσε τα προαπαιτούμενα που αφορούσαν στο πρώτο εξάμηνο του 2019, και αυτό παρά τα στενά χρονικά περιθώρια που είχε στη διάθεσή της.

Οι θετικές επισημάνσεις και οι παρατηρήσεις

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα τι επισημαίνει η Κομισιόν στην έκθεση για την ολοκλήρωση της 4ης μεταμνημονιακής αξιολόγησης. Κατ’ αρχήν διαπιστώνεται ότι η Ελλάδα έχει κάνει τα απαραίτητα βήματα για την εκπλήρωση των δεσμεύσεών της. Αυτή η έκθεση μάλιστα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση ώστε το Eurogroup να αποφασίσει την αποδέσμευση της δεύτερης δόσης των μέτρων για το χρέος αξίας 767 εκατ. ευρώ, από τη στιγμή που δεν υπάρχουν εκκρεμότητες σε ό,τι αφορά τα προαπαιτούμενα.

Σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν, η Ελλάδα έχει αναλάβει τις απαραίτητες ενέργειες για την επίτευξη των συγκεκριμένων μεταρρυθμιστικών της δεσμεύσεων για τα μέσα του 2019. Οι περαιτέρω δράσεις θα είναι ζωτικής σημασίας για την ολοκλήρωση και, όπου είναι απαραίτητο, την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων. Η αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη τις προσπάθειες της νέας κυβέρνησης τους τελευταίους μήνες για την εφαρμογή των δεσμεύσεων στο πλαίσιο της προώθησης ενός ευρύτερου προγράμματος μεταρρυθμίσεων και της προθυμίας της να τις προετοιμάσει σε στενή συνεργασία με τα θεσμικά όργανα.

Ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος

Στο δημοσιονομικό πεδίο, ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος θα επιτευχθεί για το 2019 (3,8%) και για το 2020 (3,5%), παρά τα θετικά μέτρα που λήφθηκαν τον περασμένο Μάιο, τα οποία ανήλθαν τελικά στο 0,7% του ΑΕΠ, ενώ στην προηγούμενη έκθεση γινόταν λόγος για δημοσιονομικό κόστος 1,1-1,4% του ΑΕΠ. Για να εξασφαλιστεί η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, η νέα κυβέρνηση αναθεώρησε τα ανώτατα όρια δαπανών προς πιο ρεαλιστικά επίπεδα, ενώ επιπλέον φορολογικά έσοδα παρείχαν περαιτέρω δημοσιονομικό χώρο. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, παρόλο που τα μέτρα που πήρε η νέα κυβέρνηση για το 2020 είναι δημοσιονομικά ουδέτερα, αναμένεται να βελτιώσουν την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών και να προωθήσουν την ανάπτυξη.

Ωστόσο, η Κομισιόν παρατηρεί ότι τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικούς δημοσιονομικούς κινδύνους σχετικά με τις συντάξεις και τους μισθούς του δημόσιου τομέα. Σε ό,τι αφορά τις συντάξεις το ζήτημα προκύπτει από τις αποφάσεις του ΣτΕ, ενώ για το μισθολόγιο του Δημοσίου από τον υψηλό αριθμό προσωρινού προσωπικού και τη διεύρυνση των εξαιρέσεων στο ενιαίο μισθολόγιο. Κάτι τέτοιοι θα μπορούσε να επηρεάσει την επίτευξη του στόχου του 3,5% του ΑΕΠ αλλά και να οδηγήσει σε περαιτέρω υποεκτέλεση του προϋπολογισμού για τις δημόσιες επενδύσεις. Σε ό,τι αφορά τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις, η Επιτροπή σημειώνει ότι η αναθεώρηση του ΕΝΦΙΑ πρέπει να επαναπρογραμματιστεί προκειμένου να διευκολυνθεί η ουσιαστικότερη μεταρρύθμιση του συστήματος αντικειμενικών αξιών για τις φορολογικές επιβαρύνσεις έως το τέλος του 2020. Παράλληλα δείχνει «κίτρινη κάρτα» στην κυβέρνηση για τον ΦΠΑ στην οικοδομή, προειδοποιώντας ότι η αναστολή του στις καινούργιες οικοδομές για τρία χρόνια κινδυνεύει να αυξήσει το μερίδιο της μαύρης οικονομίας και τίθεται υπό διερεύνηση σε σχέση με τη συμβατότητά του με το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Επιπλέον μέτρα

Επιπλέον, οι στόχοι για τη στελέχωση της ανεξάρτητης αρχής εσόδων, σημειώνεται ότι δεν αναμένεται να επιτευχθούν, ωστόσο στην έκθεση επισημαίνεται ότι η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να λάβει επιπλέον μέτρα, ενώ το ίδιο κάνει και με το ζήτημα της αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων του Δημόσιου, καθώς υιοθέτησε σχέδιο δράσης για την αποπληρωμή τους μέχρι το 2021. Αντίστοιχα, μεικτή πρόοδος καταγράφεται στα ζητήματα των μεταρρυθμίσεων στην υγεία και το κράτος πρόνοιας, με τους σχετικούς όρους για το 2019 να παραμένουν εντός τροχιάς. Αναφορικά με τον τραπεζικό τομέα, και ειδικά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, η Επιτροπή τονίζει πως η μείωσή τους έχει επιταχυνθεί αλλά το συνολικό απόθεμα παραμένει υψηλό (74,5 δισ. ευρώ ως τον Ιούλιο του 2019) και ο στόχος παραμένει η μείωση στα 26 δισ. ως το τέλος του 2021, ζητώντας πρόσθετες προσπάθειες. Σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα Ηρακλής, μπορεί να συμβάλει «στον καθαρισμό του ισολογισμού των ελληνικών τραπεζών.

Από κει και πέρα, παρά την πρόοδο στο πρώτο εξάμηνο του 2019, η πλειονότητα των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών συνεχίζει να ακυρώνεται, να αναστέλλεται ή να αποτυγχάνει λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος και τα περισσότερα στοιχεία καταλήγουν ξανά στις τράπεζες. Κατά την Κομισιόν, η κυβέρνηση εξετάζει ήδη τις διαδικασίες που οδηγούν σε ακυρώσεις και αναβολές, ώστε να προτείνει σύντομα τα απαραίτητα μέτρα. Επιπλέον, οι ελληνικές αρχές έχουν προχωρήσει σε αλλαγές στο πλαίσιο και στην ηλεκτρονική πλατφόρμα αιτήσεων. Σχεδιάζουν να παρατείνουν τη ρύθμιση κατά τέσσερις μήνες, ως τα τέλη Απριλίου του 2020. Ενώ μια τεχνική παράταση θα βοηθήσει να αυξηθεί ο αριθμός των ρυθμίσεων από τα τρέχοντα χαμηλά επίπεδα, επιβραδύνεται η προσπάθεια ομαλοποίησης της κουλτούρας πληρωμών.

Σε ό,τι αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις, η Επιτροπή χαιρετίζει την πρόοδο σε Ελληνικό, Μαρίνα Αλίμου, ΕΛ.ΠΕ., στο Αεροδρόμιο, ΔΕΠΑ, περιφερειακά αεροδρόμια και Εγνατία, αλλά σημειώνει και τα σχετικά εμπόδια που πρέπει ακόμη να ξεπεραστούν. Ωστόσο, πρέπει να ολοκληρωθούν μέχρι τα τέλη του 2019 οι κινήσεις σε Εγνατία, ΔΕΠΑ, περιφερειακούς λιμένες Αλεξανδρούπολης και Καβάλας, Ελ. Βενιζέλο, ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ. Στην έκθεση επισημαίνεται, εξάλλου, ότι από την ανάληψη των καθηκόντων της η κυβέρνηση έχει λάβει ορισμένα πρώτα βήματα που ανοίγουν τον δρόμο για τη βελτίωση του επιχειρηματικού τοπίου.

Η βιωσιμότητα του χρέους

Τέλος, η έκθεση περιλαμβάνει μια επικαιροποιημένη ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους. Σύμφωνα με αυτήν, το βασικό σενάριο δείχνει ότι το χρέος μειώνεται, αν και παραμένει πάνω από το 100% του ΑΕΠ έως το 2041. Οι ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης της Ελλάδας θα κυμανθούν γύρω στο 10% του ΑΕΠ έως το 2032 και θα παραμείνουν γύρω στο 14% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του χρονικού ορίζοντα πρόβλεψης. Η Κομισιόν προχώρησε σε αναθεώρηση της προηγούμενης ανάλυσης βιωσιμότητας χρέους με βασικές παραδοχές ότι η χώρα πιάνει τους συμφωνηθέντες στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα και ότι θα εφαρμοστούν όλα τα μέτρα ελάφρυνσης που είχε αποφασίσει το Eurogroup. Επίσης υπολόγισε ότι τα έσοδα από τα κέρδη για τα ελληνικά ομόλογα (ANFAs και SMPs) θα χρησιμοποιηθούν μόνο για την εξυπηρέτηση χρέους. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι έναντι της προηγούμενης έκθεσης, τα επιτόκια δανεισμού της χώρας υποχώρησαν σημαντικά αλλά εκτιμά ότι υπάρχει αξιοσημείωτη αβεβαιότητα για το κατά πόσο θα συνεχιστεί αυτό το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και κατά πόσο αυτό μπορεί να έχει αντανάκλαση στη μελέτη με διαρκή τρόπο.

Τα επόμενα βήματα και οι προκλήσεις

Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, η Κομισιόν σημειώνει στην έκθεση για την 4η αξιολόγηση, ότι οι μεσοπρόθεσμες επιδόσεις αναφορικά με την ανάπτυξη εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ενίσχυση των επενδύσεων, οι οποίες παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Η αγορά εργασίας δείχνει περαιτέρω βελτίωση και η ανεργία εξακολουθεί να μειώνεται με σταθερό ρυθμό. Ωστόσο, υπάρχουν κίνδυνοι που προέρχονται από την επιβράδυνση της εξωτερικής ζήτησης, καθώς και από την επίμονη υποεκτέλεση του προϋπολογισμού του ΠΔΕ.

Υπάρχουν πάντως και προοπτικές ταχύτερης ανάκαμψης που συνδέονται με τη σημαντική βελτίωση του επιχειρηματικού και του καταναλωτικού κλίματος, το οποίο δεν έχει ακόμη εκφραστεί μέσα από σημαντικές αυξήσεις των επενδύσεων και της κατανάλωσης. Για την Κομισιόν, κομβικό σημείο για την ενίσχυση των ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, είναι η διατήρηση της μεταρρυθμιστικής τάσης που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, συμπεριλαμβανομένων των μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο εξυγίανσης των κόκκινων δανείων.

Θετική τάση για την πορεία του ΑΕΠ

Η αλήθεια είναι ότι οι μικρές αλλά συνεχείς τα τελευταία χρόνια βελτιώσεις που σημειώνονται στους ρυθμούς μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας έχουν διαμορφώσει μία ήπια θετική τάση για την πορεία του ΑΕΠ τουλάχιστον κατά το τρέχον έτος, όπως επισημαίνει και το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο στην φθινοπωρινή του έκθεση. Σε αυτό φαίνεται να συμφωνούν εκτός των ελληνικών αρχών και οι τρεις μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί (E.E., ΔΝΤ, ΟΟΣΑ) οι οποίοι θέτουν τις εκτιμήσεις τους για το κλείσιμο του έτους σε επίπεδα κοντά στο 2%, οριακά μεγαλύτερα από το 1,9% του 2018, το οποίο είχε διαδεχθεί το 1,4% του 2017.  Οι προβλέψεις περαιτέρω βελτίωσης των ρυθμών μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2020 βασίζονται εν μέρει στη διατήρηση της θετικής αυτής τάσης, η οποία θα πρέπει να λάβει χώρα με υπεραπόδοση της οικονομίας κατά το δεύτερο μισό του τρέχοντος έτους (μεγέθυνση περί το 2,5%) σε σχέση με το πρώτο (1,5% με προσωρινά στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ) και στη συνέχεια, βάσει του «αποτελέσματος μεταφοράς» (carry over effect), διατήρηση και περαιτέρω βελτίωση της υπεραπόδοσης αυτής καθ’ όλο το έτος 2020. Εντούτοις, η διατήρηση της θετικής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας κατά το 2020 ενέχει κινδύνους, πηγές των οποίων εδράζονται στην αποτελεσματικότητα του μείγματος των μέτρων που λήφθηκαν από την τωρινή και την προηγούμενη κυβέρνηση, οι επιδράσεις των οποίων ως προς την ενίσχυση της ενεργού ζήτησης στην οικονομία αναμένεται να έχουν αντίκτυπο κατά το τρέχον εξάμηνο και μετά.

Η ανάλυση

Ειδικότερα, και σύμφωνα με την ανάλυση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου:

Ενέχει υψηλή αβεβαιότητα το σενάριο της επεκτατικής επίδρασης των δημοσιονομικών παρεμβάσεων του 2020, στον βαθμό που οι πολλαπλασιαστικές επιδράσεις που έχουν εκτιμηθεί (μεγαλύτερες της μονάδας για τα επεκτατικά φορολογικά μέτρα) αποδειχθούν χαμηλές.  Επιπλέον αβεβαιότητες υπάρχουν ως προς την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, εξαιτίας της εικαζόμενης ροπής των νοικοκυριών για «απομόχλευση». Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος επιδείνωσης του εξωτερικού ισοζυγίου της οικονομίας, λόγω αύξησης των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών που ικανοποιούν καταναλωτικούς είτε παραγωγικούς σκοπούς. Στο σενάριο επιδείνωσης του εξωτερικού ισοζυγίου συγκαταλέγονται οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εγχώριες εξαγωγικές δυνάμεις, από το διεθνή ανταγωνισμό ιδιαίτερα υπό συνθήκες αργής αποκατάστασης της χρηματοδότησής τους από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Κίνδυνοι για την επίτευξη του αισιόδοξου μακροοικονομικού σεναρίου πηγάζουν από την πιθανή οικονομική επιβράδυνση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, το μεγάλο όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων των ελληνικών εμπορικών τραπεζών οι οποίες επιβραδύνουν την πιστωτική επέκταση, αλλά και τις όποιες αρνητικές επιπτώσεις από τη διαδικασία αποχώρησης της Μ. Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τέλος, το διεθνές περιβάλλον φορτίζεται από γεωπολιτικές εντάσεις και αβεβαιότητες. Αυτές αφορούν ιδιαίτερα στο ζήτημα των σχέσεων Τουρκίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού ζητήματος, καθώς και στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή κυπριακής δικαιοδοσίας.