Η πολυπόθητη ανάπτυξη και το «στοίχημα» της ρευστότητας!

-Το νομοσχέδιο της κυβέρνησης με τις φοροελαφρύνσεις, τα μέτρα ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος, το τεράστιο έλλειμμα σε επενδύσεις, η αρνητική αποταμίευση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, και η ρευστότητα που λείπει από την οικονομία. -Ο περιορισμός της δυσβάσταχτης φορολογικής επιβάρυνσης, η επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η συνεχής ενίσχυση των κινήτρων για επενδύσεις, και η οριστική εξυγίανση των τραπεζών, θα καθορίσουν τις εξελίξεις.

Οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία διαμορφώνουν μια εικόνα συνεχιζόμενης ανάκαμψης, χωρίς όμως την απαραίτητη δυναμική για την είσοδο σε μια τροχιά υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Αυτό επισημαίνει ο ΣΕΒ στο τελευταίο μηνιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων, σημειώνοντας παράλληλα, ότι οι πηγές αβεβαιότητας σε παγκόσμιο επίπεδο αυξάνονται, ασκώντας πιέσεις στο διεθνές εμπόριο, τη βιομηχανική παραγωγή και την επενδυτική δραστηριότητα.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Σε αυτό το πλαίσιο, οι πρωτοβουλίες για τη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως πχ. με το πρόσφατο αναπτυξιακό νομοσχέδιο του Υπουργείου Ανάπτυξης που ψηφίσθηκε στη Βουλή και το φορολογικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε προς ψήφιση, αναμένεται να προάγουν την οικονομική δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, χρειάζεται να συνεχιστούν με τόλμη και αποφασιστικότητα. Πάντως, η αλήθεια είναι ότι, ο διαρθρωτικός μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας παραμένει ζητούμενο παρά τις αξιέπαινες προσπάθειες της νέας κυβέρνησης για χαλάρωση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος, για ιδιωτικοποιήσεις και για ψηφιοποίηση της οικονομίας.

Ποιο αναλυτικά, ο ΣΕΒ υπογραμμίζει ότι, η ελληνική οικονομία έχει εισέλθει σε μια σαφή φάση δυναμικής επανεκκίνησης. Προς το παρόν, όμως, οι τάσεις που διαμορφώνονται παραμένουν μικτές. Παρά την βελτίωση του μίγματος της οικονομικής πολιτικής μετά την πρόσφατη κυβερνητική αλλαγή, η διεθνής οικονομία και το παγκόσμιο εμπόριο έχουν αρχίσει να επιβραδύνονται. Επίσης, παρά την τεράστια άνοδο των επιχειρηματικών προσδοκιών και της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, και παρά τη δραματική βελτίωση στην αγορά ελληνικών ομολόγων, αλλά και την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας κατά μια βαθμίδα από Β+ σε ΒΒ- από την Standard & Poor’s, η αγορά βρίσκεται σε κατάσταση αναμονής, καθώς οι συνθήκες ρευστότητας, αν και βελτιούμενες, δρουν ακόμη περιοριστικά.

Οι αναληφθείσες νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για τη μείωση του ΕΝΦΙΑ και τη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, οι επερχόμενες φοροελαφρύνσεις φυσικών και νομικών προσώπων, η αναμενόμενη εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών, μέσω του σχεδίου «Ηρακλής» για την τιτλοποίηση μέρους των δανείων σε καθυστέρηση με εγγύηση του δημοσίου και τη μεταφορά τους εκτός χαρτοφυλακίου τραπεζών, συνιστούν φιλοαναπτυξιακές πρωτοβουλίες με ισχυρό αποτύπωμα. Επίσης, Ο ΣΕΒ σημειώνει, πως η καλή πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών το 2019, καθώς και ο υπό κατάθεση προϋπολογισμός του 2020 που διασφαλίζει τη δημοσιονομική πειθαρχία.

Τα «συν» και τα «πλην» της τρέχουσας κατάστασης

Βεβαίως, το σχετικά αυστηρό δημοσιονομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται η ελληνική οικονομία, δρα περιοριστικά στην ζήτηση. Όμως, σε συνδυασμό και με την αναμενόμενη πρόωρη εξόφληση μέρους των υψηλού κόστους δανείων του ΔΝΤ από την ελληνική κυβέρνηση, δημιουργεί αναμφίβολα συνθήκες εδραιούμενης οικονομικής σταθερότητας, και επέκτασης της οικονομίας από την πλευρά της προσφοράς.Σύμφωνα με τον ΣΕΒ πάντως, όλες οι παραπάνω θετικές εξελίξεις, δεν έχουν οδηγήσει μέχρι σήμερα αφενός σε σαφή επιτάχυνση της οικονομικής δραστηριότητας και της καθαρής εισροής κεφαλαίων από το εξωτερικό , και αφετέρου, σε αύξηση σε συνεχή βάση της καθαρής ροής των καταθέσεων των νοικοκυριών προς το τραπεζικό σύστημα, και των καθαρών ροών τραπεζικών χορηγήσεων προς τις επιχειρήσεις.

Ταυτόχρονα η ιδιωτική κατανάλωση, όπως εκφράζεται μέσω του όγκου των λιανικών πωλήσεων, δεν φαίνεται να ανακάμπτει σε αντιστοιχία με την όποια, ακόμη χαμηλή, επέκταση της απασχόλησης και των μισθών, όπως καταγράφηκαν στο πρώτο ήμισυ του 2019, με τις τιμές των αγαθών να υποχωρούν. Συγκεκριμένα, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών επιταχύνθηκε στο α’ εξάμηνο του έτους, με ταυτόχρονη επιβράδυνση, όμως, της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η σχετική βελτίωση της αποταμίευσης των νοικοκυριών, που ακόμη παραμένει αρνητική, ίσως, αποτυπώνει την προσπάθεια νοικοκυριών (περιλαμβανομένων των αυτοαπασχολουμένων) να διακανονίσουν τα χρέη τους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, μέσω του συστήματος των 120 δόσεων και των διευκολύνσεων που ισχύουν για τα υπερχρεωμένα στις τράπεζες νοικοκυριά με στεγαστικά δάνεια, μεταφέροντας σε άλλες χρήσεις πόρους που, σε διαφορετική περίπτωση, θα ενίσχυαν την ιδιωτική κατανάλωση.

Επιπλέον, οι εξαγωγές αγαθών χωρίς καύσιμα και πλοία επιβραδύνονται σε σχέση με πέρυσι, καθώς επικρατούν αρνητικές τάσεις στο διεθνές εμπόριο, ενώ οι αντίστοιχες εισαγωγές αποκλιμακώνονται, μεν, αλλά όχι επαρκώς για να στηριχθεί η εγχώρια οικονομική δραστηριότητα. Αναλυτικότερα, κατά το διάστημα Ιαν – Σεπ 2019 ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών αγαθών χωρίς καύσιμα εμφανίζει επιβράδυνση σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα το 2018, ωστόσο, δεδομένων των εντάσεων στο διεθνές εμπόριο, επιδεικνύουν αξιοσημείωτες αντοχές (5,2% το διάστημα Ιαν –Σεπ 2019, έναντι 11,6% το διάστημα Ιαν – Σεπ 2018). Ανάλογη περίπου είναι η εικόνα και στις αντίστοιχες εισαγωγές, αλλά η αποκλιμάκωσή τους είναι ηπιότερη σε σύγκριση με τις εξαγωγές (7,1% κατά το διάστημα Ιαν – Σεπ 2019, έναντι +8,8%), με αποτέλεσμα την περαιτέρω διόγκωση του εμπορικού ελλείμματος χωρίς καύσιμα (€13,2 δισ. το διάστημα Ιαν – Σεπ 2019, έναντι €12 δισ. το διάστημα Ιαν – Σεπ 2018).

Το αναπτυξιακό «αποτύπωμα» των φοροελαφρύνσεων!

Με βάση και τα παραπάνω δεδομένα, ο ΣΕΒ εκτιμά ότι, ο νέος φορολογικός νόμος, περιλαμβάνεται μεταξύ των φιλοαναπτυξιακών παρεμβάσεων της κυβέρνησης, που αναμένεται να υποστηρίξουν την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Σύμφωνα λοιπόν με το σχέδιο που κατατέθηκε προς ψήφιση, οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

– Εισαγωγή συντελεστή 9% για τα εισοδήματα έως €10.000 και μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα στις κλίμακες φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων για τα εισοδήματα από 20.000 και άνω.

– Αύξηση του αφορολόγητου στα €9.000 για όσους έχουν 1 παιδί, στα €10.000 για φορολογούμενους με δυο παιδιά, στα €11.000 για τρία παιδιά και στα €12.000 για φορολογούμενους με τέσσερα παιδιά.

– Μείωση των φορολογικών συντελεστών στα επιχειρηματικά κέρδη στο 24% από 28% για τα εισοδήματα του φορολογικού έτους 2019 και μείωση του συντελεστή παρακράτησης στα διανεμόμενα μερίσματα στο 5% από 10% με εφαρμογή από 01/01/2020 και μετά.

– Μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος στο 95% από 100% του φόρου που προκύπτει για τα Νομικά πρόσωπα (για το 2018).

– Αναστολή ΦΠΑ στις οικοδομές για τις νέες άδειες που θα εκδοθούν από 01.01.2020.

Κίνητρα για την πραγματοποίηση εργασιών που σχετίζονται με την ενεργειακή, λειτουργική και αισθητική αναβάθμιση κτιρίων, με τη χορήγηση έκπτωσης φόρου 40% για δαπάνες των σχετικών εργασιών.

– Αποσαφήνιση και απλούστευση της νομοθεσίας για τη φορολογική κατοικία, με παράλληλη θέσπιση εναλλακτικού τρόπου φορολόγησης των εισοδημάτων αλλοδαπής προέλευσης με πληρωμή ετήσιου κατ’ αποκοπή φόρου στις περιπτώσεις επενδύσεων άνω των €500.000.

– Υποχρεωτική συγκέντρωση ηλεκτρονικών αποδείξεων στο ύψος του 30% του πραγματικού εισοδήματος με προσαύξηση φόρου με συντελεστή 22% για την θετική διαφορά που προκύπτει μεταξύ του απαιτούμενου και του δηλωθέντος ποσού δαπανών.

Τα μέτρα αυτά, αναμφισβήτητα κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση, δηλαδή προς την ελάφρυνση της ελληνικής οικονομίας, από το τεράστιο βάρος των φορολογικών επιβαρύνσεων των προηγούμενων ετών.Κατά τον ΣΕΒ πάντως, το αναπτυξιακό αποτύπωμα των φορολογικών μέτρων θα ήταν ευρύτερο, εάν για παράδειγμα στο «μέτωπο» των επιχειρήσεων, είχαν συμπεριληφθεί και κομβικά μέτρα, όπως η εισαγωγή υπερ-αποσβέσεων ως κίνητρο για παραγωγικές επενδύσεις και η επιμήκυνση του χρόνου συμψηφισμού ζημιών με κέρδη από πέντε σε δέκα έτη από το 2014 και μετά.Από την άλλη, υπάρχει και ένα ζήτημα για την λεγόμενη μεσαία τάξη, που, κακά τα ψέματα, έχει σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος της οικονομικής κρίσης.

Από την επεξεργασία του φορολογικού νομοσχεδίου προκύπτει ότι, ειδικά σε ότι αφορά τις κλίμακες φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, φαίνεται πως έχουμε σχετικά μεγαλύτερες ελαφρύνσεις στα χαμηλότερα εισοδήματα των μισθωτών και συνταξιούχων απ’ ό,τι στους άνω των 20.000 ευρώ (στελέχη επιχειρήσεων), και πολύ μεγαλύτερες ελαφρύνσεις στους ελεύθερους επαγγελματίες απ’ ό,τι στους μισθωτούς. Συγκεκριμένα, τα μεγαλύτερα οφέλη από τη νέα φορολογική κλίμακα και τη νέα έκπτωση φόρου θα έχουν οι έχοντες εισοδήματα από 10.000 έως και 15.000 ευρώ

Για τα μεσαία εισοδήματα, τα οφέλη θα είναι μικρά έως μηδαμινά, ενώ μεγάλα οφέλη θα προκύψουν για όσους έχουν υψηλές αποδοχές άνω των 80.000 ευρώ. Τα πολύ υψηλά εισοδήματα θα δουν ελάφρυνση ακόμη και άνω των 1.000 ευρώ. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, τα εισοδήματα από 20.000 έως 50.000 ευρώ έχουν έκπτωση από 17 έως 20 ευρώ δηλαδή 1%.Τέλος, η φορολογική επιβάρυνση των ελεύθερων επαγγελματιών μειώνεται από 650 ευρώ τον χρόνο έως και πάνω από 2.000 ευρώ τον χρόνο. Βλέπυομε λοιπόν ότι, τα μεσαία εισοδήματα από τις διατάξεις του φορλογικού νομοσχεδίου, μάλλον είναι «ριγμένα». Πάντως, από τους κερδισμένους του φορολογικού νομοσχεδίου είναι σίγουρα και οι επιχειρήσεις, με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών στα επιχειρηματικά κέρδη και στα μερίσματα.

Οι αποταμιεύσεις και οι επενδύσεις

Οι φορολογικές παραμβάσεις θα πρέπει εξάλλου να συνδέονται και με μία άλλη κρίσιμη παράμετρο, αυτή των αποταμιεύσεων. Είδαμε ήδη ότι μέσα στο 2019, υπάρχει μία σχετική βελτίωση των αποταμιεύσεων, αλλά  παραμένουν αρνητικές. Αυτή είναι μία κακή δυστυχώς εξέλιξη, από τη στιγμή που οι αποταμιεύσεις έχουν να κάνουν άμεσα με τη διαθέσιμη ρευστότητα στην οικονομία και τη χρηματοδότηση των επενδύσεων.Ας το δούμε λοιπόν το θέμα πιο αναλυτικά.

Σύμφωνα με σχετική μελέτη του ΙΟΒΕ, η αποταμίευση των νοικοκυριών σημείωσε κατακόρυφη πτώση κατά τη διάρκεια της κρίσης, από €16 δισεκ. ή 9,0% του διαθέσιμου εισοδήματος το 2009, σε αρνητική αποταμίευση -€4 δισεκ. ή -3,1% του διαθέσιμου εισοδήματος το 2017. Αντίθετα, στην ΕΕ η αποταμίευση νοικοκυριών, η οποία είχε αυξηθεί με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση το 2009 σε 11,1% του διαθέσιμου εισοδήματος, έχει σταθεροποιηθεί σε περίπου 9,0% από το 2011 και μετά.Ως αποτέλεσμα αυτών των τάσεων, τα ελληνικά νοικοκυριά κατέγραψαν τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση στην ΕΕ το 2017, υψηλότερα μόνο σε σύγκριση με τη Ρουμανία.

Από τη σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ προκύπτει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά σημειώνουν συστηματικό «αποταμιευτικό κενό». Την δεκαετία 2008-2017, το αποταμιευτικό κενό κυμάνθηκε κατά μ.ό. σε 7,3 π.μ. του ετήσιου διαθέσιμου εισοδήματός (από 2 π.μ. απόκλιση το 2009 έως και 13 π.μ. απόκλιση το 2017) και σωρευτικά ανέρχεται περί τα €94 δισεκ. Ταυτόχρονα, το 2018, οι επενδύσεις στην Ελλάδα υποχώρησαν σε μόλις 11,1% του ΑΕΠ, από 21%-26% πριν το 2009 και έναντι 21,0% κατά μέσο όρο στην Ευρωζώνη.Για την κάλυψη του επενδυτικού κενού που έχει η χώρα, το οποίο εκτιμάται κατά μέσο όρο  σε 2,6% του ετήσιου ΑΕΠ (σωρευτικά περί τα €94 δισεκ.) για την περίοδο 2000-2018, αναγκαία είναι η πληρέστερη επιστράτευση των εγχώριων αποταμιευτικών πόρων.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης των επενδύσεων πρέπει να προέλθει από εγχώριες αποταμιεύσεις, αλλιώς επιβαρύνεται το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Το ισοζύγιο βελτιώθηκε σε σύγκριση με τα προ-κρίσης επίπεδα (από -15,1% του ΑΕΠ το 2008 σε -2,9% του ΑΕΠ το 2018), ωστόσο παραμένει ελλειμματικό, σε αντίθεση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (2,1%).

Επομένως, ο διαθέσιμος χώρος για χρηματοδότηση επενδύσεων από ξένες αποταμιεύσεις χωρίς να επιστρέψει η χώρα σε υπερβολικά ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, τα οποία θέτουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα της ανάκαμψης, είναι σχετικά περιορισμένος. Η εγχώρια αποταμίευση δημιουργεί απαραίτητο χώρο για επενδύσεις και βιώσιμο εξωτερικό ισοζύγιο. Συνδετικοί κρίκοι μεταξύ αποταμίευσης, επενδύσεων και ανάπτυξης είναι οι αγορές κεφαλαίου και οι τράπεζες.

Η τραπεζική χρηματοδότηση ωστόσο αντιμετωπίζει σημαντικούς περιορισμούς, λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερο υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα (41,2% στο τέλους του 2018, έναντι 3,8% κατά μέσο όρο στην Ευρωζώνη και 3,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση). Ταυτόχρονα, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια αύξησης της χρηματοδότησης από τις αγορές κεφαλαίου, καθώς σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης, αλλά και ακόμα περισσότερο, με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, οι αγορές κεφαλαίου δεν αξιοποιούνται επαρκώς στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, η αξία της κεφαλαιαγοράς προς την αξία τραπεζικού δανεισμού στον ιδιωτικό τομέα το 2016 ήταν μόλις 17,8% στην Ελλάδα, έναντι 72,1% κατά μέσο όρο στην Ευρωζώνη, 135% στον ΟΟΣΑ και 279% στις ΗΠΑ.

Θα μπορούσε λοιπόν η κυβέρνηση να συμπεριλάβει στο φορολογικό νομοσχέδιο που είναι ήδη σε δημόσια διαβούλευση, ή σε κάποιο άλλο στο μέλλον, φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις ιδιωτών σε κινητές αξίες εγχώριων επιχειρήσεων. Τα κίνητρα αυτά μπορούν να έχουν την μορφή έκπτωσης στο φόρο εισοδήματος ή μείωση στο φορολογητέο εισόδημα φυσικών προσώπων, ανάλογη με το ύψος των επιλέξιμων επενδύσεων. Άλλα πιθανά μέτρα περιλαμβάνουν απαλλαγή ή έκπτωση στη φορολογία μερισμάτων, τόκου και υπεραξίας κεφαλαίου από στοχευμένες τοποθετήσεις, διατήρηση μηδενικού φόρου υπεραξίας από μερίδια σε Α/Κ εσωτερικού ή εφαρμογή φοροαπαλλαγών σε τόκους από ομολογίες σε (εισηγμένες και μη) εταιρείες.

Σύμφωνα με την πρόταση που έχει επεξεργαστεί το ΙΟΒΕ, πρέπει να τεθούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις ως κριτήρια επιλεξιμότητας επενδύσεων, προς αποφυγή δημιουργίας ευκαιριών μετατόπισης φορολογητέας ύλης (tax shifting) και ανάληψης αδικαιολόγητα υψηλού κινδύνου επένδυσης. Ειδικότερα, οι επιλέξιμες επενδύσεις μπορεί να περιοριστούν σε μετοχικά, μεικτά και εταιρικά ομολογιακά Α/Κ εσωτερικού, καθώς και σε μερίδια σε ΟΣΕΚΑ, ΑΕΕΧ, ΕΚΕΣ και ΑΚΕΣ. Πρέπει επίσης να τεθεί ελάχιστος χρονικός ορίζοντας διακράτησης, π.χ. τουλάχιστον 3 έτη, προς θέσπιση κινήτρων για μακροχρόνια επενδυτική συμπεριφορά. Κρίσιμης σημασίας για τη μεγιστοποίηση της επίδρασης στην εγχώρια οικονομία είναι να επικεντρωθούν οι επιλέξιμες επενδύσεις σε τοποθετήσεις σε εγχώριες ή εγχώρια εγκατεστημένες εταιρείες.