Γερμανική στροφή-έκπληξη: «Nαι» σε πανευρωπαϊκή εγγύηση καταθέσεων

Με ένα εκτενές άρθρο-παέμβαση του στους Financial Times, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς κάνει την έκπληξη και δείχνει να σπάει ένα γερμανικό taboo: Ζητά να επιταχυνθεί η τραπεζική ένωση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλώνει ανοιχτός σε μια μορφή πανευρωπαϊκής εγγύησης καταθέσεων – την οποία η Γερμανία αντιμάχεται σφόδρα για χρόνια – και περιγράφει με λεπτομερή τρόπο τα στάδια και τις παραμέτρους για την επίτευξη του στόχου. Ωστόσο η πρότασή του περιέχει αρκετούς αστερίσκους, δημιουργώντας επιφυλάξεις για το κατά πόσο ουσιαστική είναι αυτή η Γερμανική «στροφή». Στο άρθρο του ο Σολτς αναφέρει:

Η Γερμανία θα εξετάσει την αντασφάλιση τραπεζικών καταθέσεων στην Ευρώπη

«Η ανάγκη εμβάθυνσης και ολοκλήρωσης της ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης είναι αναμφισβήτητη. Μετά από χρόνια συζήτησης, το αδιέξοδο πρέπει να λήξει. Ως εκ τούτου, καλώ την ΕΕ να δράσει τώρα για την ενίσχυση της κυριαρχίας της Ευρώπης σε έναν ολοένα και πιο ανταγωνιστικό κόσμο.

Τώρα που το Ηνωμένο Βασίλειο, έδρα των κεφαλαιαγορών του Λονδίνου, βρίσκεται στα πρόθυρα της αποχώρησης από το (ευρωπαϊκό) μπλοκ, πρέπει να σημειώσουμε πραγματική πρόοδο. Το να είμαστε εξαρτημένοι ως προς τις οικονομικές υπηρεσίες από τις ΗΠΑ ή την Κίνα, δεν αποτελεί επιλογή. Έτσι, εάν η Ευρώπη δεν θέλει να στριμωχθεί στη διεθνή σκηνή, πρέπει να προχωρήσει τα κρίσιμα σχέδια για την τραπεζική ένωση, καθώς και το συμπληρωματικό σχέδιο που αφορά στην ένωση των κεφαλαιαγορών.

Είναι προς το συμφέρον όλων μας να έχουμε μια δίκαιη, καλά σχεδιασμένη και ασφαλή τραπεζική ένωση, η οποία να εγγυάται τη σταθερότητα και να ενισχύει την ανάπτυξη σε όλα τα κράτη μέλη, προστατεύοντας ταυτόχρονα τα χρήματα των φορολογουμένων. Έχουμε ήδη επιτύχει κάποια σημαντικά βήματα. Έχουμε δημιουργήσει ενιαία ευρωπαϊκά εποπτικά όργανα και σημαντικά αυξημένα επίπεδα κεφαλαίου. Επίσης, δημιουργήσαμε ένα πλαίσιο για την αναδιάρθρωση συστημικά σημαντικών τραπεζών με προβληματική λειτουργία, χωρίς να θέτουμε σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή να χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε δημόσιους πόρους.

Ωστόσο, είμαστε μόνο στα μισά αυτού του σχεδίου. Οι ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές εξακολουθούν να είναι κατακερματισμένες, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια στην ελεύθερη ροή κεφαλαίων και στην οικονομική ρευστότητα. Έχουμε συζητήσει αυτά τα θέματα με επιμονή τα τελευταία χρόνια, χωρίς αποτέλεσμα. Τώρα είναι καιρός να θέσουμε από κοινού ένα πακέτο για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης. Αυτό έχει τέσσερα βήματα.

Πρώτον, χρειαζόμαστε κοινές διαδικασίες αφερεγγυότητας και επίλυσης θεμάτων για τις τράπεζες, με βάση το παράδειγμα της Ομοσπονδιακής Εταιρείας Ασφάλισης Καταθέσεων των ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε εκείνα τα όργανα που αποδείχθηκαν χρήσιμα σε μεγάλες τράπεζες, να είναι διαθέσιμα και στις μικρές τράπεζες. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει και τις bridge banks (σ.σ. τράπεζες που έχουν εξουσιοδότηση να κατέχουν περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις άλλων τραπεζιών, μη φερέγγυων). Όταν ο ανταγωνισμός εντός της ενιαίας αγοράς κινδυνεύει να αλλοιωθεί, θα πρέπει να αναλαμβάνει δράση το Συμβούλιο Ενιαίας Επίλυσης (SRB). Ωστόσο, η χρηματοδότηση από αυτό τον Οργανισμό δεν θα αφορά σε μη συστημικά ιδρύματα αυτού του κλάδου.

Έχουμε ήδη κοινά συστήματα ανάλυσης για μεγάλες, συστημικά σημαντικές τράπεζες στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι μικρότερες τράπεζες εμπίπτουν σε διαφορετικούς εθνικούς νόμους περί αφερεγγυότητας. Ένα ενιαίο πλαίσιο αφερεγγυότητας για τις τράπεζες θα μείωνε τις τριβές. Επιπλέον, θα ήταν μια πραγματικά ευρωπαϊκή λύση. Θα πρέπει να επιτρέψουμε την εμβάθυνση της ενοποίησης των τραπεζικών ομίλων της ΕΕ, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των χωρών όπου είναι η έδρα τους, για δίκαιη κατανομή των βαρών.

Δεύτερον, η διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού τομέα σημαίνει περαιτέρω μείωση των κινδύνων. Αυτό σημαίνει περαιτέρω μείωση του αριθμού των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά και αντιμετώπιση των κινδύνων που συνδέονται με το δημόσιο χρέος. Τα κρατικά ομόλογα δεν αποτελούν επένδυση χωρίς κινδύνους και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τέτοια.

Οι τράπεζες θα πρέπει να προβλέπουν κινδύνους από κρατικό χρέος εντός μιας αποδεκτής μεταβατικής περιόδου. Πρέπει να εισαγάγουμε προσεκτικά και σταδιακά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που αντανακλούν τους πιστωτικούς κινδύνους και τους κινδύνους συγκέντρωσης από τα κρατικά ανοίγματα στους ισολογισμούς των τραπεζών, χωρίς να απειλείται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Με την πάροδο του χρόνου, οι τράπεζες σε όλη την Ευρώπη θα μπορούσαν να δημιουργήσουν διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια κρατικών ομολόγων. Κάτι τέτοιο θα ενίσχυε τη σταθερότητά τους. Αυτή η προσέγγιση θα βοηθούσε χώρες με ασθενέστερες αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας.

Τρίτον – και αυτό δεν είναι μικρό βήμα για έναν Γερμανό υπουργό Οικονομικών – ένα ενισχυμένο πλαίσιο τραπεζικής ένωσης θα πρέπει να περιλαμβάνει κάποια μορφή κοινού ευρωπαϊκού μηχανισμού ασφάλισης καταθέσεων. Ένα ευρωπαϊκό σύστημα αντασφάλισης καταθέσεων θα ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητα της εθνικής ασφάλισης καταθέσεων.

Ωστόσο, ένα τέτοιο σύστημα θα υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις, εκ των οποίων η μία είναι ότι η εθνική ευθύνη πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί κεντρικό στοιχείο. Σε περίπτωση χρεοκοπίας της τράπεζας, θα έπρεπε να εφαρμοστεί ένας μηχανισμός τριών επιπέδων. Πρώτον, θα χρησιμοποιηθούν οι πόροι του εθνικού συστήματος εγγύησης των καταθέσεων. Δεύτερον, όταν οι ικανότητες σε εθνικό επίπεδο έχουν εξαντληθεί, ένα ευρωπαϊκό ταμείο ασφάλισης καταθέσεων, το οποίο διαχειρίζεται το Συμβούλιο Ενιαίας Επίλυσης (SRB), θα παρέχει περιορισμένη συμπληρωματική ρευστότητα μέσω ανταποδοτικών δανείων. Τρίτον, όπου ενδέχεται να είναι απαραίτητη η πρόσθετη χρηματοδότηση, θα μπορούσε να παρέμβει το σχετικό κράτος- μέλος. Θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη μια περιορισμένη κάλυψη ζημιών από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ασφάλισης Καταθέσεων, μόλις εφαρμοστούν πλήρως όλες οι παράμετροι της τραπεζικής ένωσης.

Τέλος, πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για την αποφυγή του αρμπιτράζ. η φορολογική νομοθεσία εξακολουθεί να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό εντός της ΕΕ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Γερμανία, μαζί με τη Γαλλία, ζητεί την υιοθέτηση μιας κοινής βάσης φορολογίας εταιρειών και ενός ελάχιστου καταβαλλόμενου φόρου. Η πρόοδος στην τραπεζική ένωση δεν πρέπει να οδηγήσει σε φορολογικές ρυθμίσεις που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό. Χρειαζόμαστε ενιαία φορολόγηση των τραπεζών στην ΕΕ.

Οι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής γνωρίζουν ότι υπάρχει ισχυρό ενδεχόμενο περαιτέρω βελτίωσης του θεσμικού και κανονιστικού πλαισίου προκειμένου να μειωθούν οι κίνδυνοι στον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε καταφέρει να το πετύχουμε. Τώρα, εκμεταλλευόμενοι τη νέα ενέργεια που φέρνει μια νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και με το Brexit ενώπιόν μας, ήρθε η ώρα για μια αλλαγή σε αυτό το θέμα. Ας διπλασιάσουμε τις προσπάθειές μας και να τελειώσουμε τη δουλειά. Πρέπει να τερματίσουμε το αδιέξοδο».