Έρχονται τελικά «καλύτερες μέρες» για την οικονομία;

Αναμφισβήτητα είναι θετικό το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία διανύει ένα τρίτο στη σειρά έτος ανάπτυξης. Βεβαίως, όπως επισημαίνει και το ΙΟΒΕ στην τελευταία του έκθεση, ο ρυθμός μεγέθυνσης, δεδομένης της βαθιάς και παρατεταμένης κρίσης που προηγήθηκε, δεν είναι ιδιαίτερα υψηλός. Ειδικότερα, ο πραγματικός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ αναμένεται να είναι κατά το τρέχον έτος ανάμεσα στο 1,5% και 2%, όπως άλλωστε ήταν και στα δύο προηγούμενα έτη, ενώ κατά το επόμενο αναμένεται να υπερβεί το 2%.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) πάντως από την πλευρά της εκτιμά ότι, υπό προϋποθέσεις, είναι δυνατόν να επιτευχθούν υψηλότεροι από ό,τι προβλέπεται σήμερα ρυθμοί ανάπτυξης, της τάξεως του 3%. Η χώρα μας έχει αυτή τη στιγμή ένα μικρό παράθυρο ευκαιρίας όσο ακόμη οι συνθήκες στην παγκόσμια οικονομία χαρακτηρίζονται από θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και επικρατούν χαμηλά επιτόκια παγκοσμίως. Υπάρχει, λοιπόν, η δυνατότητα, με τις κατάλληλες πολιτικές, η ελληνική οικονομία να επιταχύνει ρυθμούς, ακόμη και αν οι συνθήκες παγκοσμίως χειροτερέψουν αισθητά.

Για να επιτευχθεί αυτό, όπως η ΤτΕ επισημαίνει, η κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να προχωρήσει στην υλοποίηση του προγράμματος μεταρρυθμίσεων που έχει εξαγγείλει το ταχύτερο δυνατόν, ώστε να αντιμετωπίσει τους μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους κινδύνους για την ελληνική οικονομία, καθώς και προκλήσεις όπως η υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας, οι δυσμενείς δημογραφικές τάσεις και οι χαμηλές επενδύσεις, διότι αυτές οι σημερινές ευνοϊκές συνθήκες μπορούν να ανατραπούν ανά πάσα στιγμή με δεδομένο τον κίνδυνο πιθανής επιδείνωσης του παγκόσμιου περιβάλλοντος.

Προς το παρόν πάντως, και με βάση την πορεία των βραχυχρόνιων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας, η ελληνική οικονομία όχι μόνο δείχνει αξιοθαύμαστη αντοχή στους κραδασμούς της διεθνούς οικονομίας, αλλά παραμένει σε τροχιά ανάκαμψης, παρά τα όποια «εμπόδια», τόσο στο εξωτερικό, όσο και στο εσωτερικό της χώρας. Και αυτό το γεγονός πρέπει να εκμεταλλευτεί άμεσα η κυβέρνηση. Από την άλλη, η επίσπευση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, αποτελούν θετικό σήμα για τις διεθνείς αγορές, εξέλιξη που μπορεί να αποτελέσει έναν «επιταχυντή εμπιστοσύνης» που θα περιορίσει το κόστος δανεισμού για το Ελληνικό Δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και θα προωθήσει τις επενδύσεις.

Τι δείχνουν οι βραχυχρόνιοι δείκτες

Από την καταγραφή, λοιπόν, που έχει κάνει η ΤτΕ, αλλά και ο ΣΕΒ, σχετικά με τις εξελίξεις στην οικονομική δραστηριότητα, προκύπτουν τα εξής δεδομένα:

Η εμπιστοσύνη τόσο των καταναλωτών όσο και των επιχειρήσεων έφτασε τον Αύγουστο στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δωδεκαετίας, ενώ και τον Σεπτέμβριο κινήθηκε σε πολύ υψηλά επίπεδα. Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδό της από τον Σεπτέμβριο του 2000. Αξιοσημείωτο είναι πως αυτή η βελτίωση των προσδοκιών συμβαίνει ενώ οι προσδοκίες στην υπόλοιπη Ευρώπη, κατά μέσο όρο, παρουσιάζουν σημαντική κάμψη. Παράλληλα, η ανάκαμψη στην αγορά εργασίας συνεχίζεται για πέμπτο έτος, καθώς οι καθαρές ροές απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα είναι θετικές και υπερβαίνουν τις 280.000 το πρώτο εννεάμηνο του έτους.

Ο Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών (ΡΜΙ) παραμένει σταθερά πάνω από το όριο του 50 επί 28 συνεχείς μήνες, υποδηλώνοντας ισχυρή ανάπτυξη στον βιομηχανικό τομέα. Η ελληνική μεταποίηση επιδεικνύει προς το παρόν αντοχές, την ώρα που στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης παρατηρούνται αντίθετες τάσεις. Επίσης, η παραγωγή στη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών επανήλθε σε θετικό έδαφος τον Αύγουστο του 2019, έπειτα από οριακή κάμψη τον Ιούλιο του 2019 μετά από 10 συνεχόμενους μήνες θετικής μεταβολής. Ειδικότερα, η παραγωγή στη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών αυξήθηκε κατά +0,5% τον Αύγουστο του 2019 (έναντι μείωσης -2% τον Αύγουστο του 2018) και κατά +3,4% συνολικά το διάστημα Ιαν.- Αυγ. 2019 (επιπλέον αύξησης +2,5% το αντίστοιχο διάστημα το 2018).

Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις σε πραγματικούς όρους αυξήθηκαν με διψήφιους ρυθμούς τους πρώτους επτά μήνες του έτους, παρά την οριακή αύξηση των αφίξεων σε σύγκριση με πέρυσι, εκ του οποίου συνάγεται ότι μεγαλύτερο ποσοστό ταξιδιωτών, σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, προέρχεται πλέον από χώρες με σχετικά υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα. Ταυτόχρονα, οι εξαγωγές αγαθών συνέχισαν να κινούνται ανοδικά τον Αύγουστο του 2019, παρά τις εντάσεις στο διεθνές εμπόριο. Ειδικότερα, οι εξαγωγές αγαθών χωρίς καύσιμα και πλοία αυξήθηκαν κατά +3,3% τον Αύγουστο του 2019 (+3,9% σε σταθερές τιμές), ενώ οι αντίστοιχες εισαγωγές μειώθηκαν κατά -3,4% (-3,8 σε σταθερές τιμές). Συνολικά, κατά το διάστημα Ιαν.- Αυγ. 2019 οι εξαγωγές αγαθών χωρίς καύσιμα και πλοία εμφανίζουν άνοδο +5,1% (+5,3 σε σταθερές τιμές).

Σημαντικά έχουν επίσης βελτιωθεί και οι χρηματοπιστωτικοί δείκτες, καταδεικνύοντας αυξημένη εμπιστοσύνη στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Ειδικότερα: Οι αποδόσεις των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου μειώθηκαν σημαντικά σε σχέση με την αρχή του έτους. Οι θετικές προοπτικές αποτυπώνονται και στην ιδιαίτερα σημαντική μείωση του κόστους χρηματοδότησης της χώρας, όπως αυτή αποτυπώνεται αρχικά στο δεκαετές ομόλογο, αλλά σταδιακά και κατά αναλογία και στην υπόλοιπη οικονομία.

Επιπλέον, οι εισροές καταθέσεων συνεχίζονται. Από τις αρχές του 2018 έως το τέλος Σεπτεμβρίου 2019 έχουν επιστρέψει στις τράπεζες εγχώριες ιδιωτικές καταθέσεις ύψους 13,3 δισ. ευρώ. Οι τραπεζικές χορηγήσεις προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις κατέγραψαν δωδεκάμηνο ρυθμό αύξησης 2,9% τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2019, τον υψηλότερο από τα μέσα του 2010.Τέλος, οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται επί έξι συνεχή τρίμηνα, μετά τις σημαντικές μειώσεις που κατέγραφαν από την αρχή της κρίσης.

Οι θετικές εξελίξεις και οι προκλήσεις

Όπως σημειώνει και το ΙΟΒΕ, η ανάπτυξη της οικονομίας, όπως καταγράφεται και μέσα από τη σημαντική βελτίωση των βραχυχρόνιων δεικτών, στηρίζεται σε βάση που αποτελείται από τρεις κύριους πυλώνες. Πρώτον, ότι στην οικονομία έχει επιτευχθεί συνολικά, μετά από τη δεκαετή προσαρμογή, δημοσιονομική εξισορρόπηση και δεν υπάρχει λόγος για περαιτέρω προσαρμογή. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργείται δημοσιονομικός χώρος που να υποστηρίξει τις προοπτικές ανάπτυξης. Δεύτερον, ότι τίθεται ως κεντρικός στόχος της πολιτικής της νέας κυβέρνησης η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, μαζί με το γεγονός ότι διαφαίνεται ευρύτερη στήριξη και συναίνεση προς αυτό. Ταυτόχρονα, οι κίνδυνοι στη χώρα από τις πολιτικές εξελίξεις κατά το ορατό μέλλον έχουν ελαχιστοποιηθεί. Τρίτον, πως από το διεθνές περιβάλλον προκύπτει διατήρηση και περαιτέρω μείωση του κόστους χρηματοδότησης, εξέλιξη που διευκολύνει συνολικά τις κινήσεις πολιτικής στην ελληνική οικονομία.

Παρά το ότι η σημερινή θετική βάση δημιουργεί θετικές προοπτικές για το επόμενο έτος και περαιτέρω, δεν λείπουν οι κίνδυνοι και οι λόγοι για εγρήγορση. Αυτοί σχετίζονται αφενός με τη δομή της ελληνικής οικονομίας και αφετέρου με αρνητικές εξελίξεις που μπορεί να προκύψουν στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον και να την επηρεάσουν άμεσα. Ως εκ τούτου, είναι ιδιαίτερα σημαντικό η σημερινή θετική συγκυρία να χρησιμοποιηθεί με τρόπο που να αποτελέσει τη βάση για συστηματικά υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης κατά την επόμενη δεκαετία, εξέλιξη απαραίτητη ώστε να μπορεί πραγματικά να θεωρηθεί παρελθόν η κρίση της οικονομίας μας. Ειδικότερα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν ολοκληρωθεί οι απαραίτητες δομικές μεταρρυθμίσεις που θα καταστήσουν την ελληνική οικονομία περισσότερο εξωστρεφή και ανταγωνιστική, στηρίζοντας συνολικά ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο.

Σύμφωνα και με την ΤτΕ, η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει δύο πολύ σημαντικές προκλήσεις την προσεχή περίοδο:

Πρώτον, δεδομένων των δυσμενών δημογραφικών προοπτικών της χώρας και των αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών, η επίτευξη ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης σημαντικά υψηλότερων από τα σημερινά επίπεδα του 2% μακροπρόθεσμα συνιστά δύσκολο εγχείρημα και απαιτεί διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων, ιδίως ξένων άμεσων επενδύσεων.

Δεύτερον, η αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που παραμένουν σε υψηλό επίπεδο (43,6% του συνόλου των δανείων), είναι κρίσιμος παράγοντας για την ευρωστία του τραπεζικού συστήματος και την ικανότητά του να χρηματοδοτεί τις επενδύσεις και να στηρίζει την πραγματική οικονομία.

Τα «εμπόδια» και οι προοπτικές

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, το ερώτημα που τίθεται για την ελληνική οικονομία είναι εάν θα επιτευχθεί βελτίωση στα δομικά χαρακτηριστικά της, έτσι ώστε οι σημερινοί ρυθμοί ανάπτυξης που κινούνται πέριξ του 2% να ανέλθουν για εύλογο χρονικό διάστημα σε υψηλότερη περιοχή, αυτή του 3%, ή εάν θα επικρατήσουν τα σημερινά θεμελιώδη χαρακτηριστικά, που τείνουν να υποβιβάσουν αυτόν τον ρυθμό ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα προς το 1%.

 Άλλωστε, παρά τη θετική συγκυρία, δεν πρέπει να λησμονείται πως το επενδυτικό κενό στη χώρα είναι δυσθεώρητο, με τις επενδύσεις να είναι, συνολικά ως ποσοστό του ΑΕΠ, κάτω από το μισό αυτού στον μέσον όρο της Ευρώπης και αυτού που υπήρχε πριν την έναρξη της κρίσης. Ταυτόχρονα, κατά τα τελευταία χρόνια οι επενδύσεις δεν καλύπτουν τις αποσβέσεις του κεφαλαίου με καθαρό αποτέλεσμα αυτό συνολικά να μειώνεται. Η ανεργία βρίσκεται ακόμη σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και η αποκλιμάκωσή της, έστω προς το 10%, δεν θα είναι εύκολη, παρά το γεγονός ότι η οικονομία πλήττεται και από τη συστηματικά χαμηλή συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό και βέβαια από τη μετανάστευση στο εξωτερικό κατά τα τελευταία χρόνια.

Η πιστωτική επέκταση

Επίσης, η πιστωτική επέκταση κινείται ακόμη σε αρνητικό έδαφος και η ενδυνάμωσή της κατά το επόμενο έτος αποτελεί κεντρικό ζητούμενο. Σχετικά, η ενδυνάμωση του τραπεζικού συστήματος, λίγο μόνο χρόνο μετά την πλήρη άρση των ελέγχων κεφαλαίου και με τη βάση καταθέσεων να παραμένει χαμηλή, αποτελεί προϋπόθεση και για τη συστηματική ενίσχυση της ανάπτυξης μέσω επενδύσεων. Χωρίς την απαιτούμενη στροφή σε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο με επενδύσεις και εξαγωγές, η ενίσχυση το ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας θα είναι παροδική. Επί του παρόντος, την επίτευξη ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης που θα πλησιάζουν ή και θα υπερβαίνουν το 3%, αντιστρατεύεται η ίδια η δομή της οικονομίας η οποία μπορεί να έχει βελτιωθεί κατά τη δεκαετία προσαρμογής όχι όμως ακόμη σε επαρκή βαθμό.

 Συγκεκριμένα, ισχυρή μεγέθυνση συνολικά μέσω ενίσχυσης της κατανάλωσης δεν είναι εφικτή καθότι θα συμπαρέσυρε σημαντική άνοδο των εισαγωγών. Ενώ η μεγέθυνση μέσω επενδύσεων και εξαγωγών προϋποθέτει ισχυρή και συστηματική προσπάθεια στο σύνολο της οικονομίας για τα επόμενα χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, και για το επόμενο έτος, η μεγέθυνση της οικονομίας θα είναι χαμηλότερη της επιθυμητής λόγω ισχυρής θέσης που αναμένεται ότι θα έχουν οι εισαγωγές, τόσο καταναλωτικών όσο και κεφαλαιουχικών αγαθών. Ο στόχος να επιτευχθεί μεγέθυνση με ρυθμό άνω του 2,5% είναι ιδιαίτερα φιλόδοξος και μπορεί να επιτευχθεί μόνο με σημαντική άνοδο των επενδύσεων. Κάποιες από αυτές μπορεί να αναπτυχθούν μέσα στο επόμενο έτος, αλλά άλλες θα χρειαστούν έναν μεγαλύτερο χρόνο επώασης.

Κρίσιμες επιλογές

Με βάση όλα τα παραπάνω, το ΙΟΒΕ σημειώνει ότι, οι επιλογές οικονομικής πολιτικής που θα γίνουν το τρέχον διάστημα έχουν μεγάλη κρισιμότητα. Ασφαλώς η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνο για την ενίσχυση των επενδύσεων βραχυπρόθεσμα, αλλά και για τη διασύνδεση της οικονομίας μεσοπρόθεσμα με τις τεχνολογικές εξελίξεις, την καινοτομία, και τις διεθνείς αλυσίδες αξίας. Οι εξαγωγές ελληνικών προϊόντων, παρά τις ιδιαίτερα σημαντικές επιμέρους προσπάθειες και επιτυχίες, εξακολουθούν να είναι κατά μέσο όρο χαμηλού περιεχομένου καινοτομίας και άρα ανταγωνιστικότητας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός πως οι απαραίτητες επενδύσεις, τόσο σε φυσικό όσο και σε ανθρώπινο κεφάλαιο, είναι μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου χαρακτήρα και άρα σημασία έχει όχι μόνο η προσωρινή βελτίωση των προσδοκιών αλλά και η εμπέδωση θετικών προσδοκιών για το πώς μπορεί να είναι η ελληνική οικονομία σε μία δεκαετία από τώρα. Ταυτόχρονα όμως με τα επιμέρους μέτρα βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, κρίσιμης σημασίας θα είναι οι αποφάσεις πολιτικής που επηρεάζουν ευρύτερα την οικονομία, με ιδιαίτερη έμφαση στη δομή της φορολογίας, τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, και την ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου.