Οι αναπτυξιακές προκλήσεις του Προϋπολογισμού

Η κυβέρνηση φαίνεται ότι προς το παρόν κερδίζει την «μάχη» της αξιοπιστίας και της αλλαγής της ψυχολογίας στην οικονομία. Το μεγάλο ζητούμενο όμως τώρα είναι το πώς η βελτίωση του οικονομικού κλίματος στη χώρα μας και οι ιδιαίτερα θετικές τάσεις στα ελληνικά χρεόγραφα, που καταγράφονται τις τελευταίες μέρες, θα «περάσουν» και στην λεγόμενη πραγματική οικονομία. Πώς, δηλαδή, η αύξηση της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της οικονομίας θα «μεταφραστεί» σε νέες επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας, αύξηση των εισοδημάτων και σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Σε κάθε περίπτωση, η αναπτυξιακή στρατηγική της κυβέρνησης έχει αρχίσει πλέον και ξεδιπλώνεται για τα καλά. Έχουμε τις πρωτοβουλίες για το «ξεπάγωμα» εμβληματικών επενδύσεων (βλ. Ελληνικό, Σκουριές, ΟΛΠ, κ.λ.π.), το αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο για τη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος, την επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων κ.ά. Κομβικής σημασίας αποτελεί φυσικά το προσχέδιο του κρατικού Προϋπολογισμού του 2020, το οποίο κατά την κυβέρνηση, σηματοδοτεί μια ριζική στροφή της οικονομικής πολιτικής από την υπερφορολόγηση και την αποεπένδυση, προς την ανάπτυξη, την απασχόληση και την αύξηση των διαθέσιμων εισοδημάτων όλων των πολιτών.

Ας δούμε, όμως, κατά πρώτον, τι αναφέρει το ίδιο το ΥΠ.ΟΙΚ. στο προσχέδιο του Προϋπολογισμού του 2020, στο οποίο περιγράφεται η δημοσιονομική στρατηγική, αλλά και η ευρύτερη οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Καταρχήν προβλέπεται σημαντική αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης από το 1,5% που παρατηρήθηκε το πρώτο εξάμηνο του 2019 στο 2,8%. Η πρόβλεψη αυτή, σημειώνει το ΥΠ.ΟΙΚ., είναι συντηρητική και θα αναθεωρηθεί μόλις υπάρξουν επαρκείς ενδείξεις για την πορεία της οικονομίας το δεύτερο εξάμηνο του 2019, στη διάρκεια του οποίου έχει ήδη υπάρξει πολύ σημαντική βελτίωση του οικονομικού κλίματος, όπως μετράται από τους αντίστοιχους δείκτες.

Επίσης προβλέπεται περαιτέρω μείωση της ανεργίας και σημαντική αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, που αντανακλά στην αύξηση των διαθέσιμων εισοδημάτων όλων των πολιτών, μέσω της μείωσης των συντελεστών στη φορολογία εισοδήματος και της αναθέρμανσης της οικονομικής δραστηριότητας. Εξάλλου, επιτυγχάνεται και το συμφωνηθέν κατά πρόγραμμα πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5% του ΑΕΠ, αλλά και συνολικό πλεόνασμα ύψους 1% του ΑΕΠ κατά ESA 2010.

Η φορολογία

Σύμφωνα με το ΥΠ.ΟΙΚ., ο προϋπολογισμός του 2020 θέτει επίσης τις βάσεις για τον τερματισμό της υπερφορολόγησης και της αποεπένδυσης που χαρακτήρισαν την περίοδο 2016-2018, στη διάρκεια της οποίας ασκήθηκε περιοριστική πολιτική ύψους 11,4 δισ. ευρώ, πέραν και επιπλέον των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων που είχαν συμφωνηθεί με τους πιστωτές του επίσημου τομέα και επιπλέον των πάσης φύσεως έκτακτων επιδομάτων που δόθηκαν την συγκεκριμένη περίοδο. Με δεδομένο ότι την ίδια περίοδο αυξήθηκαν ταυτόχρονα και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των φορολογούμενων προς το Δημόσιο κατά επιπλέον 18,1 δισ. ευρώ, γίνεται αντιληπτό το υπέρμετρο –και δημοσιονομικά και αναπτυξιακά αδικαιολόγητο– φορολογικό βάρος το οποίο εκλήθησαν να φέρουν οι φορολογούμενοι και η ελληνική οικονομία και του οποίου την άρση εγκαινιάζει η νέα κυβέρνηση.

Ο Προϋπολογισμός του 2020 λαμβάνει ταυτόχρονα μέτρα διεύρυνσης της φορολογικής βάσης (ηλεκτρονικές συναλλαγές, φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας με βάση τις πραγματικές αξίες ακινήτων κ.ά.) και του εξορθολογισμού των δαπανών και των εσόδων της Γενικής Κυβέρνησης. Επίσης προβλέπει την αναδιάρθρωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, με την ενίσχυση του συγχρηματοδοτούμενου σκέλους του και την αποκάλυψη της πραγματικής του έκτασης, με τον τερματισμό της πλασματικής εικόνας που χαρακτήριζε την παρουσίαση της εκτέλεσής του τα τελευταία χρόνια.

Οι θετικές αντιδράσεις

Το ΥΠ.ΟΙΚ. καταλήγει ότι, με τις δράσεις αυτές ο Προϋπολογισμός του 2020 δημιουργεί ταυτόχρονα τον δημοσιονομικό χώρο για τη σημαντική μείωση των φορολογικών συντελεστών, την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων και την πυροδότηση ενός ενάρετου κύκλου οικονομικής προόδου για τα επόμενα χρόνια. Ενός κύκλου που θα χαρακτηρίζεται από επιταχυνόμενη ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης και του διαθέσιμου εισοδήματος όλων των πολιτών, με ταυτόχρονη τήρηση των εκάστοτε τιθέμενων δημοσιονομικών στόχων. Εδώ έχουμε, λοιπόν, την κυβέρνηση να εφαρμόζει μια καινούρια οικονομική πολιτική με τη φιλοδοξία να θέσει τις βάσεις για μια νέα εποχή για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Ποια ήταν, όμως, η αντίδραση των αγορών; Ιδιαιτέρως θετική, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι, η αυξημένη ζήτηση κυρίως από ξένα θεσμικά χαρτοφυλάκια, τόσο για την επανέκδοση του 10ετούς ομολόγου, όσο και για τα 3μηνα έντοκα γραμμάτια, είχε ως αποτέλεσμα να πέσει το κόστος δανεισμού του δημοσίου σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Στην περίπτωση μάλιστα των εντόκων γραμματίων, για πρώτη φορά στην ιστορία της η Ελλάδα δανείστηκε με αρνητικά επιτόκια!

Τι βλέπει το ΕΒΕΑ

Αλλά και οι επίσημοι φορείς της εγχώριας αγοράς και της επιχειρηματικής κοινότητας αξιολογούν καταρχήν θετικά το προσχέδιο του Προϋπολογισμού, δίνοντας περισσότερο έμφαση στην αναπτυξιακή του διάσταση. Ειδικότερα, το ΕΒΕΑ επισημαίνει ότι οι προβλέψεις και τα μέτρα που ενσωματώνονται στο προσχέδιο Προϋπολογισμού για το 2020, μεταφέρουν ένα αισιόδοξο μήνυμα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας στο επόμενο διάστημα, αφού περιλαμβάνουν την υλοποίηση των μέτρων φορολογικής ελάφρυνσης, που είχε εξαγγείλει ο πρωθυπουργός από το βήμα της ΔΕΘ τον περασμένο Σεπτέμβριο, με παράλληλες προβλέψεις για την κάλυψη των δημοσιονομικών στόχων της χώρας.

Αναλυτικότερα, η μείωση του συντελεστή φορολογίας κερδών για τις επιχειρήσεις από το 28% στο 24%, η μείωση του συντελεστή στα μερίσματα από το 10% στο 5%, τα μέτρα στήριξης της οικοδομικής δραστηριότητας, αλλά και οι ελαφρύνσεις για τα φυσικά πρόσωπα, είναι κινήσεις που θα βελτιώσουν σημαντικά το κλίμα στην αγορά και θα συμβάλουν στην αναθέρμανση της πραγματικής οικονομίας, μετά από μια μακρά περίοδο δυσπραγίας. Κατά το ΕΒΕΑ, σημαντικό θετικό βήμα αποτελεί, στον αντίποδα, η ενσωμάτωση συγκεκριμένων μέτρων διεύρυνσης της φορολογικής βάσης και εξορθολογισμού των δαπανών, ώστε να εξασφαλιστεί ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος για την υλοποίηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών παρεμβάσεων του προϋπολογισμού.

Ο στόχος

Επισημαίνεται, πάντως, ότι ο στόχος για ανάπτυξη της τάξης του 2,8% το 2020, στον οποίο βασίζονται οι προβλέψεις του προσχεδίου, παραμένει ιδιαίτερα φιλόδοξος και απαιτητικός με βάση τα σημερινά δεδομένα. Το κλειδί για την επίτευξή του είναι η άνοδος των επενδύσεων. Αυτό προϋποθέτει, πέρα από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, την ενίσχυση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, το οποίο παραμένει σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τις αναπτυξιακές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Απαιτεί, επίσης, την επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων και του προγράμματος αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, σε συνδυασμό με την απρόσκοπτη συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και παρεμβάσεων, για τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Από την πλευρά του το ΕΒΕΠ σημειώνει ότι, η κατάθεση του προσχεδίου του προϋπολογισμού για το 2020 αποτελεί έμπρακτη απόδειξη της δέσμευσης της κυβέρνησης να ακολουθήσει αναπτυξιακή πολιτική και συνακόλουθα στήριξης των επιχειρήσεων. Η απαιτητική πρόβλεψη επιτάχυνσης της ανάπτυξης στο 2,8% το 2020, από το 2% του ΑΕΠ το 2019, αποτελεί κοινό στόχο όλων. Ρεαλιστική κρίνεται η εκτίμηση αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8%, των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα και η βελτίωση των δεικτών απασχόλησης-ανεργίας. Στην κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να επιταχυνθούν οι διαρθρωτικές αλλαγές, να υποβοηθηθούν οι φοροελαφρύνσεις ύψους 1,2 δισ. ευρώ, αλλά και να δοθεί ένα σαφές μήνυμα στους επενδυτές ότι η Ελλάδα καθίσταται πλέον φιλική προς τις επενδύσεις.

Οι προβλέψεις για την πολυπόθητη ανάπτυξη και οι προκλήσεις της οικονομίας

Αλλά και το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, στην έκθεση αξιολόγησης των μακροοικονομικών προβλέψεων του προσχεδίου του κρατικού Προϋπολογισμού του 2020, εμφανίζεται αισιόδοξο, αν και πιο συγκρατημένα. Καταρχήν υιοθετεί τις μακροοικονομικές προβλέψεις του Προσχέδιου του Προϋπολογισμού 2020. Σημειώνει επίσης ότι, υπό την προϋπόθεση ότι επιτυγχάνεται το +2,0% για το 2019, ο στόχος για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,8% το 2020 θεωρείται μεν ιδιαίτερα απαιτητικός, αλλά με αφετηρία τον θετικό αντίκτυπο του 2019, είναι υπό προϋποθέσεις επιτεύξιμος. Οι δύο συνιστώσες του ΑΕΠ που θα καθορίσουν την τελική διαμόρφωση του ρυθμού μεγέθυνσης για το 2020 είναι η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις. Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στην αντιμετώπιση των ανασχετικών παραγόντων της πιστωτικής επέκτασης, στην διασφάλιση του στόχου των δημοσίων επενδύσεων και στην ενίσχυση των ιδιωτικών.

Η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης

Από εκεί και πέρα, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο επισημαίνει ότι, η αύξησή της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8% είναι σημαντικά υψηλότερη σε σχέση με τους στόχους του Προγράμματος Σταθερότητας 2019–2022. Η αναθεώρηση αυτή θεωρείται πολύ αισιόδοξη, λαμβανομένου υπόψη ότι το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους η ιδιωτική κατανάλωση βρίσκεται σε ελαφρά κάμψη (0,4%), σε σχέση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2018. Ωστόσο η περαιτέρω αποκλιμάκωση της ανεργίας και η ενδεχόμενη βελτίωση του οικονομικού κλίματος μπορεί να οδηγήσει σε τόνωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Ακόμη, η αύξηση του κατώτατου μισθού και τα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ψηφισθεί εντός του 2019 (χορήγηση «13ης σύνταξης», αναπροσαρμογές στις συντάξεις χηρείας, μειώσεις των συντελεστών ΦΠΑ, διεύρυνση μειώσεων ΕΝΦΙΑ), είναι αναμενόμενο να παράσχουν επιπρόσθετη υποστήριξη στην ιδιωτική κατανάλωση, εφόσον δεν αποδυναμωθούν από κάποιο νέο περιοριστικό μέτρο στις συντάξεις, τις αντικειμενικές αξίες υπολογισμού του ΕΝΦΙΑ ή το ύψος του αφορολόγητου.

Ο σημαντικότερος παράγοντας ο οποίος θα μπορούσε να επιδράσει καταλυτικά στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης είναι η πιστωτική επέκταση η οποία εξακολουθεί να παραμένει σε αρνητικό έδαφος. Η σταδιακή υποχώρηση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα διευκολύνει τις εμπορικές τράπεζες ώστε να αυξήσουν τις χορηγήσεις δανείων, με άμεσα θετικό αντίκτυπο στην ιδιωτική κατανάλωση. Πάντως, η βελτίωση των δεικτών απασχόλησης – ανεργίας το α’ εξάμηνο του 2019 οδήγησε σε αναθεώρηση, προς το ευνοϊκότερο, των προβλέψεων για το 2019 και το 2020 σε σχέση με το Πρόγραμμα Σταθερότητας. Το σενάριο για σταθερή συνέχιση της βελτίωσης της αγοράς εργασίας μπορεί να θεωρηθεί ρεαλιστικό εφόσον το κλίμα των εργασιακών σχέσεων και οι ευρύτερες οικονομικές εξελίξεις δεν υποστούν μείζονες διαταραχές.

Οι επενδύσεις

Για τις επενδύσεις, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο σημειώνει ότι το ΥΠ.ΟΙΚ. αναπροσαρμόζει προς τα πάνω σε σχέση με το Πρόγραμμα Σταθερότητας 2019-2022 την ήδη αρκετά αισιόδοξη πρόβλεψη για τις επενδύσεις. Η εκτίμηση για σημαντική αύξηση των επενδύσεων το 2020 στηρίζεται κυρίως στη συμβολή του ιδιωτικού τομέα (+15,8%), ενώ και για τις δημόσιες επενδύσεις εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί η ανάκαμψη και το 2020 με ρυθμό της τάξης του 7,6%. Η αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων το 2020 αφορά σε όλες τις κατηγορίες επενδύσεων (εξοπλισμός, κατασκευές, κατοικίες κ.λ.π.). Το σενάριο του Υπουργείου Οικονομικών για τις πάγιες επενδύσεις θεωρείται αισιόδοξο, ωστόσο υπάρχουν πιθανότητες επίτευξης του στόχου λόγω των ευνοϊκότερων πιθανόν πιστωτικών συνθηκών, του περιορισμού της οικονομικής αβεβαιότητας μετά την πάροδο ενός εκλογικού έτους και της ενδεχόμενης βελτίωσης του οικονομικού κλίματος.

Σε ό,τι αφορά το εξωτερικό ισοζύγιο της ελληνικής οικονομίας, οι προβλέψεις για το 2020 αναθεωρούν προς τα κάτω το σενάριο του Προγράμματος Σταθερότητας, τόσο για τις εξαγωγές (0,3 εκατοστιαίες μονάδες) όσο και για τις εισαγωγές (0,5 εκατοστιαίες μονάδες). Η αναθεώρηση ως προς τις εξαγωγές αξιολογείται ως ρεαλιστική, ενδεχομένως και συντηρητική, λόγω της μείωσης της ζήτησης που αναμένεται στις χώρες της Ευρωζώνης, του «διεθνούς εμπορικού πολέμου» ο οποίος μαίνεται και της ανάκαμψης ανταγωνιστικών ως προς τον τουρισμό αγορών (π.χ. Τουρκία). Η επιβράδυνση της αύξησης των εισαγωγών με παράλληλη αύξηση του εισοδήματος είναι λιγότερο ρεαλιστική λαμβάνοντας υπόψη τη θετική σχέση μεταξύ αύξησης του εισοδήματος και αύξησης των εισαγωγών καθώς και την πιθανή άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Αποτελεί δύσκολα επιτεύξιμο σενάριο, χωρίς σημαντική βελτίωση της θέσης της χώρας στο διεθνή ανταγωνισμό. Τέλος, δεν πρέπει να υποτιμώνται οι αρνητικές επιπτώσεις από το ενδεχόμενο υλοποίησης του Brexit.

Η ανταγωνιστικότητα

Από την πλευρά της η ΤτΕ επισημαίνει ότι, προκειμένου να αποσοβήσει τους μελλοντικούς κινδύνους και να αντιμετωπίσει τις εναπομένουσες προκλήσεις και τα προβλήματα που κληροδότησε η κρίση, η κυβέρνηση ορθώς εστιάζει την πολιτική της στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, δεδομένου μάλιστα ότι η κατάταξη της χώρας σε όλους ανεξαιρέτως τους διεθνείς δείκτες διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας είναι πολύ χαμηλή, με τάσεις επιδείνωσης από το 2015 έως το 2018. Επιπλέον, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων αποτελεί υποχρέωση της Ελλάδος στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, καθώς και προϋπόθεση για την ενεργοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους. Η ενίσχυση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής μέσω της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών, υπηρεσιών και εργασίας, η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και το ξεπάγωμα μεγάλων επενδυτικών έργων είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των αγορών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, αλλά και τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, ιδιαίτερα σε μία περίοδο που παρατηρείται επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης στη διεθνή οικονομία.