Το ελληνικό Δημόσιο ξανά στις αγορές με 10ετές ομόλογο

Να αξιοποιήσει τη δίψα των αγορών για ελληνικό χρέος και την ευνοϊκή συγκυρία που διαμόρφωσε χθες η κατάθεση του προσχεδίου προϋπολογισμού με σημαντικά αναπτυξιακά μέτρα φιλοδοξεί το υπουργείο Οικονομικών, ανοίγοντας ξανά την έκδοση του 10ετούς ομολόγου του περασμένου Μαρτίου.

Το βιβλίο προσφορών άνοιξε λίγο μετά τις 10.30 το πρωί, με την αρχική τιμολόγηση της απόδοσης να διαμορφώνεται στο 1,55%, που αποτελεί και ιστορικά χαμηλά επίπεδα για το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου και στόχο την άντληση 1,5 δισ. ευρώ.

Έτσι, ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας εκτιμάται ότι θα μεταβεί στο Λουξεμβούργο για το αυριανό Eurogroup έχοντας στις αποσκευές του μια νέα έξοδο στις αγορές και ένα προσχέδιο προϋπολογισμού που καλύπτει το δημοσιονομικό κόστος των φοροελαφρύνσεων και των λοιπών αναπτυξιακών και κοινωνικών μέτρων του 2020, συνολικού ύψους 1,2 δισ. ευρώ, μέσω δημοσιονομικών ισοδύναμων μέτρων ύψους 1,231 δισ. ευρώ.

Τα κυριότερα από τα μέτρα αυτά είναι η οριζόντια αύξηση του ορίου πληρωμών με πλαστικό χρήμα στο 30% του ετήσιου εισοδήματος και η επέκταση του συστήματος των αντικειμενικών αξιών σε 7.000 περιοχές που βρίσκονταν εκτός. Το προσχέδιο καταλήγει σε πρωτογενές πλεόνασμα 3,56% του ΑΕΠ (7,026 δισ. ευρώ, δηλαδή 120 εκατ. ευρώ πάνω από τον στόχο).

«Βασική προτεραιότητα της δημοσιονομικής στρατηγικής για το έτος 2020 αποτελεί η αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης, η μείωση της υπερφορολόγησης, η ενίσχυση των επενδύσεων και των διαθέσιμων εισοδημάτων των πολιτών και η στήριξη των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, με παράλληλη διασφάλιση της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων που περιλαμβάνονται στους όρους της Ενισχυμένης Εποπτείας», επισημαίνεται στο προσχέδιο.

Βάσει αυτού, υπεραπόδοση ύψους 346 εκατ. ευρώ αναμένεται και φέτος, καθώς εκτιμάται ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα ανέλθει στο 3,68% του ΑΕΠ (6,996 δισ. ευρώ), δίνοντας, σύμφωνα με πληροφορίες, χώρο στην αύξηση του επιδόματος θέρμανσης και την επίσπευση της καταβολής του στους δικαιούχους.

Οι στόχοι της νέας εξόδου στις αγορές

Σύμφωνα με τη χθεσινή σχετική ανακοίνωση, το Ελληνικό Δημόσιο έδωσε εντολή στις BNP Paribas, Citi, Goldman Sachs, HSBC και JP Morgan να προχωρήσουν στο reopening του ομολόγου 10ετούς διάρκειας μέσω του οποίου είχαν αντληθεί τον Μάρτιο 2,5 δισ. ευρώ με απόδοση 3,875%. Τα νέα ομόλογα θα έχουν ίδιους όρους αλλά διαφορετική τιμολόγηση, δηλαδή πολύ χαμηλότερη απόδοση σε σχέση με τον Μάρτιο. Χθες ο 10ετής ελληνικός τίτλος έκλεισε με απόδοση 1,418%, έναντι 1,365% την Παρασκευή, επηρεασμένος, όπως ήταν επόμενο, από την είδηση του reopening. Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) θα προσφέρει στους επενδυτές ένα premium ως κίνητρο συμμετοχής στην έκδοση, συνεπώς η απόδοση θα είναι ελαφρώς υψηλότερα από τα υφιστάμενα επίπεδα της αγοράς, όμως είναι εξασφαλισμένο ότι θα αποτελέσει ιστορικό χαμηλό.

Σε αναλυτικό ρεπορτάζ για τις επόμενες κινήσεις του υπουργείου Οικονομικών στην αγορά ομολόγων το «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» είχε επισημάνει προχθές ότι η πιθανότερη επιλογή του υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου να δημιουργήσει χώρο για συνεχή παρουσία της Ελλάδας στις αγορές, ήταν να ανοίξει ξανά προηγούμενες εκδόσεις, όπως το 10ετές του Μαρτίου.

Η κίνηση αυτή δεν αποσκοπεί στην άντληση δανειακών πόρων, αλλά στην εδραίωση της τακτικής επαφής με τις αγορές, στη βελτίωση της καμπύλης των αποδόσεων, στη μείωση του μεσοσταθμικού επιτοκίου και στην αύξηση της ρευστότητας της συγκεκριμένης έκδοσης, καθώς επίσης στην περαιτέρω διεύρυνση της συμμετοχής θεσμικών επενδυτών στον κατάλογο των κατόχων ελληνικού χρέους. Επιπλέον, συμβάλλει στην αντικατάσταση του βραχυπρόθεσμου χρέους, δηλαδή των εντόκων γραμματίων, με μεσοπρόθεσμο και στέλνει άλλο ένα θετικό σήμα προς την επενδυτική κοινότητα και τους οίκους αξιολόγησης.

Το Ελληνικό Δημόσιο έχει ήδη καλύψει το φετινό πρόγραμμα δανεισμού του, ξεπερνώντας το μάλιστα κατά 500 εκατ. ευρώ (άντλησε συνολικά 7,5 δισ. ευρώ από τις αρχές του έτους μέσω των νέων εκδόσεων ομολόγων 5ετούς, 7ετούς και 10ετούς διάρκειας, ενώ προέβλεπε να αντλήσει έως 7 δισ. ευρώ).

Επιπλέον, μετά και τη δρομολόγηση της πρόωρης αποπληρωμής των 2,9 δισ. ευρώ προς το ΔΝΤ, οι δανειακές ανάγκες του 2020 είναι σχεδόν μηδενικές και τα ταμειακά διαθέσιμα επαρκούν για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας έως το 2023. Συνεπώς, η Ελλάδα δεν έχει μπροστά της άμεσες χρηματοδοτικές υποχρεώσεις. Ωστόσο, δεν μπορεί να απουσιάζει από τις αγορές για μεγάλο διάστημα. Αντιθέτως, πρέπει να δημιουργήσει χώρο για συνεχή παρουσία. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΟΔΔΗΧ ξανανοίγει την έκδοση του 10ετούς ομολόγου και έχει ήδη δρομολογήσει τη μείωση του στοκ των εντόκων γραμματίων.

Το σχέδιο μείωσης των εντόκων γραμματίων

Το προχθεσινό ρεπορτάζ του ΘΕΜΑτος, που παρουσίασε το σχέδιο μείωσης των εντόκων, επιβεβαιώθηκε χθες από το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2020, όπου προβλέπεται ότι τα έντοκα γραμμάτια θα περιοριστούν από τα 15,2 δισ. ευρώ σήμερα στα 12,72 δισ. ευρώ έως τα τέλη του 2019, για να μειωθούν περαιτέρω στα 9,72 δισ. ευρώ το 2020. Τα έντοκα που λήγουν και δεν θα αναχρηματοδοτηθούν μέσω νέας έκδοσης εντόκων θα καλυφθούν από εκδόσεις ομολόγων ή θα εξοφληθούν με μετρητά από το «μαξιλάρι» διαθεσίμων. Έτσι, θα μειωθεί ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης του χρέους, συμβάλλοντας στη σταθεροποίηση του κόστους δανεισμού της χώρας.

Τα οφέλη από τη δραστική αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων αποτυπώνονται στην πρόβλεψη του προσχεδίου για μείωση των δαπανών για τόκους κατά 500 εκατ. ευρώ το 2020 (από 6,5 δισ. ευρώ φέτος σε 6 δισ. ευρώ την προσεχή χρονιά).

Η στρατηγική δανεισμού για το 2020

Από το προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού προκύπτει επίσης ότι η δανειακή στρατηγική για το 2020 αναμένεται να είναι παρόμοια με αυτή του 2019, «δεδομένων των υψηλών ταμειακών διαθεσίμων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία θα διατηρηθούν σε σχετικά υψηλά επίπεδα έως την επίτευξη αξιόχρεου σε επίπεδο επενδυτικής βαθμίδας, καθώς και των σχετικά περιορισμένων χρηματοδοτικών αναγκών του για το προσεχές έτος». Οι στόχοι της στρατηγικής για το 2020 θα είναι:

• Η διασφάλιση της συνεχούς εκδοτικής παρουσίας του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.
• Η παροχή εκδόσεων υψηλής ρευστότητας για τη διατήρηση μιας αξιόπιστης καμπύλης αποδόσεων ελληνικών κρατικών χρεογράφων.
• Η περαιτέρω μείωση των περιθωρίων δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η περαιτέρω διασφάλιση της συνέπειας του Ελληνικού Δημοσίου, ως κρατικού εκδότη με χαρακτηριστικά χώρας της ευρωζώνης.
• Η περαιτέρω ενίσχυση της εμπιστοσύνης των διεθνών οίκων αξιολόγησης αλλά και της εμπιστοσύνης της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας, με έμφαση στην περαιτέρω διεύρυνση της επενδυτικής βάσης προς εκείνο το τμήμα που διατηρεί χαρακτηριστικά τελικού επενδυτή.

Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων, ο ΟΔΔΗΧ, πέρα από τη νέα εκδοτική δραστηριότητά του, θα εφαρμόσει πολιτική διαχείρισης χαρτοφυλακίου, μέσω της οποίας θα διασφαλίζεται ο αναγκαίος χώρος για τη συνεχή παρουσία του Ελληνικού Δημοσίου στις αγορές, η περαιτέρω μείωση του κινδύνου αναχρηματοδότησης, η παροχή της αναγκαίας ρευστότητας και η βελτίωση της λειτουργίας της δευτερογενούς αγοράς των ελληνικών ομολόγων, με ταυτόχρονη αξιοποίηση της εκάστοτε κλίσης της ελληνικής καμπύλης αποδόσεων για τη διασφάλιση βέλτιστου αποτελέσματος αναφορικά με το κόστος δανεισμού.

Οι προβλέψεις για το χρέος

Το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά στο προσχέδιο προϋπολογισμού του 2020 ότι το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης θα διαμορφωθεί στα 350,960 δισ. ευρώ ή 184,7% του ΑΕΠ στο τέλος του 2019, έναντι 358,949 δισ. ευρώ ή 194,3% του ΑΕΠ το 2018 (μείωση 9,6 ποσοστιαίων μονάδων). Το 2020 προβλέπεται να αυξηθεί στα 352,66 δισ. ευρώ, αλλά ως ποσοστό του ΑΕΠ θα μειωθεί στο 178,7% του ΑΕΠ (-6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με φέτος) χάρη στην ανάπτυξη. Το προσχέδιο προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2% φέτος και 2,8% το 2020, στόχος που κρίνεται από το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο φιλόδοξος αλλά εφικτός.

Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 329,3 δισ. ευρώ ή 173,3% του ΑΕΠ στο τέλος του 2019, έναντι 334,573 δισ. ευρώ ή 181,1% του ΑΕΠ το 2018 (μείωση 7,8 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του 2018). Το 2020 προβλέπεται να αυξηθεί στα 331 δισ. ευρώ, αλλά ως ποσοστό του ΑΕΠ θα περιοριστεί στο 167,8%.