Η «μάχη» για την ανάπτυξη και οι προοπτικές της οικονομίας

Η αλήθεια είναι ότι κάτι έχει αλλάξει προς το καλύτερο το τελευταίο χρονικό διάστημα στην εγχώρια αγορά, τουλάχιστον σε επίπεδο διαθέσεων. Κάτι η κυβερνητική αλλαγή που προέκυψε από τις εθνικές εκλογές του Ιουλίου, κάτι τα δείγματα διαχείρισης που έχει επιδείξει η νέα κυβέρνηση μέχρι στιγμής, έχουν δημιουργήσει θετικές προσδοκίες για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Ζητούμενο τώρα είναι, οι προσδοκίες αυτές να επιβεβαιωθούν.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Όπως επισημαίνει και ο ΣΕΒ στο πρόσφατο μηνιαίο οικονομικό δελτίο, η ελληνική οικονομία έχει αρχίσει να επωφελείται από τις ευμενείς επιδράσεις των πρώτων μέτρων της νέας κυβέρνησης. Οι αναγγελθείσες φοροελαφρύνσεις με μειώσεις του ΕΝΦΙΑ, του ΦΠΑ, του φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, κ.ο.κ. και η ενίσχυση του λειτουργικού πλαισίου των επιχειρήσεων μέσω απλοποίησης των διαδικασιών και επιτάχυνσης των αποφάσεων που αφορούν σε στρατηγικές επενδύσεις, δημιουργούν ένα κλίμα ευφορίας όχι μόνο στις αγορές, γεγονός το οποίο αποτυπώνεται στη σημαντική πτώση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, αλλά και τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Αργά ή γρήγορα το κλίμα αυτό θα πρέπει λοιπόν να οδηγήσει σε αύξηση των επενδύσεων, της απασχόλησης και των μισθών, ιδίως από το 2020 και μετά. Ωστόσο, τα μέχρι στιγμής στατιστικά στοιχεία αναδεικνύουν μία εικόνα αναιμικής έως τώρα ανάκαμψης, την ώρα που στο παγκόσμιο περιβάλλον επικρατούν μικτές τάσεις και αναδύονται νέες αβεβαιότητες. Η ελληνική οικονομία έχει δυνατότητες να εισέλθει σε μία τροχιά υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Για να συμβεί αυτό όμως πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες και τα επόμενα χρόνια για τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και την ανάδειξη ενός νέου παραγωγικού μοντέλου για τη χώρα, μέσω της επιτάχυνσης και ολοκλήρωσης των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που προωθεί η κυβέρνηση.

Το «ομιχλώδες» διεθνές κλίμα

Πέρα όμως από τη εσωτερική κατάσταση, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί με τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος και το κυβερνητικό σχέδιο για ουσιαστικές αλλαγές στην ασκούμενη οικονομική πολιτική ( ελάφρυνση φορολογικών βαρών, ασφυκτικός έλεγχος κρατικών δαπανών, υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, ιδιωτικοποιήσεις και απελευθέρωση αγορών, κ.λ.π.), υπάρχει και ο διεθνής περίγυρος, ο οποίος δυστυχώς δεν είναι ευνοϊκός για τη χώρα μας. Η παγκόσμια οικονομία φαίνεται ότι εισέρχεται σε νέες… «περιπέτειες»!

Ενδεικτικές είναι οι πρόσφατες προβλέψεις του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), ο οποίος αναθεώρησε πτωτικά τις προβλέψεις που είχε κάνει τον Μάιο και πλέον εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας θα περιορισθεί από το 3,6% το 2018 στο 2,9% φέτος και το 3% το 2020, που είναι τα χαμηλότερα ποσοστά από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Παράλληλα ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί, ότι οι καθοδικοί κίνδυνοι συνεχίζουν να αυξάνονται. Αναλυτικότερα, στην έκθεση του διεθνούς οργανισμού αναφέρονται τα εξής:

Η κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων πλήττει όλο και περισσότερο την εμπιστοσύνη και τις επενδύσεις, εντείνοντας την αβεβαιότητα που υπάρχει για τις πολιτικές, επηρεάζοντας αρνητικά τη διάθεση για ανάληψη κινδύνου στις χρηματοπιστωτικές αγορές και θέτοντας σε κίνδυνο τις προοπτικές μελλοντικής ανάπτυξης. Για αυτό, η ανάπτυξη αναθεωρήθηκε πτωτικά σε όλες σχεδόν τις οικονομίες της G20 για το 2019 και το 2020, ιδιαίτερα για εκείνες που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στη μείωση του παγκοσμίου εμπορίου και επενδύσεων που έχει σημειωθεί φέτος.

Επιπλέον, η αποδιάρθρωση του εμπορίου και των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων αποτελεί βαρίδι για τη ζήτηση αλλά έχει και μακροπρόθεσμο κόστος για την ανάπτυξη, καθώς μειώνει την παραγωγικότητα και τα κίνητρα για επενδύσεις. Η παραγωγή του τομέα των υπηρεσιών έχει αντέξει έως τώρα, χάρη στην εύρωστη καταναλωτική ζήτηση, αλλά η συνεχής αδυναμία του τομέα της μεταποίησης θα εξασθενίσει τη ζήτηση για εργασία, τα εισοδήματα των νοικοκυριών και τη δαπάνη. Παραμένει επίσης σημαντική η αβεβαιότητα για τον χρόνο και τη φύση της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ. Ειδικά για την ευρωζώνη, που ως χώρα μας ενδιαφέρει και περισσότερο, ο ΟΟΣΑ προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης μόλις 1,1% για φέτος και 1% για το 2020 από 1,9% το 2018. Σε περίπτωση δε ενός Brexit χωρίς συμφωνία, το ΑΕΠ της Ευρωζώνης θα είναι χαμηλότερο περισσότερο από 0,5% το 2020 και το 2021 από ό,τι θα ήταν διαφορετικά.

 Ο ΟΟΣΑ θεωρεί ότι δεν αρκεί η χαλαρή νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της πολύ χαμηλής ανάπτυξης, τονίζοντας ότι η χρήση της δημοσιονομικής πολιτικής και διαρθρωτικών πολιτικών, μαζί με τη νομισματική πολιτική, θα ήταν πιο αποτελεσματική για την ανάπτυξη και θα δημιουργούσε λιγότερες χρηματοπιστωτικές στρεβλώσεις. Στην περίπτωση ενός Brexit χωρίς συμφωνία, η νομισματική πολιτική θα μπορούσε να γίνει πιο χαλαρή στις ευρωπαϊκές οικονομίες, που βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα σοκ αποπληθωρισμού. Μία πιο αποτελεσματική προσέγγιση θα ήταν η εφαρμογή στοχευμένων και προσωρινών μέτρων για τη στήριξη επενδύσεων σε ορισμένους τομείς και μία βοήθεια με την επανεκπαίδευση εργαζομένων που έχουν απολυθεί και με τη δημιουργία θέσεων εργασίας στις χώρες που έχουν επηρεασθεί περισσότερο.

Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας

Μέσα σε αυτό το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, η εθνική μας οικονομία καλείται να πορευτεί. Σύμφωνα με την σχετική ανάλυση του ΣΕΒ, το 2019 θα είναι μια χρονιά μικτού αποτελέσματος, όπου θα συνυπάρχουν η επιβράδυνση που ήδη καταγράφηκε στα στοιχεία του ΑΕΠ του 1ου εξαμήνου και η προσδοκώμενη αύξησή του το 2ο εξάμηνο του έτους, λόγω των μέτρων τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας που λαμβάνονται. Όλα σχεδόν τα μέτρα που ελήφθησαν δεν έχουν προσωρινό χαρακτήρα, αλλά παράγουν μόνιμα αποτελέσματα, και η προσδοκία είναι ότι θα ενισχυθούν έτσι περαιτέρω στο μέλλον.

Το ΑΕΠ

Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται η αύξηση του ΑΕΠ για όλο το 2019 να παραμείνει κάτω από, αλλά κοντά στο, 2%, με την οικονομία να επιτυγχάνει ρυθμούς ανάπτυξης άνω του 3% από το 2020 και μετά. Προς το παρόν πάντως, στο 2ο τρίμηνο του 2019 ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ενισχύθηκε (+1,9%), ωστόσο, συνολικά κατά το 1ο εξάμηνο του έτους η άνοδος του ΑΕΠ επιβραδύνθηκε σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2018 (+1,5% το 1ο εξάμηνο του 2019, έναντι +2,1% το 1ο εξάμηνο του 2018). Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, κατά το 2ο τρίμηνο του 2019 ο ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώθηκε σε +1,9%, έναντι +1,1% το προηγούμενο τρίμηνο και +1,5% το 1ο εξάμηνο του 2019, έναντι +2,1% το αντίστοιχο διάστημα του 2018.

Κατά τον ΣΕΒ, η αποδυνάμωση του ρυθμού ανάπτυξης κατά το 1ο εξάμηνο του 2019 οφείλεται κυρίως στην κάμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης (-0,1%, έναντι +1% το 1ο εξάμηνο του 2018) και στην αρνητική συμβολή του εξωτερικού τομέα, καθώς ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών αγαθών αποκλιμακώθηκε (+1,8%, έναντι +9,4% το 1ο εξάμηνο ου 2018), ενώ ο ρυθμός αύξησης των εισαγωγών αγαθών ενισχύθηκε (+4,2%, έναντι -5,7% το αντίστοιχο διάστημα του 2018), με τη συμβολή του τουρισμού να παραμένει σχεδόν αμετάβλητη. Αντίθετα, η συμβολή της δημόσιας κατανάλωσης στην αύξηση του ΑΕΠ ήταν θετική, καθώς παρατηρείται μια μεγάλη αύξηση το 2ο τρίμηνο του 2019 (+5,3%), που σχετίζεται με την προεκλογική περίοδο. Σημειώνεται ότι η δημόσια κατανάλωση κατά το 1ο εξάμηνο του 2019 συνέβαλε κατά 0,4 π.μ. στον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ.

Συνεπώς, χωρίς αυτή την ενίσχυση της δημόσιας κατανάλωσης, η αύξηση του ΑΕΠ θα ήταν κοντά στο 1%. Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις παρουσίασαν άνοδο (+7,6%, έναντι -13,8% το 1ο εξάμηνο του 2018), η οποία ωστόσο οφείλεται κυρίως στην αύξηση των αποθεμάτων (+€2 δισ. σε τρέχουσες τιμές), με τις επενδύσεις σε πάγια να εμφανίζουν στασιμότητα (+0,7%, έναντι +4,3% το 1ο εξάμηνο του 2018 . Ειδικότερα, οι επενδύσεις σε κατοικίες εμφανίζουν ικανοποιητική αύξηση (+13,1%, έναντι +8,4% την αντίστοιχη περίοδο του 2018), όπως και σε μεταφορικό εξοπλισμό (+43,6% έναντι -51,6% το 1ο εξάμηνο του 2018), ενώ η άνοδος των επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό και σε τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών επιβραδύνθηκε (+3,1% έναντι +21,9% το 1ο εξάμηνο του 2018 και +1,1%, έναντι +21,3% το 1ο εξάμηνο του 2018 αντίστοιχα). Αντίθετα, οι επενδύσεις σε λοιπές κατασκευές μειώθηκαν (-26,9%, έναντι +21,6% το 1ο εξάμηνο του 2018,).

Από κει και πέρα, από τις εξελίξεις στους βραχυχρόνιους δείκτες, όπως τις έχει καταγράψει ο ΣΕΒ, ξεχωρίζει η σημαντική άνοδος του οικονομικού κλίματος και της καταναλωτικής εμπιστοσύνης τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2019, η επιβράδυνση της ανόδου μεταποιητικής παραγωγής και των εξαγωγών το διάστημα Ιαν. – Ιούλ. 2019 και η αποδυνάμωση των λιανικών πωλήσεων, οι οποίες ωστόσο ανέκαμψαν τον Ιούνιο του 2019, την ώρα που ο τουρισμός εμφανίζει ικανοποιητική πορεία το 1ο εξάμηνο του 2019. Επίσης, η ανεργία εξακολουθεί να υποχωρεί, ενώ ο πληθωρισμός κινείται σε οριακά αρνητικό έδαφος τον Αύγουστο του 2019, αντανακλώντας μία σχετική αποδυνάμωση της εγχώριας ζήτησης. Άρα, μπορούμε να πούμε ότι η εικόνα της ελληνικής οικονομίας, είναι μάλλον «μικτή».

Ο ρόλος της δημοσιονομικής πολιτικής

Και μην ξεχνάμε ότι οι παραπάνω οικονομικές εξελίξεις λαμβάνουν χώρα μέσα σε ένα δεδομένο δημοσιονομικό πλαίσιο, συμφωνημένο με τους επίσημους πιστωτές της χώρας. Όπως δεδομένη είναι και η πρόθεση της κυβέρνησης να «χαλαρώσει» την δημοσιονομική πολιτική, μέσω των φοροελαφρύνσεων. Έχουν λοιπόν ιδιαίτερη σημασία τα όσα επισημαίνει σε σχετική ανάλυση η Alpha Bank, σύμφωνα με την οποία, η επιτυχής εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού του 2019, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου από τις διεθνείς αγορές, διασφαλίζουν σε σημαντικό βαθμό συνθήκες δημοσιονομικής σταθερότητας.

Προϋποθέσεις για την ανάπτυξη

Κατά αυτόν τον τρόπο, διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για την ταχύτερη υιοθέτηση ενός φιλικότερου προς την ανάπτυξη μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη μείωση ενός ευρύτατου φάσματος φορολογικών συντελεστών που ανακοινώθηκε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη μείωση του φορολογικού συντελεστή των επιχειρήσεων από το 28% στο 24%, τη μείωση του φορολογικού συντελεστή στα διανεμόμενα κέρδη από το 10% στο 5% και τη μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή για εισοδήματα φυσικών προσώπων μέχρι €10.000, από το 22% στο 9%.

Παράλληλα, οι ανωτέρω φορολογικές ελαφρύνσεις, σε συνδυασμό με τη διατήρηση του αφορολόγητου ορίου, συμπιέζουν τα κίνητρα για φοροδιαφυγή. Σύμφωνα με την Alpha Bank, η διατήρηση δημοσιονομικής σταθερότητας, με παράλληλη μείωση των φορολογικών συντελεστών είναι καθοριστικής σημασίας για τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους και την αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, καθώς ενισχύει τον παρονομαστή, δηλαδή την αναπτυξιακή δυναμική, ενώ παράλληλα αποδυναμώνει τον αριθμητή.

Το δημόσιο χρέος

Συγκεκριμένα, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ εκτιμάται ότι αυξήθηκε σε 181,1% του ΑΕΠ το 2018 από 176,2% του ΑΕΠ το 2017. Η αύξηση αυτή προέρχεται κυρίως από τις λοιπές προσαρμογές ελλείμματος-χρέους, καθώς η ονομαστική αύξηση του χρέους, η οποία αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, την άντληση πόρων από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), αναφορικά με την ενίσχυση του ταμειακού αποθέματος ασφαλείας και την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών της Γενικής Κυβέρνησης, υπερέβη τη μειωτική επίδραση του πρωτογενούς πλεονάσματος και του θετικού ρυθμού μεγέθυνσης.

Η επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος επέδρασε μειωτικά στη μεταβολή του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, για τρίτο συνεχές έτος. Η μειωτική επίδραση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο λόγο χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται σε 4,4 ποσοστιαίες μονάδες το 2018. Επιπλέον, για δεύτερο συνεχές έτος η διαφορά μεταξύ επιτοκίου δανεισμού και ονομαστικού ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας συνέβαλλε μειωτικά στη μεταβολή του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 1 ποσοστιαία μονάδα το 2018.

Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί την επόμενη διετία (2019:174,9%, 2020:168,9%), αντανακλώντας τη μειωτική επίδραση, τόσο του πρωτογενούς πλεονάσματος, όσο και της περαιτέρω αύξησης του ΑΕΠ. Η διαφορά μεταξύ του ονομαστικού επιτοκίου δανεισμού και του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ (snowball effect) αναμένεται να συμβάλει στην αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 2,3 και 2,2 ποσοστιαίες μονάδες το 2019 και 2020 αντίστοιχα. Η επίτευξη υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης τα επόμενα έτη αποτελεί σημαντικό παράγοντα μείωσης του λόγου χρέους προς ΑΕΠ και σε συνδυασμό με τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού και την μακρά χρονική μέση διάρκεια του ελληνικού δημοσίου χρέους δύναται να διαμορφώσει τις συνθήκες για τη σημαντική βελτίωση του αξιόχρεου της χώρας.

Εκλογίκευση των πλεονασμάτων

Επιπλέον, η ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική θα επιτρέψει την εκλογίκευση των πρωτογενών πλεονασμάτων που απαιτούνται για τη βιωσιμότητα του χρέους. Προσεγγιστικά, το πρωτογενές πλεόνασμα που είναι αναγκαίο για να μην αυξάνεται το δημόσιο χρέος, μπορεί να εκτιμηθεί ως το γινόμενο της διαφοράς μεταξύ του επιτοκίου δανεισμού και του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας (snowball effect), επί τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Επομένως, δημιουργείται ένας ενάρετος κύκλος μεταξύ δημοσιονομικής πολιτικής, ρυθμού μεγέθυνσης και δημοσίου χρέους. Οι πρόσφατες εξαγγελίες της κυβέρνησης για τη μείωση φορολογικών συντελεστών, την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και τη μείωση της γραφειοκρατίας της δημόσιας διοίκησης, αναμένεται να επιταχύνουν την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας, που με την σειρά της θα οδηγήσει στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα.

Η μείωση των φορολογικών συντελεστών στο πλαίσιο μιας δυναμικής πολιτικής υπέρ των επενδύσεων μπορεί να ενισχύσει σε τέτοιο βαθμό την οικονομική δραστηριότητα που εν τέλει να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα αντί να τα μειώσει. Ειδικότερα, ως προς τη φορολογία επιχειρήσεων, σύμφωνα με την τελευταία διαθέσιμη Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Taxation Trends 2019» , παρά το γεγονός ότι ο τρέχων φορολογικός συντελεστής στην Ελλάδα (28%) παραμένει μεταξύ των υψηλοτέρων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υψηλότερος κατά 6,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον μέσο όρο το 2019 (ΕΕ-28: 21,7%), τα φορολογικά έσοδα από τις επιχειρήσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2017, στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν σε 1,9%, χαμηλότερα από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-28: 2,7%). Αντίθετα, στην Κύπρο, ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής για τις επιχειρήσεις είναι ο τρίτος χαμηλότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση (12,5%), ενώ τα έσοδα από τη φορολογία επιχειρήσεων φθάνουν το 5,7% του ΑΕΠ, μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ-28.