Κωνσταντίνος Μίχαλος: Μια μεγάλη ευκαιρία

Ο αγροτοδιατροφικός τομέας έχει αναμφίβολα κρίσιμο ρόλο στην αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας. Τα ελληνικά προϊόντα αποτελούν μία σημαντική κατηγορία εξαγομένων προϊόντων, καθώς αποτελούν το 19% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών. Μάλιστα, οι εξαγωγές των ελληνικών προϊόντων το 2018 παρουσίασαν μία σημαντική αύξηση της τάξης του 5,4% σε σχέση με το 2017 φθάνοντας τα 6,45 δισ. ευρώ.

Η ανθεκτικότητα και η δυναμική που εμφανίζουν μέχρι σήμερα οι εξαγωγές των αγροτικών μας προϊόντων πρέπει να ενισχυθούν στα επόμενα χρόνια, με την εφαρμογή αποτελεσματικών πολιτικών για την αύξηση της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας του κλάδου. Με δεδομένο δε ότι η μορφή του αγροτοδιατροφικού τομέα έχει απομακρυνθεί αρκετά από το παλιό, παραδοσιακό υπόδειγμα, ζητούμενο για την κυβέρνηση είναι η διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου, πλήρους καθετοποίησης της αγροτικής μας παραγωγής.

Στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία και στο σύγχρονο μάρκετινγκ, κυρίαρχο ρόλο παίζει πλέον η έννοια του ολικού προϊόντος, η οποία συμπεριλαμβάνει τόσο το φυσικό προϊόν, όσο και το επαυξημένο: δηλαδή, όλα αυτά τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά που κάνουν το φυσικό προϊόν ακόμη πιο ελκυστικό στον καταναλωτή. Σε αυτό το πλαίσιο, η διαδικασία της μεταποίησης και της τυποποίησης των αγροτικών προϊόντων, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας τους.

Τα Επιμελητήρια, αξιοποιώντας την εμπειρία και τις δομές τους, μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά στην προώθηση επιχειρηματικών πρωτοβουλιών που θα τονώσουν τις ελληνικές εξαγωγές του πρωτογενούς τομέα και θα διευρύνουν την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές. Μια πρόταση που έχει κατατεθεί ήδη στην κυβέρνηση αφορά την ίδρυση ειδικών τμημάτων στα 59 κατά τόπους Επιμελητήρια της χώρας, τα οποία θα εξειδικεύονται στον αγροτοδιατροφικό τομέα και κυρίως στις εξαγωγές ελληνικών προϊόντων, με δεδομένο ότι τα προϊόντα της ελληνικής γης και θάλασσας βρίσκονται μεταξύ των πλέον ανταγωνιστικών κατηγοριών εξαγώγιμων προϊόντων. Σύμφωνα με έρευνα που έχει διεξαχθεί από την Ernst & Young για λογαριασμό του ΕΒΕΑ, ψάρια και οστρακοειδή, φρούτα και καρποί, ρητίνες φυτών και φυτικά εκχυλίσματα, λίπη και λάδια ζωικής και φυτικής παραγωγής, παρασκευάσματα λαχανικών, καρπών και φρούτων, καπνά και βιομηχανικά υποκατάστατα καπνού, αλάτι, γούνες, βαμβάκι βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα των πιο ανταγωνιστικών προϊόντων για τις ελληνικές εξαγωγές.

Το «κλειδί», βεβαίως, για την υλοποίηση μιας νέας, δυναμικής αγροτικής πολιτικής, είναι η εξασφάλιση της αναγκαίας χρηματοδότησης από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, με τη μορφή κεφαλαίων ενίσχυσης, δανείων για αγορά γης ή εξοπλισμού, αλλά και εξειδικευμένων ασφαλιστικών προϊόντων για τη διαχείριση κινδύνων. Παράλληλα, θα πρέπει να υπάρξει συνολική κυβερνητική πολιτική για τον εξορθολογισμό της φορολογίας των αγροτών και κυρίως για τη μείωση του κόστους παραγωγής.

Η εξωστρεφής ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα μπορεί να συμβάλει τα μέγιστα και στην αντιμετώπιση του ακανθώδους προβλήματος της ανεργίας. Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να επικαιροποιηθεί η παλαιότερη πρόταση των Επιμελητηρίων για την ανάπτυξη συνεργασιών μεταξύ του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, των Επιμελητηρίων, της πανεπιστημιακής κοινότητας, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και της Εκκλησίας της Ελλάδος, για την αναδιανομή εκτάσεων σε νέους αγρότες και την εκμετάλλευσή του.

Ο πρωτογενής τομέας και ιδιαίτερα ο αγροτοδιατροφικός κλάδος αποτελεί για την ελληνική οικονομία μια μεγάλη, ανεκμετάλλευτη μέχρι τώρα ευκαιρία, τόσο σε όρους προστιθέμενης αξίας, όσο και σε όρους απασχόλησης. Είναι στο χέρι μας, μέσα από σύγχρονες μορφές οργάνωσης, κατάλληλα κίνητρα και συνένωση δυνάμεων να επιδιώξουμε την αύξηση της παραγωγικότητας του κλάδου και να ενισχύσουμε τη διείσδυση των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.