Κωνσταντίνος Μίχαλος: Απασχόληση και κοινωνική συνοχή

Στη διάρκεια της δεκαετούς, σχεδόν, οικονομικής κρίσης είδαμε την ανεργία να εκτινάσσεται σε ποσοστά άνω του 25% και ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας να οδηγείται κάτω από το όριο της φτώχειας. Τα τελευταία χρόνια η απασχόληση αυξάνεται, αλλά με χαμηλότερους μισθούς, εξαιτίας της επέκτασης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, της μακροχρόνιας ανεργίας και του κινδύνου της φτώχειας για τους εργαζόμενους. Σήμερα, το ένα τρίτο των εργαζομένων αμείβεται –ή εμφανίζεται να αμείβεται– με ποσά που δεν επαρκούν για την κάλυψη βασικών αναγκών διαβίωσης. Ένας στους τρεις Έλληνες κινδυνεύουν με φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό.

Την ίδια ώρα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει έντονο δημογραφικό πρόβλημα, το οποίο απειλεί το οικονομικό μέλλον της χώρας και δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα. Ένα σύστημα που, παρά τις αποσπασματικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο των μνημονίων, παραμένει σε μεγάλο βαθμό μη λειτουργικό, άδικο για τους σημερινούς εργαζόμενους, αλλά και αντιαναπτυξιακό, επιβαρύνοντας με δυσβάσταχτα κόστη την επιχειρηματικότητα και την απασχόληση.

Ο δρόμος για τη δημιουργία περισσότερων και καλύτερων θέσεων εργασίας περνά σαφώς από την αναζωογόνηση της οικονομίας και την επιτάχυνση της ανάπτυξης. Παράλληλα, όμως, απαιτείται η εφαρμογή ενεργητικών πολιτικών, οι οποίες θα στηρίξουν την αύξηση της απασχόλησης. Μεταξύ αυτών είναι η λειτουργία ενός αξιόπιστου μόνιμου συστήματος διάγνωσης αναγκών εργασίας, που θα αποτυπώνει τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων σε ειδικότητες και δεξιότητες, καθώς και η δημιουργία συστήματος σχεδιασμού και αξιολόγησης των πολιτικών απασχόλησης, με τη συμμετοχή φορέων της πολιτείας, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των κοινωνικών εταίρων και των φορέων της αγοράς. Σε προτεραιότητα θα πρέπει, επίσης, να τεθεί η αξιοποίηση του θεσμού της Μαθητείας και της πρακτικής άσκησης, με δημιουργία ενός νέου θεσμικού πλαισίου, εφαρμογή ποιοτικών κριτηρίων και αποτελεσματικότερη σύνδεση με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Πάγιο αίτημα του επιχειρηματικού κόσμου, ως προς τα εργασιακά, είναι η ολοκλήρωση της προσαρμογής της εργατικής νομοθεσίας στα ευρωπαϊκά δεδομένα, με επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, κατόπιν συμφωνίας εργοδοτών και εργαζομένων. Εξίσου επιβεβλημένη είναι η απλοποίηση και κωδικοποίησή της, ώστε να μειωθεί η γραφειοκρατική επιβάρυνση και το κόστος συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, όμως, θα πρέπει να προβλεφθούν και να εφαρμοστούν αυστηροί κανόνες για την αδήλωτη και απλήρωτη εργασία, καθώς και την παραβατική συμπεριφορά εργοδοτών έναντι εργαζομένων. Ζητούμενο για την αγορά είναι, επίσης, η επιβράβευση των συνεπών επιχειρηματιών, με μέτρα όπως η δημιουργία του Λευκού Μητρώου που προωθεί η κυβέρνηση, αλλά και με τη διάκριση μεταξύ των συστηματικών παραβατών και των επιχειρηματιών που προσπαθούν να επιβιώσουν, διακρατώντας θέσεις εργασίας με κάθε κόστος.

Όσον αφορά την ασφαλιστική μεταρρύθμιση, η Επιμελητηριακή Κοινότητα έχει καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για τη σταδιακή μετάβαση σε ένα σύστημα τριών πυλώνων, το οποίο στην τελική του ανάπτυξη, να εξασφαλίσει ποσοστό αναπλήρωσης στο 70% – 75%. Παράλληλα, αναμένουμε από την κυβέρνηση μέτρα για τον εξορθολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών, με μείωση των συντελεστών και ταυτόχρονη καθιέρωση πλαφόν που δεν θα ξεπερνά για τα υψηλά εισοδήματα τα 1.000 ευρώ. 

Τέλος, απαιτούνται πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της ακραίας φτώχειας, με επέκταση του τακτικού επιδόματος ανεργίας και εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε όλη την Ελλάδα, αλλά και ουσιαστικά μέτρα για τη στήριξη της οικογένειας, με φορολογικές ελαφρύνσεις, στοχευμένη επιδότηση συγκεκριμένων υπηρεσιών, αποτελεσματικότερη προστασία της μητρότητας και της πατρότητας, με τη δημιουργία επαρκών δομών φιλοξενίας και φύλαξης παιδιών προσχολικής ηλικίας κ.ά.

Η προσπάθεια για να επουλωθούν οι πληγές που άνοιξε η κρίση στην ελληνική κοινωνία, θα είναι δύσκολη. Πρέπει, όμως, να προχωρήσει με αποφασιστικότητα και με συνεργασία μεταξύ της Πολιτείας, των κοινωνικών εταίρων και της αγοράς, ώστε η ανάκαμψη της οικονομίας να συνοδευτεί από ένα ισχυρό, μετρήσιμο και κυρίως βιώσιμο κοινωνικό μέρισμα, το οποίο θα επιτρέψει την ταχύτερη αποκατάσταση του επιπέδου ζωής των πολιτών.