Οι τραγωδίες και το πρόστιμο που «στοιχειώνουν» την Johnson & Johnson

Η εταιρεία καλείται να πληρώσει πρόστιμα εκατομμυρίων την ώρα που ο βίος των μελών της πάμπλουτης οικογένειας στιγματίζεται από μικρές και μεγάλες τραγωδίες, πολύκροτα διαζύγια, αυτοκτονίες, δυστυχήματα, ψυχιατρικά προβλήματα, εξαρτήσεις και δημόσιους διασυρμούς

Η ετυμηγορία δικαστηρίου της Πολιτείας της Οκλαχόμα, με την οποία επέβαλε πρόστιμο-μαμούθ 572 εκατ. δολαρίων στον κολοσσό Johnson & Johnson σηματοδοτεί ένα νέο κεφάλαιο στα δικαστικά χρονικά. Η καταδίκη βασίστηκε στο ότι η φαρμακευτική εταιρεία, μέσω της «ψευδούς, παραπλανητικής και επικίνδυνης εκστρατείας πωλήσεων που εφάρμοσε, σε συνεργασία με άλλες φαρμακευτικές εταιρείες, συνέβαλε στον εθισμό ατόμων στα οπιούχα οδηγώντας σε ανυπολόγιστους θανάτους από υπερβολική δόση».

Τετρακόσιες χιλιάδες άτομα έχασαν τη ζωή τους. Οι 6.000 εξ αυτών, μάλιστα, μόνο στην Οκλαχόμα. Πρόκειται για μια κρίση που στις Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτηρίστηκε «επιδημία οπιοειδών», η οποία και κορυφώθηκε μεταξύ 1999 και 2017. Η συνταγογράφηση των οπιοειδών σκευασμάτων στην άλλη άκρη του Ατλαντικού έφτασε στο απόγειό της το 2012, όταν και καταγράφηκαν συνολικά 250 εκατ., μία δηλαδή για κάθε ενήλικα Αμερικανό! Στην Οκλαχόμα, μια Πολιτεία με πληθυσμό μικρότερο των 4 εκατομμυρίων, μεταξύ 2015 και 2018 συμπληρώθηκαν 18 εκατομμύρια τέτοιες συνταγογραφήσεις. Ο δικαστής Θαντ Μπάλκμαν βάσισε την πρωτόγνωρη απόφασή του όχι μόνο στην επιθετική προώθηση προϊόντων της εταιρείας, αλλά και στο γεγονός ότι αυτή συνδυάστηκε με μια ιατρική πρακτική που είχε ως στόχο τη μείωση των αντιστάσεων των γιατρών.

Για τον σκοπό αυτό δαπανήθηκαν εκατομμύρια δολάρια σε μελέτες που αποδείκνυαν τον χαμηλό κίνδυνο των σκευασμάτων αυτών. Κατέληγαν, μάλιστα, στο συμπέρασμα ότι είχαν υποβαθμιστεί οι χρόνιοι πόνοι, οι οποίοι καταδίκαζαν εκατομμύρια ανθρώπους σε κακή ποιότητα ζωής. Η δικαστική απόφαση αναφέρει ότι «μεταξύ άλλων (σ.σ. : η εταιρεία), έστελνε τους πωλητές της στα γραφεία των γιατρών της Οκλαχόμα προκειμένου να διανείμουν παραπλανητικά μηνύματα, παραπλανητικά φυλλάδια, κουπόνια και άλλο υλικό που αφορούσε ασθενείς και γιατρούς, ενώ διαφήμιζαν παραπλανητικά τα φάρμακά τους και μέσω του Διαδικτύου».

Ο Ρόμπερτ Γουντ Τζόνσον ο Β΄ διατέλεσε και στρατηγός στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Από τις κορυφαίες εταιρείες της αγοράς, η Johnson & Johnson δραστηριοποιείται στην παραγωγή φαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων, ιατρικών συσκευών και προϊόντων για την υγεία. Το ίδιο και οι θυγατρικές της ανά τον πλανήτη. Ξεκίνησε δύο αιώνες νωρίτερα µε 14 υπαλλήλους και σήμερα αποτελεί έναν πολυεθνικό κολοσσό µε τζίρο άνω των 65 δισ. δολαρίων. Δεν είναι, όμως, η πρώτη φορά που η εταιρεία στιγματίζεται από σκάνδαλα.

Πολύχρονη και εκτενής έρευνα που βασίστηκε σε υπομνήματα, εσωτερικές αναφορές και άλλα εμπιστευτικά έγγραφα απέδειξε ότι στο παιδικό ταλκ της εταιρείας -ένα από τα πιο δημοφιλή προϊόντα της- ανιχνεύονταν μικρές ποσότητες αμιάντου, ουσίας που προκαλεί καρκίνο. Ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι στελέχη της εταιρείας το γνώριζαν και το απέκρυβαν επί τέσσερις δεκαετίες και κάτι. Σήμερα, η εταιρεία βρίσκεται, μάλιστα, αντιμέτωπη με περισσότερες από 10.000 αγωγές από καταναλωτές που υποστηρίζουν ότι τα προϊόντα Baby Powder και Shower to Shower προκαλούν καρκίνο των ωοθηκών. Τα προϊόντα αυτά κατηγορούνται ότι προκαλούν μεσοθηλίωμα, έναν σπάνιο και θανατηφόρο τύπο καρκίνου.

Η εταιρεία, μάλιστα, κλήθηκε να πληρώσει αποζημίωση 72 εκατ. δολαρίων στην οικογένεια μιας γυναίκας, της οποίας ο θάνατος συνδέθηκε με τη χρήση σκόνης με βάση το ταλκ που κυκλοφορεί από την εταιρεία εδώ και δεκαετίες. Η ετυμηγορία γνωστοποιήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2016. Προτού όμως καταλαγιάσει ο θόρυβος, νέο πρόστιμο 70 εκατ. δολαρίων επιβλήθηκε στον φαρμακευτικό κολοσσό με την κατηγορία ότι δωροδοκούσε γιατρούς και διοικητές νοσοκομείων τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες για την υπογραφή συμβάσεων και την προώθηση των φαρμακευτικών του προϊόντων από το 1998.

Η κατάρα των Τζόνσον

Εξίσου επεισοδιακή αλλά και δραματική είναι και η ιστορία της δυναστείας που βρίσκεται πίσω από την εταιρεία. Η ιδέα ότι ο ανυπολόγιστος πλούτος συνοδεύεται από μία ανεξήγητη κατάρα αποτυπώθηκε και στην οικογένεια των Τζόνσον, οι οποίοι στη συνείδηση των Αμερικανών, μοιράζονται την τύχη των Κένεντι και των Ωνάσηδων. Τρεις γιοι ενός φτωχού αγρότη ίδρυσαν την εταιρεία το 1887. Ο Ρόµπερτ Τζόνσον, ένας εκ των τριών, έπεισε τους δύο αδερφούς του Τζέιμς και Εντουαρντ να παραιτηθούν από τις δουλειές τους και να ιδρύσουν τη δική τους εταιρεία με συνολικό κεφάλαιο 1.000 δολάρια. Συνέλαβε την ιδέα της εαιρείας όταν άκουσε έναν χειρουργό να παραπονιέται για το μεγάλο ποσοστό μολύνσεων και θανάτων ασθενών μετά από χειρουργεία.

Η θεωρία του ήταν ότι οι ίδιοι οι γιατροί αποτελούσαν εστίες μολύνσεων, καθώς χειρουργούσαν χωρίς γάντια, µε ρούχα του δρόμου και µε μη αποστειρωμένα εργαλεία. Λίγους μήνες αργότερα τα τρία αδέλφια περιόδευσαν σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρουσιάζοντας τα έμπλαστρα και τις γάζες που θα άλλαζαν διά παντός τη χειρουργική διαδικασία σώζοντας αμέτρητες ζωές. Ενώνοντας δυνάμεις, οι αδελφοί Τζόνσον αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ταλαντούχοι σε έναν χώρο που ήταν ακόμα άγνωστος, αν και υπαρκτός: το μάρκετινγκ. Χρησιμοποιώντας κάθε δυνατό μέσο διαφήμισαν τις καινοτόμες πρακτικές και προϊόντα τους ώστε να κερδίσουν την ιατρική κοινότητα. Σύντομα λάνσαραν στην αγορά και το πρώτο κουτί πρώτων βοηθειών. Αν και προοριζόταν για τους υπαλλήλους στους σιδηρόδρομους που είχαν πολλά μικροατυχήματα, σύντομα η χρήση του διευρύνθηκε, με αποτέλεσμα κάθε σπίτι στην Αμερική να αποκτήσει το πολυπόθητο… μαγικό κουτάκι.

Ο Μπομπ ο Δ’, ιδιοκτήτης των New York Jets, έμεινε επί πολλά χρόνια καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα από τα 21 του χρόνια, όταν υπό την επήρεια αλκοόλ παραπάτησε και έπεσε από μεγάλο ύψος

Αμύθητα πλούτη

Ο αμύθητος πλούτος, όμως, δεν άργησε να δηλητηριάσει τη σχέση της οικογένειας. Το 1897 είναι χρονιά ορόσημο για την εταιρεία, καθώς εξαπλώνεται σε νέους τομείς, κυκλοφορώντας τα πρώτα προϊόντα υγιεινής για γυναίκες, καθώς και το οδοντικό νήμα. Παρ’ όλα αυτά, ο Εντουαρντ Τζόνσον αποχωρεί από την εταιρεία κατηγορώντας τον μεγαλύτερο του αδελφό για δεσποτική συμπεριφορά. Προς το τέλος της ζωής τους, τα τρία αδέλφια μετά βίας μιλούσαν. Οσο για τους απογόνους τους, η ζωή τούς επεφύλαξε αρκετές τραγωδίες, θανάτους και σκάνδαλα.

Το 1968 έφυγε από τη ζωή ο γιος του σκληροτράχηλου αδελφού και ιδρυτή της εταιρείας. Οπως ο πατέρας του, έτσι κι αυτός είχε υιοθετήσει έναν αυταρχικό τρόπο διοίκησης τόσο στην εταιρεία όσο και στην οικογένειά του. Εχοντας κρατήσει με σιδερένια πυγμή το τιμόνι της εταιρείας επί 25 χρόνια, οι τελευταίες του κουβέντες ήταν:

«Εχω όλα τα εκατομμύρια του κόσμου και θα τα έδινα όλα για να με κάνει κάποιος καλά». Ο γιος του και εγγονός του ιδρυτή, Ρόμπερτ Τζόνσον, πέρασε όλη του τη ζωή με το βάρος της απόρριψης του πατέρα του εξαιτίας του πάχους του. Τελικά, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 50 ετών, χτυπημένος από καρκίνο. Ο γιος του Μπομπ ο Δ’, γνωστός σήμερα ως ο ιδιοκτήτης της ομάδας των New York Jets, έμεινε επί πολλά χρόνια καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα στα 21 του χρόνια. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού αναψυχής με τους φίλους του, ο τότε φοιτητής άφησε το αυτοκίνητό του σ’ ένα υπαίθριο πάρκινγκ.

Υπό την επήρεια αλκοόλ παραπάτησε και έπεσε από μεγάλο ύψος. Δύο από τα αδέλφια του στάθηκαν ακόμα πιο άτυχα. Ο 27χρονος Κιθ έχασε τη ζωή του μετά από χρήση κοκαΐνης, ενώ μόλις λίγες εβδομάδες αργότερα ο 23χρονος Μπίλι σκοτώθηκε ακαριαία σε δυστύχημα με τη μηχανή του. Είχε μόλις λάβει το πρώτο καταπίστευμά του, αξίας 10 εκατ. δολαρίων. Πριν από τον θάνατό του συνήθιζε να λέει ότι ακόμα και αν δεν σηκωνόταν ποτέ από το κρεβάτι θα κολυμπούσε για όλη του τη ζωή στα πλούτη. Τελικά, όμως, αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερα σύντομη.

Εξίσου ταραχώδης και αποτρόπαια μοιάζει και η ζωή άλλων μελών της οικογένειας. Η Μαίρη Λι Τζόνσον, εγγονή ενός εκ των ιδρυτών της εταιρείας, το κοριτσάκι που όταν ήταν ακόμα μηνών έγινε το πρόσωπο του μωρουδιακού ταλκ και αποδέκτρια ενός καταπιστεύματος 100 εκατ. δολαρίων, κατήγγειλε ότι ο πατέρας της την κακοποίησε σεξουαλικά όταν ήταν παιδί. Ο ίδιος της ο γιος αμφισβήτησε αργότερα τις κατηγορίες αυτές, εξηγώντας ότι η μητέρα του ήταν ασταθής και εθισμένη στα ναρκωτικά. Η ίδια κάποια χρόνια αργότερα κατηγόρησε τον δεύτερο σύζυγό της ότι σχεδίαζε τη δολοφονία της για να κληρονομήσει τα χρήματά της.

Αν και κανένα μέλος της πολυπληθούς οικογένειας Τζόνσον δεν εμπλέκεται εδώ και δεκαετίες ενεργά με την εταιρεία, η οποία εισήλθε στο Χρηματιστήριο το 1944, όλα τα μέλη έχουν πάρα πολλά εκατομμύρια στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Παρ’ όλα αυτά, δεκάδες απόγονοι της δυναστείας βίωσαν προσωπικές τραγωδίες -μεγαλύτερες ή μικρότερες- με πολύκροτα διαζύγια, αυτοκτονίες, δυστυχήματα, ψυχιατρικά προβλήματα, εξαρτήσεις και δημόσιους διασυρμούς.


Η 30χρονη Κέισι Τζόνσον, το πιο προβεβλημένο μέλος της νέας γενιάς της οικογένειας, κολλητή φίλη της Πάρις Χίλτον και άλλων χρυσών κληρονόμων και τηλεοπτική περσόνα, βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της μία εβδομάδα μετά τον θάνατό της. Η οικογένειά της την είχε αποκληρώσει και ζούσε σ’ ένα σπίτι βρώμικο, χωρίς ηλεκτρικό, νερό και γκάζι, ενώ στην πισίνα της κολυμπούσαν ποντίκια

Το τελευταίο, όμως, επεισόδιο στη σειρά των απανωτών δυστυχιών που πλήττουν ανά τις δεκαετίες τη δυναστεία που είναι συνυφασμένη με τη φαρμακευτική βιομηχανία-κολοσσό ήταν ο ξαφνικός χαμός της 30χρονης Κέισι Τζόνσον, που ήταν το πιο προβεβλημένο μέλος της νέας γενιάς της οικογένειας Τζόνσον, κολλητή φίλη της Πάρις Χίλτον και άλλων χρυσών κληρονόμων, τηλεοπτική περσόνα και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Φωτογραφιζόταν συχνά και η προσωπική της ζωή αποτελούσε ένα από τα αγαπημένα θέματα των ταμπλόιντ. Πριν από τον πρόωρο θάνατό της, η οικογένειά της την είχε αποκληρώσει και ζούσε σ’ ένα σπίτι βρώμικο, παρατημένο, χωρίς ηλεκτρικό, νερό και γκάζι, αφού δεν είχε πια χρήματα να πληρώσει κανέναν λογαριασμό.

Οταν η Αστυνομία μπήκε στο σπίτι της, μετά από παράπονα γειτόνων για μια ιδιαίτερα δυσάρεστη μυρωδιά, βρέθηκε μπροστά σε μια αποτρόπαια εικόνα: σκουπίδια παντού και η πισίνα να έχει μετατραπεί σε βούρκο μέσα στον οποίο κολυμπούσαν ποντίκια. Αν και έχασε τη ζωή της από διαβήτη, ηρεμιστικά, αλλά και ναρκωτικά όπως μαριχουάνα, Ecstasy και κοκαΐνη είχαν καταπονήσει τον οργανισμό της και συνέβαλαν στο πρόωρο τέλος της. Η νεαρή γυναίκα ήταν νεκρή για περισσότερο από μία εβδομάδα προτού γίνει αντιληπτός ο θάνατός της.

Το θυμοσοφικό ρητό «όπου φτωχός και η μοίρα του» δεν επαληθεύεται στην περίπτωση της δυναστείας Τζόνσον. Τα μέλη της παρακολουθούν τα σκάνδαλα που ταλανίζουν κατά καιρούς την εταιρεία που δημιούργησαν οι πρόγονοί τους με σχετική απάθεια. Εξάλλου, ο δυσθεώρητος πλούτος τούς επιτρέπει να συγκεντρωθούν στους δικούς τους προσωπικούς μικρόκοσμους. Οι εκάστοτε ατυχίες και τραγωδίες τους, όμως, τροφοδοτούν τις θεωρίες συνωμοσίας που γράφονται πάνω στα ερείπια των κραυγαλέα και εσαεί προνομιούχων.