Βασίλης Σωτηρόπουλος: Μια νέα ανεξάρτητη υπηρεσία, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας

Τα πολλαπλά ελεγκτικά σώματα του δημόσιου τομέα που ιδρύθηκαν τα τελευταία 25 χρόνια, μέχρι σήμερα βρίσκονταν υπό την διοικητική εποπτεία της κεντρικής κυβέρνησης. Τα Σώματα επιθεωρητών – ελεγκτών μπορεί να τέθηκαν υπό τον συντονισμό του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης κάποια στιγμή, αλλά ακόμη και ο Γ.Ε.Δ.Δ. δεν έπαψε ποτέ να είναι ουσιαστικά μια προσωπική επιλογή του Υπουργού Εσωτερικών. Πριν μερικά χρόνια ιδρύθηκε ως μονοπρόσωπο όργανο ένας Εθνικός Συντονιστής Καταπολέμησης της Διαφθοράς (θέση στην οποία τοποθετήθηκε ο πρώην Εισαγγελέας του Α.Π. κ. Τέντες), αλλά και αυτή η συντονιστική προσπάθεια δεν απέδωσε αξιόλογους καρπούς. Η προηγούμενη κυβέρνηση αφιέρωσε ένα υφυπουργείο και μια γενική γραμματεία στην καταπολέμηση της διαφθοράς με άγνωστα μέχρι σήμερα αποτελέσματα. Το θέμα δεν είναι να διοργανώνεις συνέδρια και να εκδίδεις φυλλάδια καλών πρακτικών: αυτά τα κάνει και η ιδιωτική πρωτοβουλία, όπως έχει αποδείξει με την δραστήρια παρουσία της η Διεθνής Διαφάνεια – Ελλάς. Το κυριότερο είναι ότι όσο κρατάς αυτά τα ελεγκτικά σώματα υπό την υπουργική και κυβερνητική εποπτεία, τόσο πιο δύσκολα μπορεί να γίνει λόγος για ουσιαστική αποτελεσματικότητα.

Από αυτή την άποψη, η δημιουργία μιας ανεξάρτητης αρχής για την διαφάνεια και την καταπολέμηση της διαφθοράς είναι μια αναγκαιότητα. Με τον πρόσφατο νόμο για το επιτελικό κράτος, το σύνολο των ελεγκτικών σωμάτων του δημοσίου υπάγονται σε μια νέα ανεξάρτητη αρχή. Έτσι αποκόπτεται ο ομφάλιος λώρος του εναγκαλισμού με την εκάστοτε κυβέρνηση. Βέβαια η διαδικασία επιλογής των προσώπων, παρόλο που συμπεριλαμβάνει ουσιαστικές εγγυήσεις αμεροληψίας, τελικά καταλήγει σε μία πρόταση από την οποία η Κυβέρνηση επιλέγει ποιους θα τοποθετήσει, κρατώντας τον αποφασιστικό ρόλο επί μιας βραχείας λίστας υποψηφίων με υψηλά προσόντα. Εδώ θα μπορούσε να γίνει προσεκτικότερη επεξεργασία και η επιλογή να είναι μέχρι το αποφασιστικό σημείο της καθαρά τεχνοκρατική. Δηλαδή αν θέλουμε πράγματι μια ανεξάρτητη αρχή πρέπει να την εξοπλίσουμε και με την νομική θωράκιση του να μην έρθει μια επόμενη κυβέρνηση και αρχίσει να παύει πάλι μη αρεστά πρόσωπα. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο με διαδικασίες 100% τύπου ΑΣΕΠ, χωρίς η κυβέρνηση να έχει κανένα τελικό αποφασιστικό λόγο. Επίσης η θωράκιση από διαρκή ράβε – ξήλωνε μπορεί να επέλθει με την συνταγματική κατοχύρωση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, κάτι που μπορεί να γίνει με την επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος.

Είναι άραγε η διαφάνεια ένα ζήτημα αμιγώς τεχνοκρατικό, νομικό, πέρα και πάνω από την πολιτική; Η απάντηση δεν είναι απλή. Υπάρχουν πολλές διατάξεις του Συντάγματος από τις οποίες απορρέει η αρχή της διαφάνειας. Το περιεχόμενό της όμως είναι πάντοτε υπό διαμόρφωση, τόσο από τους εφαρμοστές του νόμου (π.χ. διωκτικές αρχές), όσο και από τους νομοθέτες. Βρισκόμαστε σε ένα επίπεδο εξέλιξης των νομικών σπουδών που η καταπολέμηση της διαφθοράς διδάσκεται ως ειδικό μάθημα εξαμήνου σε μεταπτυχιακό τμήμα της Νομικής Αθήνας. Υπάρχει αξιόλογη αυτονόμηση αυτού του αντικειμένου σε σχέση με τα άλλα νομικά αντικείμενα. Ωστόσο, ακόμη ελλείπει η επιστημονική συστηματοποίηση που υπάρχει σε άλλους νομικούς τομείς (όπως π.χ. η προστασία δεδομένων), κάτι το οποίο επιτρέπει ένα σημαντικό βαθμό πολιτικότητας του κλάδου αυτού. Θεωρώ ότι το μεγαλύτερο ζήτημα αφορά την αποκλειστική εστίαση στην καταπολέμηση της διαφθοράς, ενώ στην πραγματικότητα η διαφάνεια είναι μια πολύ ευρύτερη έννοια. Η διαφάνεια περιλαμβάνει και μια θετική διάσταση, η οποία αφορά την δυνατότητα πρόσβασης του πολίτη στις πληροφορίες που σχετίζονται με την λήψη των αποφάσεων που αφορούν τον δημόσιο βίο. Ο νόμος που ιδρύει την Εθνική Αρχή Διαφάνειας δείχνει να παρακάμπτει πλήρως τα ζητήματα πρόσβασης των πολιτών στις δημόσιες πληροφορίες και την χάραξη κατευθυντήριων γραμμών ώστε να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η υποχρέωση δημοσιοποίησης και η υποχρέωση αιτιολόγησης λήψης των αποφάσεων που αποτελεί και την καρδιά του κράτους δικαίου. Δικαιοσύνη στην λήψη των δημόσιων αποφάσεων υπάρχει μόνο όταν υφίσταται επαρκής αιτιολόγηση των σχετικών κρίσεων και όταν αυτή η αιτιολόγηση βρίσκεται σε δημόσια θέα, ώστε να υφίσταται την κριτική καθενός και καθεμιάς από εμάς.

Ο Βασίλης Σωτηρόπουλος είναι δικηγόρος