Βασίλης Σωτηρόπουλος: Συμπαραστάτης του δημότη και της επιχείρησης – H δικαίωση ενός θεσμού

Είχε χαρακτηριστεί η πιο εύστοχη μεταρρύθμιση του Προγράμματος Καλλικράτης. Οι δημότες και οι επιχειρήσεις θα είχαν πλέον την δυνατότητα να απευθυνθούν σε έναν ανεξάρτητο διαμεσολαβητή, εκλεγμένο με αυξημένη πλειοψηφία από το δημοτικό συμβούλιο, ώστε να τους επιλύει τα προβλήματά τους με τις δημοτικές υπηρεσίες. Με διαφάνεια, υποχρέωση γραπτής απάντησης εντός 30 ημερών, με δυνατότητα ήπιας παρέμβασης με συστάσεις προς τις υπηρεσίες, ο Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης ήταν ήδη έτοιμος στα χαρτιά και ανέμενε να εκλεγεί σε κάθε δήμο άνω των 20.000 κατοίκων.

Αμέσως όταν ψηφίστηκε ο Καλλικράτης έδειξα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μαζί με μια ομάδα συμπολιτών, ανάμεσα στους οποίους και ο Χρήστος Γραμματίδης, που μας άφησε τόσο νωρίς, ετοιμάσαμε το σχέδιο για την λειτουργία του θεσμού στον Δήμο Αθηναίων. Στο δημοτικό συμβούλιο πρωτοστάτησε ο Γιώργος Αμυράς, με δική του τότε παράταξη («Επιμένουμε Αθήνα!»), ο οποίος είχε πάρει προσωπικά το θέμα της ίδρυσης και λειτουργίας του θεσμού. Μίλησα με τον Γιώργο Καμίνη, νεοεκλεγέντα δήμαρχο Αθηναίων, ο οποίος είχε την προσωπική εμπειρία ενός αντίστοιχου θεσμού σε εθνικό επίπεδο, του Συνηγόρου του Πολίτη. Έτσι, το 2012 το δημοτικό συμβούλιο με εξέλεξε πρώτο Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης του Δήμου Αθηναίων. Αμέσως εγκαταστάθηκα σε ένα γραφείο μέσα στο Δημαρχείο και ξεκίνησα με τέσσερις υπαλλήλους του δήμου Αθηναίων να δέχομαι τις καταγγελίες των πολιτών και να επιδιώκω την διαμεσολαβητική επίλυσή τους. Όλη η δουλειά των ετών 2012-2014 είναι ακόμη αναρτημένη και προσβάσιμη στην ιστοθέση: http://www.cityofathens.gr/symparastatis/. Ήταν η περίοδος που γενικός γραμματέας του Δήμου Αθηναίων ήταν ο Θεόδωρος Λιβάνιος, σημερινός υφυπουργός Εσωτερικών με αρμοδιότητα για την αυτοδιοίκηση και τις εκλογές. Μετά την λήξη της θητείας μου στον δήμο, η Περιφέρεια Αττικής με επέλεξε διά του Συμβουλίου της με πλειοψηφία 2/3 ως Περιφερειακό Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης, όπου θήτευσα έως και τον Μάρτιο του 2019.

Όμως ο θεσμός δεν ήταν αρεστός σε όλους. Οι αρμόδιοι για την τοπική αυτοδιοίκηση στο υπουργείο Εσωτερικών της προηγούμενης κυβέρνησης διεμήνυσαν νωρίς την πρόθεσή τους για κατάργηση του θεσμού. Με τον νόμο του «Κλεισθένη» ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝ.ΕΛΛ. κατάργησαν τον θεσμό του Συμπαραστάτη και επιχείρησαν να τον αντικαταστήσουν από έναν «διαμεσολαβητή» που θα λειτουργούσε μόνο σε διαδημοτικό και περιφερειακό επίπεδο, όχι σε δημοτικό. Αυτό ήταν τουλάχιστον προσβλητικό για εμάς που ήμασταν οι εν ενεργεία Συμπαραστάτες των πολιτών. Δεν καταργείς έναν θεσμό ενώ έχει λάβει εντολή από το συλλογικό όργανο αντιπροσώπευσης των πολιτών! Ήταν τουλάχιστον άκομψο. Εμείς, οι Συμπαραστάτες έχοντας ιδρύσει από το 2012 ένα Δίκτυο συνεργασίας, είχαμε ενημερώσει όλους τους υπουργούς Εσωτερικών για τις αναγκαίες τροποποιήσεις στο θεσμικό πλαίσιο. Δεν εισακουστήκαμε. Στο συνέδριό μας το 2016 προσήλθε όμως ο κ. Κωστής Χατζηδάκης και δεσμεύθηκε ότι η Νέα Δημοκρατία όταν γίνει κυβέρνηση θα εφαρμόσει όλες τις προτάσεις του Δικτύου. Ενδιαφέρον έδειξε από τότε και το Ποτάμι, έχοντας πραγματοποιήσει συνάντηση με τον επικεφαλής του Σταύρο Θεοδωράκη μαζί με την διοίκηση του Δικτύου Συμπαραστατών. 

Μετά την κατάργηση του θεσμού από την προηγούμενη κυβέρνηση, περάσαμε από μια εξαιρετικά δυσάρεστη περίοδο. Οι πολίτες ζητούσαν τους Συμπαραστάτες, εξακολουθούσαν να υποβάλλουν καταγγελίες, ενώ πολλοί από εμάς είχαμε παραιτηθεί για λόγους ευθιξίας και σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άδικη κατάργηση του θεσμού. Οφείλω να αναγνωρίσω ότι η περιφερειάρχης Αττικής κ. Ρένα Δούρου ήταν εξαρχής ένθερμη υποστηρίκτρια του θεσμού και συμμετείχε σε όποια διοργάνωση την καλέσαμε ως Δίκτυο, υπογραμμίζοντας με ομιλίες της την χρησιμότητα του Συμπαραστάτη για τους πολίτες, αλλά και για την διοίκηση. Για να είμαι δίκαιος οφείλω να αναγνωρίσω ότι η περιφερειάρχης τήρησε μια σοβαρή και αταλάντευτη θέση και θεωρώ ότι κατανόησε πλήρως τους λόγους για τους οποίους αναγκάστηκα να παραιτηθώ τον Μάρτιο, για τους λόγους που συνδέονται με την απαράδεκτη συμπεριφορά από την εκτελεστική εξουσία. 

Δεν είναι συνηθισμένο να βλέπεις πολιτικούς να τηρούν τις υποσχέσεις τους. Είναι άκρως εντυπωσιακό ότι η Νέα Δημοκρατία (στην οποία έχω ασκήσει έντονη κριτική για πολλές από τις πολιτικές επιλογές της μετά την εκλογική νίκη του Ιουλίου) επέλεξε στο πρώτο νομοσχέδιο για την αντιπολίτευση να τηρήσει την δέσμευσή της για επαναφορά του θεσμού. Έτσι, στο νομοσχέδιο που βρίσκεται ήδη αναρτημένο σε δημόσια διαβούλευση περιλαμβάνεται και το άρθρο 7, με το οποίο επανέρχεται σε ισχύ το άρθρο του Καλλικράτη για τον Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, καθώς και για τον Περιφερειακό Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης. Όχι απλώς επανέρχεται, αλλά επικαιροποιείται και εμπλουτίζεται με τις προτάσεις που είχε καταθέσει στο υπουργείο Εσωτερικών το Δίκτυο Συμπαραστατών εδώ και χρόνια. Ακριβώς δηλαδή αυτό για το οποίο είχε δεσμευτεί ο κ. Χατζηδάκης στο συνέδριο του 2016. Οι νέες διατάξεις προβλέπουν ότι Συμπαραστάτη θα εκλέγουν όχι μόνο οι δήμοι άνω των 20.000 κατοίκων, αλλά πλέον και οι νησιωτικοί δήμοι! Η διαδικασία εκλογής θα είναι ευκολότερη, αφού αντί για τα 2/3 του συνόλου των δημοτικών συμβούλων, θα αρκούν τα 3/5 των παρόντων στο δημοτικό συμβούλιο, μια μεταβολή που συμβαδίζει και με τους κανόνες της απλής αναλογικής. Επομένως, πλέον, τα δημοτικά συμβούλια δεν έχουν καμία δικαιολογία για να μην αναδεικνύουν ικανά πρόσωπα ως Συμπαραστάτες του Δημότη και της Επιχείρησης. Η πιο ουσιαστική μεταβολή όμως είναι ότι το νομοσχέδιο προβλέπει ότι οι δημοτικές υπηρεσίες υποχρεούνται να παρέχουν «κάθε δυνατή συνδρομή» στον Συμπαραστάτη, ενισχύοντας τελικά την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεών του για την επίλυση των προβλημάτων των πολιτών.

Είναι πλέον μια δικαίωση. Θα είναι ιδιαίτερα σημαντικό η δικαίωση να προχωρήσει και στην αναγνώριση της υπηρεσίας για όσους συμπαραστάτες απασχολούνται, μετά την θητεία τους, στον δημόσιο τομέα – ένα κενό που εξακολουθεί να υπάρχει στην νομοθεσία. Η εμπειρία της κατάργησης του θεσμού δείχνει επίσης ότι αν θέλουμε πράγματι να θωρακίσουμε την ίδια την ύπαρξη του θεσμού –ο οποίος έχει απειληθεί πολλές φορές με εξαγγελίες κατάργησής του και στο απώτερο παρελθόν, προ ΣΥΡΙΖΑ -ΑΝ.ΕΛΛ.– είναι να αναγνωριστεί πλέον ρητά στην επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, με κατάλληλη αναφορά στην διάταξη του άρθρου 102 του Συντάγματος. Μια τέτοια επισφράγιση θα επιτρέψει σε όλες και όλους που υπηρετούν τον θεσμό να εξακολουθήσουν δίνοντας τον καλύτερο εαυτό τους, χωρίς να φοβούνται απολύτως τίποτε από την εκτελεστική εξουσία.