Το μετεκλογικό «τοπίο» για την οικονομία

Τα «μηνύματα» που στέλνει τις τελευταίες ημέρες η ελληνική οικονομία στο πολιτικό σύστημα, θα λέγαμε ότι έχουν διπλή «όψη». Από τη μία καταγράφεται μία σαφής, αν και οριακή, βελτίωση του οικονομικού περιβάλλοντος, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων καταγράφουν ιστορικά χαμηλά, ενώ οι μετοχές στο χρηματιστήριο σημειώνουν συνεχή άνοδο. Από την άλλη, όμως, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αφήνει στην κυριολεξία ένα «βουνό» εκκρεμότητες, για τις οποίες οι δανειστές καραδοκούν. Επιπρόσθετα, η οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλά «μέτωπα», που παραμένουν ανοιχτά.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Ας αρχίσουμε όμως με τα θετικά. Η εικόνα τις τελευταίες μέρες στο χρηματιστήριο και στην αγορά ομολόγων, αποτυπώνει την προεξόφληση των επενδυτών, την αλλαγή πολιτικής σελίδας στην Ελλάδα με μία ισχυρή κυβέρνηση η οποία θα δώσει προτεραιότητα στην ανάπτυξη και τις επενδύσεις. Οι αγορές φαίνεται ότι ήδη έχουν «ποντάρει» εδώ και καιρό στην αυτοδυναμία, ενώ ειδικά τα ξένα επενδυτικά χαρτοφυλάκια προσδοκούν αλλαγή της οικονομικής πολιτικής, με έμφαση πλέον στην εφαρμογή των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων και στην επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων.

Η ανάλυση η CITIGROUP

Ειδικότερα, σε νέα ανάλυση η CITIGROUP σημειώνει ότι, η πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις στάση της Ν.Δ. μπορεί τελικά να πείσει τους πιστωτές της Ελλάδας να μειώσουν τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος του 3,5% του ΑΕΠ (ο οποίος έχει συμφωνηθεί να τηρηθεί μέχρι το 2022). Παρά το υψηλό ποσοστό του χρέους προς το ΑΕΠ (181,8% του ΑΕΠ το 2018), η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους της Ελλάδας εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την εποικοδομητική σχέση με τους επίσημους πιστωτές της (κυρίως τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωζώνης) οι οποίοι ακόμη κατέχουν το 80% περίπου του συνολικού χρέους της χώρας. Από την πλευρά της, η Eurasia σε δική της ανάλυση επισημαίνει ότι, μία νέα κυβέρνηση υπό την Ν.Δ. θα επικεντρωθεί στη μείωση των φόρων στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και στην προσέλκυση επενδύσεων, ενώ θα θέσει ως προτεραιότητα την επίτευξη των στόχων που έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς παρά τη δημοσιονομική χαλάρωση.

Αναλυτικότερα, η Eurasia τονίζει, ότι η Ν.Δ., ο κ. Μητσοτάκης, έχει διαμηνύσει πως θα επικεντρώσει τις προσπάθειές του στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά (ΕΝΦΙΑ, φόρος εταιρειών και ΦΠΑ), τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος, αντίθετα με τη στενότερη εστίαση του ΣΥΡΙΖΑ στις κοινωνικές δαπάνες. Παρόλο που η Ν.Δ. δεν έχει δημοσιεύσει ένα λεπτομερές πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, η ανανεωμένη εστίαση στις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη θα είναι θετική τόσο για τις αγορές όσο και για τους πιστωτές.

Επίσης, οι επενδυτές θα καλωσορίσουν το προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος σπούδασε στο Χάρβαρντ και έχει μακροχρόνιο υπόβαθρο στην επενδυτική τραπεζική. Υπάρχουν κάποιες ανησυχίες για πίεση για δημοσιονομική επέκταση, δεδομένου του αναιμικού ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας, γεγονός που θα δυσκολέψει την Ελλάδα να επιτύχει τους υψηλούς στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο η κυβέρνηση πιθανότατα θα δώσει προτεραιότητα στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων που έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς. Ωστόσο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δείξει την πρόθεσή του να επαναδιαπραγματευτεί το πλαίσιο αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους της Ελλάδας και τους δημοσιονομικούς στόχους, αλλά δεν θα το πράξει μονομερώς. Επιπλέον, οποιαδήποτε προσπάθεια θα γίνει πιθανότατα μόνο από το 2020 ή αργότερα, προκειμένου πρώτα να οικοδομηθεί καλή πίστη με τους πιστωτές, επιδεικνύοντας πρόοδο στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Η βελτίωση του κλίματος

Την ίδια ώρα, τα στοιχεία του ΙΟΒΕ δείχνουν οριακή άνοδο τον Ιούνιο του Δείκτη Οικονομικού Κλίματος, φτάνοντας στις 101,0 μονάδες (από 100,8), επίδοση ωστόσο που κινείται χαμηλότερα της αντίστοιχης περσινής (102,1). Στις επιχειρηματικές προσδοκίες, οι τάσεις στους περισσότερους κλάδους είναι ήπια ανοδικές, με ισχυρότερη βελτίωση στο Λιανικό Εμπόριο. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη παρουσιάζει ενίσχυση για τέταρτο συνεχόμενο μήνα. Αν και η ενίσχυση αυτή είναι σχετικά μικρής έκτασης, φέρνει τον σχετικό δείκτη στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 9,5 ετών.

Η έρευνα του Ιουνίου ενσωματώνει την επίδραση του αποτελέσματος των ευρωεκλογών και των περιφερειακών εκλογών, καθώς και την προκήρυξη των εθνικών εκλογών. Σε όρους καταναλωτικής εμπιστοσύνης, καταγράφεται θετική αποτίμηση των εκλογικών εξελίξεων. Παρόμοια πορεία άλλωστε του σχετικού δείκτη έχει υπάρξει σε συνάρτηση με όλες τις εκλογικές διαδικασίες των τελευταίων πολλών ετών. Στην ενίσχυση των προσδοκιών των καταναλωτών συνέβαλαν και οι πρόσφατες αποφάσεις για τα δημοσιονομικά που τους αφορούν. Επιπρόσθετα η πρόωρη προκήρυξη εκλογών δεν φαίνεται να προκάλεσε αναταράξεις στις επιχειρηματικές προσδοκίες.

Το νέο πλαίσιο

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, η νέα κυβέρνηση που θα προκύψει μετεκλογικά και οι άμεσες ενέργειές της, εκτιμάται ότι όχι μόνο θα καθορίσουν τις οικονομικές εξελίξεις βραχυπρόθεσμα, αλλά κυρίως θα οριοθετήσουν το πλαίσιο πολιτικής στο οποίο θα κινηθεί μεσοπρόθεσμα. Αυτό το πλαίσιο αναμένεται να επηρεάσει τις προσδοκίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, σε κατεύθυνση και ένταση οι οποίες θα αποτυπωθούν από την έρευνα του Ιουλίου. Από την πλευρά της και η ΤτΕ, στην τελευταία της έκθεση για την νομισματική πολιτική, σημειώνει ότι, το οικονομικό κλίμα είναι θετικό, η ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος και της οικονομίας βελτιώνεται και οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων αποκλιμακώνονται.

Συγκεκριμένα, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% το 2018, έναντι 1,5% το 2017. Η οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται το α’ τρίμηνο του 2019, αλλά με επιβραδυνόμενο ρυθμό, καθώς το ΑΕΠ, εποχικά διορθωμένο και σε σταθερές τιμές, αυξήθηκε κατά 1,3% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Θετικά συνέβαλαν οι εξαγωγές υπηρεσιών, οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση. Αρνητική συμβολή είχαν οι εισαγωγές, οι εξαγωγές αγαθών και η δημόσια κατανάλωση. Σύμφωνα με τους διαθέσιμους δείκτες προσδοκιών και βραχυχρόνιας οικονομικής δραστηριότητας, η πορεία της ανάκαμψης συνεχίζεται και το β’ τρίμηνο του έτους. Ωστόσο, η εξαγωγική δραστηριότητα αναμένεται να επηρεαστεί από την άνοδο της αβεβαιότητας και την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, ως αποτέλεσμα του εντεινόμενου εμπορικού προστατευτισμού.

Βελτίωση

Επιπλέον, η ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα συνέχισε να βελτιώνεται το 2018 και τους πρώτους μήνες του 2019. Ειδικότερα, συνεχίστηκε η άνοδος των καταθέσεων, περιορίστηκε σημαντικά και τελικά μηδενίστηκε η προσφυγή των τραπεζών στο μηχανισμό έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) από την κεντρική τράπεζα και βελτιώθηκε η πρόσβαση των τραπεζικών ιδρυμάτων στη διατραπεζική αγορά. Τέλος, το πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης το 2018, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ενισχυμένης εποπτείας, διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 4,3% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας για τέταρτο συνεχόμενο έτος τους στόχους του προγράμματος. Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου που παρατηρείται τα τελευταία έτη συμβάλλει στη συγκράτηση του δημόσιου χρέους και ενισχύει την εμπιστοσύνη των αγορών όσον αφορά την αποφασιστικότητα των ελληνικών αρχών να επιτύχουν τους καθορισμένους δημοσιονομικούς στόχους.

Οι εκκρεμότητες με τους δανειστές

Αυτά σε ό,τι αφορά τα θετικά. Υπάρχουν όμως πολλές εκκρεμότητες που δεν έχουν κλείσει, κυρίως στο «μέτωπο» με τους δανειστές. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί περιμένουν το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, και ίσως δώσουν και κάποια «περίοδο χάριτος», πριν ξεκινήσουν οι κρίσιμες διαπραγματεύσεις, στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας. Η τρίτη αξιολόγηση δεν έχει κλείσει ακόμη, ενώ η τέταρτη αξιολόγηση κανονικά πρέπει να ξεκινήσει μέσα στο φθινόπωρο. Ας θυμίσουμε, λοιπόν, κάποια από τα «φλέγοντα» ζητήματα, τα οποία έχει καταγράψει η Κομισιόν στην τελευταία της έκθεση, και θα αποτελέσουν αντικείμενο των διαπραγματεύσεων με την νέα κυβέρνηση.

Πολύπλοκη διαδικασία

Κατ’ αρχάς, η ελάφρυνση των δημοσιονομικών δεσμεύσεων, μέσω της μείωσης του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% του ΑΕΠ σε 2-2,5% του ΑΕΠ, μάλλον θα αποδειχθεί μία πολύπλοκη διαδικασία. Η Επιτροπή έχει υπενθυμίσει ότι, ο πολιτικός στόχος για χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, έρχεται σε αντίθεση με τη συμφωνία του 2018, και πρέπει να συμφωνηθεί σε επίπεδο Eurogroup σε συνδυασμό με μία επικαιροποιημένη έκθεση βιωσιμότητας χρέους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι η δέσμευση για την επίτευξη αυτών των πρωτογενών πλεονασμάτων, ήταν το «αντάλλαγμα» για τα μέτρα ελάφρυνσης του χρεους.

Μάλιστα, στην έκθεση αξιολόγησης για την Ελλάδα περιλαμβάνεται και μία επικαιροποίηση των στοιχείων για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Εκεί, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί σημειώνουν με έμφαση, ότι με βάση τις μακροοικονομικές παραδοχές του βασικού σεναρίου ( έκθεση βιωσιμότητας χρέους), απόκλιση μίας μονάδας από τους συμφωνημένους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα για την περίοδο από το 2019 έως το 2020 ( από 3,5% του ΑΕΠ σε 2,5% του ΑΕΠ), θα οδηγούσε, με αμετάβλητες τις υπόλοιπες παραδοχές, σε αύξηση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ κατά 25 μονάδες έως το 2060.

Από κει και πέρα, πέρα από τον κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού, λόγω των προεκλογικών παροχών, υπάρχουν και μία σειρά από μεταμνημονιακά προαπαιτούμενα, τα οποία έχουν «βαλτώσει». Μεταξύ άλλων, η Κομισιόν καταγράφει τα εξής: Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά ενέργειας καθυστερούν. Υπήρξε από τη ΔΕΗ μονομερής απόφαση για την παράταση της προθεσμίας της διαδικασίας πώλησης των λιγνιτικών μονάδων. Στη δημόσια διοίκηση έχει ολοκληρωθεί μόνο 1 τοποθέτηση Γ.Γ. από 69 συνολικά που εκκρεμούν. Πλέον είναι απίθανο αυτό να γίνει ακόμη και μέχρι τα τέλη του 2019.

Οι ιδιωτικοποιήσεις

Η διατήρηση της προόδου στις ιδιωτικοποιήσεις προς την ολοκλήρωση των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί έως το τέλος του 2019 απαιτεί μία σειρά από ενέργειες στην Εγνατία Α.Ε., στην ΔΕΠΑ, στους περιφερειακούς λιμένες Αλεξανδρούπολης και Καβάλας, στον ΔΑΑ και στην ΕΥΔΑΠ. Υπάρχει δέσμευση για μία νέα μερική αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών μέχρι τα μέσα του 2019. Ζητείται να προετοιμασθεί το λεπτομερές χρονοδιάγραμμα για την πραγματοποίηση αυτής της επικαιροποίησης και η σχετική δημοσιονομική ανάλυση για την εναρμόνιση του ΕΝΦΙΑ. Μηδενική πρόοδο παρουσιάζει το θέμα της εκκαθάρισης του στοκ των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Ο ρυθμός μείωσης έχει επιβραδυνθεί σημαντικά, καθώς συνεχίζουν να δημιουργούνται νέες οφειλές ιδίως στους τομείς των Ταμείων και των νοσοκομείων.

Το «στοίχημα» της αντιμετώπισης των προβλημάτων

Το μήνυμα που έχουν ήδη στείλει οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι ότι η Ελλάδα χρειάζεται να συνεχίσει να θεσπίζει μέτρα για την αντιμετώπιση πηγών ή πιθανών πηγών μακροοικονομικών ανισορροπιών, εφαρμόζοντας παράλληλα διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για τη στήριξη ισχυρής και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης. Είναι μία διαπίστωση, με την οποία φυσικά συμφωνεί και η ΤτΕ. Όπως σημειώνει στην τελευταία της έκθεση, οι ρυθμοί ανάπτυξης παραμένουν σχετικά χαμηλοί και η πιστοληπτική αξιολόγηση του Ελληνικού Δημοσίου είναι χαμηλότερη της επενδυτικής κατηγορίας.

Σημαντικοί κίνδυνοι

Παράλληλα, η οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, ενώ υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι και αβεβαιότητες που προέρχονται από το εξωτερικό περιβάλλον, όπως η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας λόγω του εντεινόμενου εμπορικού προστατευτισμού και των γεωπολιτικών εντάσεων. Κίνδυνοι όμως πηγάζουν και από το εγχώριο περιβάλλον –η οπισθοδρόμηση των μεταρρυθμίσεων ή η ακύρωσή τους, οι δικαστικές αποφάσεις με δημοσιονομικές επιπτώσεις, καθώς και η πρόσφατη επεκτατική δέσμη δημοσιονομικών μέτρων– οι οποίοι δημιουργούν αβεβαιότητα για την επίτευξη των συμφωνηθέντων δημοσιονομικών στόχων, αλλά και για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του χρέους και του ασφαλιστικού συστήματος.

Επίσης, οι υψηλοί στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα και η παρατηρούμενη συστηματική υπέρβασή τους, με έμφαση στην αύξηση των φόρων και την περικοπή των δημόσιων επενδύσεων, επιβραδύνει την ανάκαμψη και ασκεί αρνητική επίδραση στο μακροχρόνιο δυνητικό προϊόν της οικονομίας. Παράλληλα, η δημοσιονομική επίπτωση των πρόσφατων επεκτατικών δημοσιονομικών μέτρων ξεπερνά το 1,0% του ΑΕΠ το 2019 και τα επόμενα έτη. Συνεπώς, η υιοθέτηση των επεκτατικών μέτρων δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για την επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα επαναξιολογήσει την επίδραση των μέτρων το φθινόπωρο του 2019. Επιπλέον δημοσιονομικοί κίνδυνοι για το 2020 και το 2021 συνδέονται με την κατάργηση της νομοθετημένης μείωσης του αφορολόγητου ορίου στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και των αντισταθμιστικών του μέτρων.

Άμεση ανάγκη

Προκειμένου λοιπόν να εμπεδωθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και να διασφαλιστεί η επίτευξη ταχύτερων ρυθμών ανάπτυξης, απαιτείται προώθηση και όχι αναστολή ή κατάργηση των μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη η χώρα. Κάτι τέτοιο θα καταστήσει την Ελλάδα ελκυστικό προορισμό για εγχώριες και ξένες άμεσες επενδύσεις και θα υποβοηθήσει τη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα νέο, εξωστρεφές πρότυπο, με υψηλούς και βιώσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Το επενδυτικό κενό μπορεί στην περίπτωση αυτή να καλυφθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα και με ρεαλιστικούς ρυθμούς επενδύσεων, εφόσον οι επενδύσεις επικεντρωθούν στους πλέον παραγωγικούς και εξωστρεφείς τομείς της οικονομίας.

Για τον σκοπό αυτό, είναι επιτακτική ανάγκη στο προσεχές διάστημα να αυξηθούν οι δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες περιορίστηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια, καθώς έχουν πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία, και να επιταχυνθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, καθώς αυτές ενθαρρύνουν την ανάληψη πρόσθετων ιδιωτικών επενδύσεων. Και καταλήγει η ΤτΕ, ότι η αντίδραση των αγορών τις τελευταίες εβδομάδες, με τη μεγάλη πτώση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων, είναι ένας καλός οιωνός για το μέλλον, αρκεί βεβαίως οι προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί να επιβεβαιωθούν από έγκαιρες κινήσεις στην οικονομική πολιτική, που αφορούν το επενδυτικό κλίμα.