«Bαρίδι» η υπερφορολόγηση για την ελληνική οικονομία

Δεν θα πρέπει να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης των κομμάτων, και κύριο θέμα της προεκλογικής περιόδου. Ιδιαίτερα η πολιτική «μάχη» δίνεται στο πεδίο της φορολογικής πολιτικής, καθώς όλες σχεδόν οι πολιτικές δυνάμεις υπόσχονται φοροελαφρύνσεις, με στόχο κυρίως την ενίσχυση των μεσαίων εισοδημάτων. Με μία διαφορά όμως. Το κυβερνών κόμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ, μάλλον αργά και λόγω προεκλογικών αναγκών «θυμήθηκε» τις μειώσεις φόρων, αφού η δημοσιονομική προσαρμογή επί των ημερών του στηρίχθηκε κατά κύριο λόγω στη φορολογία.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Πόσες φορές άλλωστε δεν έχουμε αναφερθεί στις επισημάνσεις της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) ότι η δημοσιονομική προσαρμογή, ιδίως τα τελευταία χρόνια, στηρίχθηκε στη πολύ υψηλή φορολογία (συμπεριλαμβανομένων των υψηλών εισφορών στην κοινωνική ασφάλιση), η οποία αποθαρρύνει την εργασία και τις επενδύσεις και αυξάνει τον άτυπο τομέα της οικονομίας. ίσως για αυτόν τον λόγο οι οικονομικές αναλύσεις ξένων επενδυτικών οίκων, που δημοσιεύτηκαν τις τελευταίες μέρες (π.χ. ING, CITΙGROUP, UBS), μάλλον θεωρούν ως πιο «ειλικρινείς» της προτάσεις της Ν.Δ. για το φορολογικό. Παράλληλα, τονίζουν και τις δημοσιονομικές προκλήσεις που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία.

Περικοπές για ενίσχυση των ξένων επενδύσεων

Αναλυτικότερα, οι ξένοι επενδυτικοί οίκοι εκτιμούν ότι οι φορολογικές περικοπές στις οποίες στοχεύει και η πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις πολιτική ατζέντα της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να συμβάλουν στην περαιτέρω ενίσχυση των ξένων επενδύσεων. Αυτό με τη σειρά του, όπως εκτιμά η CITIGROUP μπορεί να επιτρέψει στους Ευρωπαίους πιστωτές να συμφωνήσουν στην χαλάρωση των μεταμνημονιακών δημοσιονομικών στόχων, και ειδικά του 3,5% του ΑΕΠ για το πρωτογενές πλεόνασμα, ενισχύοντας έτσι περαιτέρω την επενδυτική εμπιστοσύνη. Θυμίζουμε ότι αυτή είναι και η θέση της ΤτΕ, σχετικά με το θέμα των πρωτογενών πλεονασμάτων. Δηλαδή, σε συνεννόηση και συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους, θα πρέπει να μειωθούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα μέχρι το 2022 και η οικονομική πολιτική να υιοθετήσει ένα μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές και χαμηλότερες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ώστε να είναι φιλικότερο προς τις επενδύσεις, την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη. 

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα σε πιο ρεαλιστικό επίπεδο σε σχέση με το ισχύον 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, εφόσον συνδυαστεί με περισσότερες μεταρρυθμίσεις και ιδιωτικοποιήσεις, δεν συνεπάγεται υψηλότερο δημόσιο χρέος αλλά πιθανότατα χαμηλότερο: διότι, όταν το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι 180%, τότε 1% υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης (ο οποίος μπορεί να προκύψει εάν η μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα επιτευχθεί με μείωση φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, σε συνδυασμό με περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις και μεταρρυθμίσεις) ή/και 100 μονάδες βάσης χαμηλότερο κόστος δανεισμού (που έχει ήδη προκύψει σε σχέση με το σενάριο βάσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), είναι 1,8 φορές πιο αποτελεσματικά για τη μείωση του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ από ότι μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα. Σε αυτό πρέπει να προστεθούν και τα πρόσθετα έσοδα από τις περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις. 

Δημοσιονομική πολιτική και οικονομία

Υπάρχει πάντως και η άποψη, που εκφράστηκε μέσω της ανάλυσης της ING, ότι ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 3,5% του ΑΕΠ μπορεί να απειληθεί, λόγω των φορολογικών περικοπών. Ωστόσο δεν αναμένει ότι η νέα κυβέρνηση που θα προκύψει από την κάλπη θα επιδιώξει αναθεώρηση των δημοσιονομικών στόχων για τον προϋπολογισμό του 2020 αλλά θα το κάνει για τον προϋπολογισμό του 2021. Την ίδια ώρα η UBS στη δική της ανάλυση θεωρεί ότι η δημοσιονομική πολιτική της επόμενης κυβέρνησης θα είναι καθοριστική, καθώς οι προκλήσεις είναι πολλές και σημαντικές.

Στα θετικά, η ολοκλήρωση των γενικών εκλογών θα μπορούσε να οδηγήσει την κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει πλήρως τα συμφωνηθέντα ανώτατα όρια του προϋπολογισμού. Αυτό θα υποστήριζε σημαντικά τις κυβερνητικές επενδύσεις και την κρατική κατανάλωση. Αυτό θα εξαρτηθεί εν μέρει και από τα αποτελέσματα των εκλογών, καθώς η δημοσιονομική στάση σε ό,τι αφορά τον προϋπολογισμό θα μπορούσε να αλλάξει ανάλογα με το ποιος θα είναι στην κυβέρνηση. Στην πιο πιθανή περίπτωση που η Νέα Δημοκρατία κερδίζει τις εκλογές, η UBS εκτιμά, ότι θα δοθεί εστίαση στις περισσότερες επενδύσεις στην εκπαίδευση και σε μία φορολογική μεταρρύθμιση.

Ανάπτυξη και προσέλκυση επενδυτών

Η φορολογική μεταρρύθμιση μπορεί να περιλαμβάνει μείωση των φόρων που χρηματοδοτούνται από περικοπές δαπανών, και διεύρυνση της διεθνούς φορολογικής βάσης μέσω κινήτρων, η οποία θα στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη και την προσέλκυση επενδύσεων. Η μεγαλύτερη χρήση των ανώτατων ορίων του προϋπολογισμού είναι επίσης πιθανή με τη Νέα Δημοκρατία, κάτι το οποίο επίσης θα στηρίξει την ανάπτυξη. Την ίδια ώρα όμως, η δημοσιονομική εικόνα της χώρας έχει αρχίσει και «ξεθωριάζει», λόγω των υπερβολών της προεκλογικής περιόδου.

Καταρχήν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι τα δημοσιονομικά κίνητρα από τα νέα δημοσιονομικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των μειώσεων του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και των υψηλότερων κοινωνικών παροχών, ενδέχεται να προκαλέσουν δημοσιονομική απόκλιση κατά 1% του ΑΕΠ το 2019. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αντισταθμιστικά μέτρα μετά τις γενικές εκλογές. Επίσης η Κομισιόν θα επανεξετάσει την κατάσταση μετά τις εκλογές το φθινόπωρο, ενώ πολλές δικαστικές υποθέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μερική αντιστροφή των μεταρρυθμίσεων, με αποτέλεσμα υψηλότερες δημοσιονομικές υποχρεώσεις.

Σε κάθε περίπτωση, η UBS εκτιμά ότι θα συνεχιστεί η σ δημοσιονομική πειθαρχία κατά τη διάρκεια της θητείας της επόμενης κυβέρνησης, λαμβάνοντας υπόψη τα κίνητρα που θέτουν οι πιστωτές, ακόμη και αν οι δικαστικές αποφάσεις (π.χ. σχετικά με την ανατροπή των συνταξιοδοτικών περικοπών του 2012-2015) θέσουν σημαντικούς κινδύνους (κοστίζουν έως και 9 δισ. ευρώ). το σύνολο των 15,7 δισ. ευρώ του cash buffer της Ελλάδας προέρχεται από τις εκταμιεύσεις του ESM οι οποίες θα αξιοποιηθούν πλήρως μέχρι το τέλος του 2023. Επιπλέον, ο ESM σκοπεύει να εκταμιεύσει τα κέρδη επί ελληνικών ομολόγων (κέρδη SMP και ANFA) αξίας περίπου 5 δισ. ευρώ μέχρι τον Ιούνιο του 2022 μέσω εξαμηνιαίων δόσεων ύψους 640 εκατ. ευρώ.

Ο δημοσιονομικός κίνδυνος

Επίσης, πληρωμές τόκων ύψους 220 εκατ. ευρώ ετησίως πραγματοποιούνται σε εξαμηνιαία βάση και μόνιμα μετά το 2022. Έτσι, ο μεγαλύτερος δημοσιονομικός κίνδυνος έως το 2022/2023 είναι τα οικονομικά σοκ παρά η δημοσιονομική κακοδιαχείριση. Σε αυτό το πλαίσιο, η UBS προχώρησε στην ανάλυση του αντίκτυπου διάφορων οικονομικών σεναρίων για την περίοδο 2020-2025 για το ελληνικό δημόσιο χρέος. Τα σενάρια μέτριας και σοβαρής ύφεσης υποθέτουν μια παγκόσμια ύφεση. Για την Ελλάδα, θα είναι ζωτικής σημασίας εάν μια κάμψη συμβεί πριν το 2023.

Δεδομένου ότι οι πιστωτές έχουν θέσει τους στόχους της δημοσιονομικής πολιτικής σε ό,τι αφορά τα πλεονάσματα μέχρι το 2022, η απαίτηση είναι να παραδώσει δημοσιονομική πειθαρχία ανεξάρτητα από τον επιχειρηματικό κύκλο. Μόνο από το 2023 και μετά ο επιχειρηματικός κύκλος λαμβάνεται υπόψη. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση σοβαρής ύφεσης πριν από το 2023, η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να μπει σε ένα νέο πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας. Ωστόσο, εκτιμάται ότι η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να το διαπραγματευτεί αυτό με τους πιστωτές με την επιτυχία αυτών των διαπραγματεύσεων να είναι αβέβαιη και μπορεί επίσης να εξαρτάται από τις γαλλικές και γερμανικές εκλογές το 2021/2022.

Το φορολογικό σύστημα και οι πραγματικές ανάγκες

Και επειδή μιλάμε για φορολογική πολιτική, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι επισημάνσεις του ΣΕΒ, σε σχετική μελέτη για τις συνθήκες υπερφορολόγησης, στις οποίες λειτουργεί εδώ και χρόνια η ελληνική οικονομία. Συγκεκριμένα, στα χρόνια των προγραμμάτων προσαρμογής δόθηκε συχνά προτεραιότητα στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την αναζήτηση ενός βέλτιστου μίγματος, που να λαμβάνει υπόψη και οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους, για αυτή την προσαρμογή και την προώθηση μεταρρυθμίσεων στις αγορές και τον ρόλο λειτουργίας της διοίκησης. Δεν διατηρήθηκε μια εύλογη ισορροπία ανάμεσα στις αυξήσεις φόρων και τον εξορθολογισμό δαπανών, με τις αυξήσεις φόρων να προκρίνονται σταθερά των μειώσεων δαπανών.

Χωρίς αξιολόγηση

Επίσης, δεν αξιολογήθηκαν τα όποια δημοσιονομικά μέτρα με μια μεθοδολογία που τα ιεραρχούσε και βάσει των επιπτώσεων τους σε απασχόληση και παραγωγή ή τη συμβολή τους στον ποιοτικό παραγωγικό μετασχηματισμό. Έτσι, οι μεγαλύτερες αυξήσεις έγιναν σε εκείνους τους φόρους που ήδη ήταν υψηλοί και σε εκείνες τις ομάδες του πληθυσμού που ήδη πλήρωναν τους περισσότερους φόρους επειδή όπως και στο παρελθόν. Και αυτό γιατί, ήταν οι πιο εύκολοι φόροι για να αυξηθούν, ενώ αφορούσαν τις ομάδες φορολογούμενων με την μικρότερη ισχύ αντίστασης σε τέτοιες εξελίξεις, που είναι και ο λόγος για τον οποίο ήδη πλήρωναν το μεγαλύτερο μέρος των φόρων.

Ως αποτέλεσμα το φορολογικό σύστημα ενίσχυσε, αντί να απαλύνει, τα χαρακτηριστικά που είχε η οικονομία προ της κρίσης. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνδέονται άμεσα με τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας που οδήγησαν στην κρίση και που κατά προέκταση επίσης διατηρούνται έως σήμερα. Συγκεκριμένα:

1. Η υψηλή και πολύ προοδευτική φορολόγηση (περιλαμβανόμενων των εισφορών) της μισθωτής εργασίας του ιδιωτικού τομέα, συνδέεται άμεσα με το έλλειμμα απασχόλησης στη χώρα, την έλλειψη πιο παραγωγικών, οργανωμένων επιχειρήσεων που κατάφεραν να μεγαλώσουν, τη σχετική αδυναμία της παραγωγικής βάσης της χώρας και τη μεγάλη έκταση της παραοικονομίας. Αυτή η παρατήρηση αφορά τη μισθωτή εργασία του ιδιωτικού τομέα όταν αμείβεται καλύτερα μέσω της πολύ προοδευτικής φορολογίας αλλά αφορά και μέσω των ασφαλιστικών εισφορών τα χαμηλότερα εισοδήματα, ακόμα και όταν κινούνται στο όριο του «αφορολόγητου» ή πάνω από αυτό.

2. Η δυσμενής φορολογική αντιμετώπιση της επιχειρηματικότητας δεν περιορίζεται μόνο στους φορολογικούς συντελεστές επί των κερδών και διανεμόμενων μερισμάτων.

3. Η φορολογική αβεβαιότητα, το γενικότερο πλαίσιο με τις ασάφειες και την αστάθεια του και κρίσιμες παράμετροι όπως ενδεικτικά ο χειρισμός των αποσβέσεων ή η δυνατότητα συμψηφισμού ζημιών με μελλοντικά κέρδη, πάντα έπλητταν, και συνεχίζουν να πλήττουν, ειδικά όσους επενδύουν σταθερά και με υψηλό ρυθμό σε παραγωγικές επενδύσεις.

4. Φόροι κατανάλωσης σε κρίσιμες για τη χώρα υπηρεσίες όπως οι μεταφορές επιβατών και ο τουρισμός είναι δυσανάλογα υψηλοί (ενδεικτικά αναφέρονται οι υπηρεσίες επικοινωνιών, μεταφορές επιβατών από αέρα και θάλασσα, υπηρεσίες στέγασης και σίτισης), γεγονός που κατατάσσει τη χώρα σε μια μοναδική θέση:

  • Ενώ η Ελλάδα εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από τις εσωτερικές μεταφορές επιβατών, φορολογεί τις υπηρεσίες αυτές πολύ αυστηρά.
  • Αντίστοιχα, ενώ η Ελλάδα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό (και λόγω της παραγωγικής υστέρησης) από τον τουρισμό, επιβάλει τόσο υψηλή φορολογία σε καταλύματα και εστίαση.
  • Η δε πρόσφατη μείωση του συντελεστή στην εστίαση αποτελεί μια σημαντική, αλλά μερική, εκλογίκευση.
  • Ενώ η Ελλάδα υστερεί πολύ στον ψηφιακό μετασχηματισμό, φορολογεί πολύ υψηλά τις υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για αυτό τον μετασχηματισμό, με αποτέλεσμα την περαιτέρω καθυστέρησή του.

5. Η επενδυτική ανταγωνιστικότητα βρίσκεται χαμηλά και κάθε παραγωγική επένδυση στην Ελλάδα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Φόροι σε συντελεστές (όπως η μισθωτή εργασία και η ενέργεια), αδυναμίες σε δίκτυα και υποδομές, μη ανταγωνιστική λειτουργία αγορών δικτύων που αποτελούν κρίσιμες εισροές (π.χ. ενέργεια), πλαίσια εποπτείας που δίνουν έμφαση στους τύπους και τη μικροδιοίκηση, και οι γνωστές αδυναμίες σε χωροταξικό σχεδιασμό και διαδικασίες αδειοδότησης μαζί με την αστάθεια και ασάφεια του πλαισίου διαχρονικά επιβάρυναν αθροιστικά όποιον σχεδίαζε μακροπρόθεσμες επενδύσεις.

6. Η Ελλάδα αποτελεί σπάνια περίπτωση χώρας που φορολογεί επιθετικά τόσο την εργασία όσο και το «κεραμίδι». Έτσι, από τη μια πλευρά στερεί δυνατότητες απασχόλησης, και από την άλλη απαιτεί υψηλότατα καθαρά εισοδήματα για την καταβολή εξαιρετικά επαχθών φόρων, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για την κατοχή ακινήτων.

7. Παρά τις πρόσφατες μειώσεις, οι φόροι σε διανεμόμενα μερίσματα και κέρδη παραμένουν υψηλοί. Επιπλέον, κρίσιμες για τις επιχειρήσεις παράμετροι του φορολογικού συστήματος, από το πλαίσιο αποσβέσεων και την περίοδο που είναι διαθέσιμη για τον συμψηφισμό ζημιών με μελλοντικά κέρδη έως το group taxation είναι από τις πλέον δυσμενείς στην Ευρώπη.