Τρία μεγάλα «αγκάθια» καθορίζουν τις εξελίξεις

Την ώρα που η πολιτική σκηνή της χώρας έχει πάρει κυριολεκτικά «φωτιά», καθώς κορυφώνεται η προεκλογική «μάχη» των κομμάτων, με το βλέμμα στις εθνικές κάλπες της 7 Ιουλίου, οι οικονομικοί αναλυτές σε Ελλάδα και εξωτερικό προσπαθούν να προβλέψουν πώς θα ξημερώσει η «επόμενη μέρα» για την ελληνική οικονομία. Αυτό που είναι σχεδόν βέβαιο είναι ότι, η νέα κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές, θα πέσει κατευθείαν στα «βαθιά», καθώς τα προβλήματα είναι πολλά, και χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Καταρχήν έχουμε τις διαπραγματεύσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, με όλα τα ανοιχτά, όσο και «καυτά» μέτωπα, στο πλαίσιο της μεταμνημονιακής ενισχυμένης εποπτείας. Οι επίσημοι πιστωτές της χώρας αναμένεται να δώσουν λίγο χρόνο στο νέο οικονομικό επιτελείο, προκειμένου να ενημερωθεί για όλα τα θέματα και να προετοιμαστεί, ωστόσο με την φθινοπωρινή 4η μεταμνημονιακή αξιολόγηση, θα επανέλθουν δυναμικά. Άλλωστε αυτό το έγραψε καθαρά στην έκθεσή της η Κομισιόν. Δεν είναι υπερβολή αν υποστηρίξουμε, ότι οι εκκρεμότητες, σε ότι αφορά τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η χώρα, έχουν καταστεί «βουνό».

Να υπενθυμίσουμε λοιπόν ότι καταρχήν για τους δανειστές, μετά τις παροχές και τις ευνοϊκές ρυθμίσεις χρεών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η πρόβλεψη για πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019 αλλά και το 2020, θεωρείται πλέον επισφαλής. Η 3η έκθεση ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας της Ελλάδας αποτιμά μάλιστα σε 4,4-5,5 δισ. ευρώ στη διετία 2019-2020 το δημοσιονομικό «κενό». Ταυτόχρονα, στην έκθεση της Κομισιόν καταγράφεται η απραξία της κυβέρνησης στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς ιδιώτες, ιδιωτικοποιήσεις, η ενεργοποίηση της πλατφόρμας για το νέο πλαίσιο προστασίας της πρώτης κατοικίας κ.λ.π.)

Και μπορεί η Κομισιόν να μας έχει συνηθίσει σε μία πιο «διπλωματική» γλώσσα, ωστόσο ο ESM στη δική του έκθεση, τήρησε μία αρκετά σκληρή στάση. Ο μεγαλύτερος δανειστής της χώρας μας αυτή τη στιγμή, μεταξύ άλλων ξεμπρόστιασε την σημερινή κυβέρνηση, σημειώνοντας ότι οι ελληνικές αρχές δεν συνεργάστηκαν με τους θεσμούς πριν ψηφίσουν την παροχή 13ης σύνταξης και την μείωση του ΦΠΑ, αλλά και για την απόφασή τους να αλλάξουν την νομοθεσία που είχε ψηφιστεί για την διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Παράλληλα υπενθύμισε με νόημα, ότι η ακύρωση της μείωσης του αφορολόγητου αλλά και αντίμετρων, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση, ήταν παραβίαση της συμφωνίας με τους δανειστές!

Στις άλλες παρατηρήσεις του ο ΕΣΜ αναφέρει ότι, ήδη εφαρμοζόμενες ή θεσμοθετημένες μεταρρυθμίσεις, όπως αυτή για την αγορά εργασίας και η μείωση των φορολογικών συντελεστών σε συνδυασμό με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, θα πρέπει να διασφαλιστούν και δεν πρέπει να αναστραφούν. Στην περίπτωση δε που δικαστικές αποφάσεις ανατρέψουν μεταρρυθμίσεις- κλειδιά, η προκαλούμενη δημοσιονομική επίπτωση θα πρέπει να καλυφθεί κυρίως με μεταρρυθμίσεις στο ίδιο πεδίο. Τέλος, περαιτέρω δομικές μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες για να τονωθεί η παραγωγικότητα και να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα.

Οι «παγίδες» στο δημοσιονομικό πεδίο

Το πρώτο μεγάλο «αγκάθι» λοιπόν, που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η νέα κυβέρνηση, είναι οι εξελίξεις στα δημοσιονομικά μεγέθη της χώρας. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει σε πρόσφατη ανάλυση η Capital Economics, τα δημόσια οικονομικά εξακολουθούν να ενέχουν πολλούς κινδύνους. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι, παρά τις κατά καιρούς «διευθετήσεις» σχετικά με την ελάφρυνση του χρέους (π.χ. PSI και επαναγορά ομολόγων το 2012, βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης το 2016, και τα μακροπρόθεσμα μέτρα το 2018), στο 181% του ΑΕΠ το 2018, ο δείκτης δημόσιου χρέους της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι ο δεύτερος υψηλότερος στον κόσμο, ενώ και το επιτοκιακό βάρος του δημοσίου χρέους παραμένει υψηλό.

Από κει και πέρα, η Capital Economics επισημαίνει, ότι η Ν.Δ. μεταξύ άλλων, έχει υποσχεθεί να προβεί σε μεγαλύτερες περικοπές των εταιρικών φόρων από αυτές που σχεδιάζει η σημερινή κυβέρνηση, να μειώσει τον φόρο ακίνητης περιουσίας και να δώσει στα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος περισσότερο χρόνο για τον διακανονισμό των καθυστερούμενων οφειλών. Ουσιαστικά αυτό υποδηλώνει ότι μια κυβέρνηση της Ν.Δ. θα δυσκολευτεί να πιάσει τους δημοσιονομικούς στόχους που έχουν συμφωνηθεί με την Κομισιόν. Καθώς εκτιμά ότι το προεκλογικό πακέτο παροχών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ θα κοστίσει περίπου το 1,3% του ΑΕΠ κάθε χρόνο, η Κομισιόν κάθε άλλο παρά ευχαριστημένη εμφανίστηκε από τα νέα αυτά μέτρα, αλλά μέχρι στιγμής απέχει από την επιβολή κυρώσεων. Η Capital Economics εκτιμά ότι οι εντάσεις μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών της θα κλιμακωθούν τον Οκτώβριο για τα δημοσιονομικά σχέδια του 2020.

Στο πλαίσιο αυτό, έχουν ιδιαίτερη σημασία οι παρατηρήσεις της ΤτΕ για τα δημοσιονομικά, στην έκθεση επισκόπησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, που δημοσιεύτηκε πριν λίγες μέρες. Οι παρατηρήσεις αυτές, φυσικά δεν αρέσουν στην απερχόμενη κυβέρνηση, αλλά όπως και να το κάνουμε, περιγράφουν μία πραγματικότητα. Σύμφωνα λοιπόν με την ΤτΕ, η άμεση ψήφιση των πρόσθετων μόνιμων επεκτατικών μέτρων για το 2019, ύψους 0,7% του ΑΕΠ, δημιούργησε αβεβαιότητα ως προς την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων το 2019 και εφεξής.

Οι εξελίξεις στο εγχώριο περιβάλλον συνδυάστηκαν με αναταραχή στο διεθνές επενδυτικό περιβάλλον και μετρίασαν τη θετική δυναμική που είχε δημιουργηθεί το πρώτο τετράμηνο του έτους. Ως εκ τούτου, δεν επιχειρήθηκε νέα έξοδος στις διεθνείς αγορές, ενώ εντάθηκε η αβεβαιότητα τόσο ως προς την ολοκλήρωση της διαδικασίας έγκρισης του αιτήματος της πρόωρης αποπληρωμής μέρους του δανείου του ΔΝΤ από τις χώρες-μέλη της ζώνης του ευρώ, όσο και ως προς την έκβαση της επερχόμενης αξιολόγησης στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας.

Για το 2019, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος με βάση τα διαθέσιμα μέχρι σήμερα δημοσιονομικά στοιχεία και υπό την προϋπόθεση της πλήρους εκτέλεσης του σκέλους των δαπανών του προϋπολογισμού, προκύπτει δημοσιονομικό κενό ύψους 0,6% του ΑΕΠ. Ειδικότερα, για το 2019 η πρόβλεψη της Τράπεζας της Ελλάδος με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία είναι πρωτογενές πλεόνασμα 2,9% του ΑΕΠ έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ (σε όρους ενισχυμένης εποπτείας). Σύμφωνα με την ΤτΕ, η εδραίωση της εμπιστοσύνης των αγορών στις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θεωρείται ο πλέον κρίσιμος παράγοντας για τη διατηρήσιμη επάνοδο στην κανονικότητα. Η διαφύλαξη του κύρους και της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής είναι μονόδρομος προς την κατεύθυνση αυτή.

Η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος

Άλλο σημαντικό ζήτημα, που θα συνεχίζει να μας απασχολεί και μετά τις εθνικές εκλογές, είναι η ανάκαμψη των τραπεζών, παράλληλα με τη χρηματοδότηση της οικονομίας και την ενίσχυση της ρευστότητας στην εγχώρια αγορά. Και βεβαίως, το θέμα που «καίει» περισσότερο, είναι η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Στην ίδια έκθεση λοιπόν, η ΤτΕ σημειώνει ότι, οι προσπάθειες για την αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), που αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, παρουσίασαν ε θετικά αποτελέσματα.

Ειδικότερα, το απόθεμα των ΜΕΔ μειώθηκε κατά το 2018 και ανήλθε στο 45,4% του συνολικού χαρτοφυλακίου (ή σε 81,8 δισ. ευρώ), έναντι ποσοστού 47,2% ή 94,4 δισ. ευρώ το 2017. Η μείωση του αποθέματος των ΜΕΔ που έχει επιτευχθεί ενισχύει το επιχείρημα ότι συνολικά ο πιστωτικός κίνδυνος σε επίπεδο συστήματος έχει μειωθεί σε σχέση με τα προηγούμενα έτη και επιπρόσθετα ότι η περαιτέρω ταχεία αποκλιμάκωση καθίσταται πλέον καθοριστικής σημασίας. Ωστόσο η ΤτΕ επισημαίνει ότι, η ανάγκη υιοθέτησης μίας συστημικής λύσης επιβάλλεται προκειμένου οι τράπεζες να προχωρήσουν στον αναγκαίο μετασχηματισμό του επιχειρηματικού τους σχεδίου, την αύξηση της αποδοτικότητάς τους και συνεπώς και στη διασφάλιση των αναγκαίων συνθηκών για τη δημιουργία εσωτερικού κεφαλαίου.

Επιπλέον, η επιτυχής αντιμετώπιση του προβλήματος των ΜΕΔ όχι μόνο θα ελαφρύνει το βάρος για τους δανειολήπτες, αλλά κυρίως θα επιτρέψει στα πιστωτικά ιδρύματα να απελευθερώσουν κεφάλαια, τα οποία θα μπορέσουν να κατευθυνθούν στις πιο δυναμικές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο, τα πιστωτικά ιδρύματα θα συμβάλουν στη συνολική αναδιάρθρωση της οικονομίας υπέρ των κλάδων παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα την άνοδο της συνολικής παραγωγικότητας και του δυνητικού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης. Αναλυτικότερα, η ΤτΕ αναφέρει ότι, η επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας και η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών της χώρας απαιτούν την ενεργό συνδρομή και του πιστωτικού συστήματος, το οποίο με το υφιστάμενο απόθεμα ΜΕΔ αδυνατεί να συμβάλει καθοριστικά σε αυτή την προσπάθεια.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Αν και ο ρυθμός μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων εμφανίζεται βελτιωμένος, δεν είναι ικανός ώστε να επιτευχθεί σύντομα σημαντική αποκλιμάκωση του αποθέματός τους. Προς αυτή την κατεύθυνση, η ΤτΕ έχει από καιρό προτείνει μια συστημική λύση, η οποία προβλέπει τη μεταβίβαση σε Εταιρίες Ειδικού Σκοπού σημαντικού μέρους των ΜΕΔ μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης που είναι εγγεγραμμένη στους ισολογισμούς των τραπεζών. Ταυτόχρονα, οι τράπεζες θα πρέπει να εντατικοποιήσουν τις προσπάθειές τους με στόχο την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης βιώσιμων επιχειρήσεων, την ενιαία αντιμετώπιση των οφειλετών με πολλαπλούς πιστωτές, τον εντοπισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών και την εφαρμογή οριστικής λύσης για τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις.

Το τεράστιο επενδυτικό «κενό»

Και μιας και φτάσαμε στο ζήτημα της ανάπτυξης, το μεγαλύτερο «αγκάθι» είναι το έλλειμμα επενδύσεων που παρουσιάζει η ελληνική οικονομία. Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (σε τρέχουσες τιμές) μειώθηκε από 26% του ΑΕΠ το 2007 σε 11,1% του ΑΕΠ το 2018. Το μεγαλύτερο ποσοστό της μείωσης αυτής (10,1 από τις 14,9 ποσοστιαίες μονάδες) οφείλεται σε συρρίκνωση των επενδύσεων σε κατοικίες, η οποίες από 10,8% του ΑΕΠ το 2007 διαμορφώθηκαν σε 0,7% του ΑΕΠ το 2018. Οι υπόλοιπες επενδυτικές κατηγορίες που αφορούν τον ιδιωτικό τομέα παρουσίασαν μικρότερη μείωση, με αποτέλεσμα να διαμορφωθούν σε 7,4% του ΑΕΠ το 2018 έναντι 10,3% το 2007. Αρνητική όμως ήταν και η συμβολή των δημόσιων επενδύσεων, οι οποίες υποχώρησαν σε 3,0% του ΑΕΠ το 2018 από 4,9% το 2007.

Εάν αφαιρέσουμε τις αποσβέσεις παγίου κεφαλαίου, οι καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου παραμένουν αρνητικές από το 2011. Συγκεκριμένα, το 2018, οι καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου ανέρχονταν σε περίπου -8,8 δισ. ευρώ ή -4,8% του ονομαστικού ΑΕΠ. Η μείωση στο απόθεμα κεφαλαίου οφείλεται κατά κύριο λόγο στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, με αποτέλεσμα το 2018 οι καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου του ιδιωτικού τομέα να ανέρχονται σε περίπου -7,8 δισεκ. ευρώ ή -4,2% του ονομαστικού ΑΕΠ. Αρνητική είναι όμως και η συμβολή του δημόσιου τομέα το 2018, με αποτέλεσμα το 2018 οι καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου να διαμορφωθούν σε περίπου -1,0 δισ. ευρώ ή -0,5% του ονομαστικού ΑΕΠ.

Για να αυξηθεί το απόθεμα κεφαλαίου και συνεπώς το δυνητικό προϊόν της ελληνικής οικονομίας, βασική προϋπόθεση είναι να έχουμε θετικές καθαρές επενδύσεις. Σύμφωνα με τις πρόσφατες εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρά τη σημαντική πρόβλεψη για άνοδο του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου το 2019 και το 2020, οι καθαρές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου προβλέπεται να παραμείνουν αρνητικές τα επόμενα δύο χρόνια, εξαιτίας των αρνητικών καθαρών επενδύσεων στον ιδιωτικό τομέα. Ενδεικτικά, προκειμένου να μην υπάρξει μείωση στο καθαρό απόθεμα παγίου κεφαλαίου της οικονομίας το 2019 και το 2020, θα έπρεπε ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (σε σταθερές τιμές 2010) να είναι υψηλότερος κατά 28,5% και 15%, αντίστοιχα, το 2019 και το 2020 σε σχέση με τις τρέχουσες προβλέψεις της Επιτροπής. Αυτό συνεπάγεται ότι οι επενδύσεις το 2019 θα έπρεπε να αυξηθούν κατά 41,6% έναντι 10,1% που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις εαρινές προβλέψεις του 2019.

Οι εκτιμήσεις

Αναμφισβήτητα, η πολυετής ύφεση αφήνει ένα εξαιρετικά μεγάλο επενδυτικό κενό στην ελληνική οικονομία. Πρόσφατες εκτιμήσεις του ΣΕΒ ανεβάζουν το επενδυτικό κενό στα 100 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των υπηρεσιών της ΤτΕ, το επενδυτικό κενό είναι ελαφρώς χαμηλότερο και συνεπώς μπορεί να καλυφθεί ταχύτερα. Ειδικότερα, το καθαρό κεφαλαιακό απόθεμα της οικονομίας (σε σταθερές τιμές 2010) υποχώρησε κατά 67,4 δισ. ευρώ μεταξύ 2010-2016, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί σε 622,2 δισ. ευρώ το 2016. Οι κατοικίες αποτελούν πάνω από το 50% του κεφαλαιακού αποθέματος. Αφαιρώντας την επίδραση της πτώσης του κεφαλαιακού αποθέματος των κατοικιών, το οποίο υποχώρησε κατά 38,7 δισ. ευρώ την περίοδο 2010-2016, το παραγωγικό καθαρό απόθεμα της οικονομίας υποχώρησε κατά 28,7 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκε σε 307,2 δισ. ευρώ το 2016.

Βάσει των εκτιμήσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, για να φθάσει το καθαρό κεφαλαιακό απόθεμα την επόμενη δεκαετία στα επίπεδα του 2010, θα χρειαστεί μία αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου σε σταθερές τιμές κατά περίπου 10% ετησίως μέχρι το 2029, εφόσον διατηρηθεί το υπάρχον μίγμα επενδύσεων. Αν εξαιρέσουμε τις επενδύσεις σε κατοικίες, τότε για να αποκατασταθεί το καθαρό κεφαλαιακό απόθεμα εκτός κατοικιών στα επίπεδα του 2010, θα χρειαστεί μία αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου (πλην κατοικιών) κατά περίπου 5% ετησίως μέχρι το 2029. Εκτιμάται ότι ρυθμοί αύξησης των επενδύσεων της τάξης του 5% ετησίως για την επόμενη δεκαετία είναι μεν υψηλοί, αλλά εφικτοί για την ελληνική οικονομία με βάση την ιστορική εμπειρία, και εφ’ όσον βεβαίως υιοθετηθεί η κατάλληλη πολιτική.