Οι μετεκλογικές προκλήσεις για την οικονομία

Η χώρα και επισήμως πλέον έχει εισέλθει, και πάλι, σε προεκλογική περίοδο. Βασικά, η αλήθεια είναι, ότι πρακτικά δεν βγήκαμε ποτέ από μία κατάσταση παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας, που αναπόφευκτα προκαλούν οι απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις. Εδώ και μήνες (στην ουσία από τον Σεπτέμβριο του 2018, όταν και ο Αλέξης Τσίπρας εξήγγειλε από τη ΔΕΘ το πρώτο πακέτο παροχών) είμαστε σε αναμονή, ενόψει των επερχόμενων πολιτικών εξελίξεων. Αλλά αυτό το… «μαρτύριο» φαίνεται ότι λήγει επιτέλους στις 7 Ιουλίου, με τη διεξαγωγή των εθνικών εκλογών.

Του Σπύρου Σταθάκη

Είναι επίσης γεγονός αδιαμφισβήτητο, ότι αυτή η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος, επηρέασε αρνητικά την ελληνική οικονομία, όπως άλλωστε συμβαίνει πάντα σε τέτοιες πολιτικές περιόδους. Στο πλαίσιο αυτό, η θετική εικόνα που παρουσιάζουν τις τελευταίες ημέρες το χρηματιστήριο και η αγορά ομολόγων, δεν είναι τίποτα άλλο από την αποτύπωση της προεξόφλησης των επενδυτών, κυρίως των ξένων χαρτοφυλακίων, ότι μετά τις εθνικές εκλογές, η κατάσταση στην οικονομία, όχι απλά θα ομαλοποιηθεί, αλλά στο εξής θα βελτιώνεται. Έτσι, θα δημιουργηθούν και οι συνθήκες για επικερδείς τοποθετήσεις κεφαλαίων σε ελληνικά περιουσιακά στοιχεία.

Επιπλέον, υπάρχει και η προσδοκία, ότι από το αποτέλεσμα της κάλπης θα προκύψει μία κυβέρνηση, η οποία θα ρίξει το βάρος στην προώθηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, στην ενίσχυση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της οικονομίας, και στην εφαρμογή μίας συνετούς δημοσιονομικής πολιτικής, μετά την προεκλογική «κραιπάλη» με την ακατάσχετη παροχολογία. Είναι ευρέως αναγνωρισμένο, τόσο εντός, όσο και εκτός χώρας, ότι η ελληνική οικονομία έχει περιθώριο να αναπτυχθεί δυναμικότερα, καθώς η κατανάλωση και οι επενδύσεις παρέμειναν σε πολύ υποτονικά επίπεδα για μεγάλο διάστημα, ενώ η επιθετική δημοσιονομική προσαρμογή φτάνει στο τέλος της και τα επιτόκια μειώνονται και έτσι οι προοπτικές για ανάκαμψη της ζήτησης υπάρχουν.

Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι δεν υπάρχουν και σοβαρά προβλήματα, που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης. Οι προκλήσεις για την ελληνική οικονομία είναι πολλές, και ασφαλώς θα μας απασχολήσουν μετεκλογικά. Οι καίριες επισημάνσεις οικονομικών αναλύσεων που βλέπουν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο χρονικό διάστημα, είτε από ξένους επενδυτικούς οίκους, είτε από εγχώριους φορείς (π.χ. ΣΕΒ, ΤτΕ), είτε και από τους ευρωπαϊκούς Θεσμούς, παρά το γεγονός ότι έρχονται σε «δεύτερη μοίρα», λόγω του κλίματος που επικρατεί στην πολιτική σκηνή της χώρας ενόψει της κρίσιμης εκλογικής αναμέτρησης, έχουν την σημασία τους, και πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Αν θέλουμε φυσικά να βγούμε ως χώρα μία και καλή, από το «τούνελ» της οικονομικής κρίσης.

Το «στοίχημα» της ανάπτυξης

Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των αναλύσεων είναι ότι, η ελληνική οικονομία βρίσκεται όντως σε τροχιά ανάκαμψης, όμως με βάση τις υπάρχουσες συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να κινηθεί με ρυθμούς από 2% και πάνω. Αντιθέτως, ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ παρουσιάζει επιβράδυνση. Σύμφωνα με σχετική ανάλυση του ΣΕΒ, η ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως στις εξαγωγές υπηρεσιών και τις επενδύσεις, χωρίς ωστόσο να αλλάζει ουσιαστικά η παραγωγική δομή της οικονομίας, την ώρα που η βελτίωση της παραγωγικότητας ανακόπτεται και η υποκατάσταση εισαγωγών παραμένει υποτονική. Ταυτόχρονα, η κατανάλωση εξακολουθεί να είναι αναιμική, κυρίως λόγω της υπερφορολόγησης.

Η ανάκαμψη αυτή δεν είναι βιώσιμη, ιδίως όταν στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον εμφανίζονται συνεχώς νέες πηγές αβεβαιότητας. Χρειάζεται αποφασιστική αλλαγή πολιτικής, με κεντρική στόχευση την προσέλκυση επενδύσεων και την αύξηση της εξωστρέφειας, ώστε τα οφέλη της ανάπτυξης να διαχυθούν σε όλη την οικονομία, δημιουργώντας νέες δουλειές και σταθερά εισοδήματα. Επιπλέον, η αυξανόμενη αβεβαιότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, κυρίως λόγω των περιορισμών στο διεθνές εμπόριο που προκαλούν οι πολιτικές των ΗΠΑ και της Κίνας, θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, η επίτευξη των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ δεν αφήνει πολλά περιθώρια για την εφαρμογή πολιτικών τόνωσης της ιδιωτικής κατανάλωσης. Συνεπώς, η οικονομία χρειάζεται μεγαλύτερη εξωστρέφεια και περισσότερες επενδύσεις.

Ειδικότερα, η χρηματοδότηση των πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ –και των όποιων υπερπλεονασμάτων– μέσω της υπερφορολόγησης δεν είναι βιώσιμη και εμποδίζει την οικονομία να εισέλθει σε μία τροχιά υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Ιδιαίτερα όταν περικόπτονται δαπάνες από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, αλλά και λειτουργικές δαπάνες από νευραλγικούς τομείς του κράτους, όπως η υγεία και η παιδεία, οδηγώντας σε υποβάθμιση των υποδομών και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Άρα και η δημοσιονομική πολιτική, πρέπει επιτέλους να αποκτήσει έναν περισσότερο φιλοαναπτυξιακό χαρακτήρα, πέρα από την στείρα επίτευξη κάποιων δημοσιονομικών στόχων.

Πράγματι, με βάση και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η ανάκαμψη της οικονομίας συνεχίστηκε το 1ο τρίμηνο του 2019, με τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ να παρουσιάζει, ωστόσο, αποδυνάμωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ειδικότερα, ο ΣΕΒ σημειώνει ότι, κατά το 1ο τρίμηνο του 2019 ο ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώθηκε σε +1,3%, έναντι +2,6% το 1ο τρίμηνο του 2018 και +1,9% συνολικά το 2018. Η αποδυνάμωση αυτή οφείλεται κυρίως στην εξασθένιση τους δυναμικής των εξαγωγών αγαθών (-0,7% έναντι +11,1% το 1ο τρίμηνο του 2018 και +8,4% συνολικά το 2018) και στην ταχύτερη άνοδο των συνολικών εισαγωγών (+9,5% έναντι πτώσης -7,5% το 1ο τρίμηνο του 2018 και αύξησης +4,2% συνολικά το 2018). Έτσι, η συμβολή των καθαρών εξαγωγών στην αύξηση του ΑΕΠ ήταν αρνητική κατά -1,9 π.μ.

Και αν η κατάσταση επικρατεί τους πρώτους μήνες του 2019, που είναι και εκλογικό έτος, τα πράγματα δυστυχώς χειροτερεύουν σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα επιβραδύνεται σταδιακά, από 2,2% το 2019, στο 1,9% το 2021, στο 1,7% το 2022 και μόλις στο 1% το 2023.Οι εξαγωγές το 2019 αναμένεται ότι θα έχουν αρνητική επίπτωση στην ανάπτυξη, λόγω της ταχύτερης αύξησης των εισαγωγών, κατά την Κομισιόν, ενώ η συνεισφορά των επενδύσεων στην ανάπτυξη έως το 2023 θα επιβραδύνεται στο 1/3!

Πρόσθετα «αναχώματα» στην οικονομική ανάπτυξη αποτελούν η συστηματική υποεκτέλεση του ΠΔΕ, και οι ευπάθειες του τραπεζικού τομέα, κυρίως τα «κόκκινα» δάνεια». Σε περίπτωση, δε, που η επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος είναι μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ή σε περίπτωση μεγαλύτερης επιβάρυνσης της Ελλάδας λόγω αυτού του γεγονότος, η ανάκαμψη μπορεί να αποδειχθεί βραδύτερη. Η Ελλάδα λοιπόν, σύμφωνα πάντα με την Κομισιόν, χρειάζεται να συνεχίσει να θεσπίζει μέτρα για την αντιμετώπιση πηγών ή πιθανών πηγών μακροοικονομικών ανισορροπιών, εφαρμόζοντας παράλληλα διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για τη στήριξη ισχυρής και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Οι επίμονες μακροοικονομικές ανισορροπίες

Και κάπου εδώ φτάνουμε στην «καρδιά» του οικονομικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Σύμφωνα με τις επισημάνσεις της ΤτΕ, Παρά την έως τώρα πρόοδο, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις και προβλήματα που κληροδότησε η μακρόχρονη οικονομική κρίση. Μάλιστα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην έκθεσή της για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο του 2019, επισημαίνει ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Οι σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα είναι ακόλουθες:

• Το πολύ υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών μειώνει την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να παρέχει πιστώσεις σε υγιείς επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, καθώς οι χρηματοδοτικοί πόροι παραμένουν παγιδευμένοι σε μη βιώσιμες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η ανάκαμψη των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας. 
• Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος (του οποίου η βιωσιμότητα όμως βελτιώθηκε σημαντικά μεσοπρόθεσμα με τα μέτρα που ενέκρινε το Eurogroup τον Ιούνιο του 2018) δημιουργεί αβεβαιότητα για την ικανότητα της χώρας να το εξυπηρετήσει σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, με αποτέλεσμα να αυξάνει το κόστος δανεισμού του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και να περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική. 
• Η διατήρηση μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων σε μια παρατεταμένη περίοδο (π.χ. 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022) έχει αρνητικό αντίκτυπο στην αύξηση του ΑΕΠ. Η περιοριστική επίδραση των μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων είναι ακόμα πιο έντονη όταν συνοδεύεται από πολύ υψηλή φορολογία (συμπεριλαμβανομένων των υψηλών εισφορών στην κοινωνική ασφάλιση), η οποία αποθαρρύνει την εργασία και τις επενδύσεις και αυξάνει τον άτυπο τομέα της οικονομίας. 
• Η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδος και το αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. 
• Η υψηλή μακροχρόνια ανεργία δημιουργεί ανισότητες, θέτοντας σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή, και αυξάνει τον κίνδυνο απαξίωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου. 
• Η γήρανση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη μετανάστευση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού κατά τη διάρκεια της κρίσης, εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε μείωση του πληθυσμού και κατ’ επέκταση σε χαμηλότερους ρυθμούς δυνητικής ανάπτυξης. Η δημογραφική κρίση αυξάνει τους κινδύνους για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και των δημόσιων οικονομικών. 
• Ο αργός ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας. Με βάση το Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα για το 2018 κατατάσσεται προτελευταία μεταξύ των 28 χωρών της ΕΕ, γεγονός που υποδηλώνει υψηλό κίνδυνο τεχνολογικής υστέρησης και ψηφιακού αναλφαβητισμού. 
• Η παγκοσμιοποίηση, η ψηφιοποίηση, οι δημογραφικές αλλαγές και η κλιματική αλλαγή επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας όλων των χωρών, μεταξύ των οποίων είναι και η Ελλάδα
• Οι δικαστικές αποφάσεις, που ενδέχεται να επιβαρύνουν σημαντικά τις δημοσιονομικές εξελίξεις. 
• Τέλος, οι επενδύσεις παραμένουν σε πολύ χαμηλό επίπεδο με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του αποθέματος κεφαλαίου της οικονομίας, ενώ και το επιχειρηματικό περιβάλλον δεν θεωρείται ακόμη αρκετά φιλικό προς τις ιδιωτικές επενδύσεις. 

Το «πάγωμα» των μεταρρυθμίσεων

Η αντιμετώπιση των παραπάνω μακροοικονομικών ανισορροπιών, προϋποθέτει την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, όπως τονίσαμε και την προηγούμενη εβδομάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην 3η Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας κάνει λόγο για ικανοποιητική πορεία της Ελλάδας κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο, διαπιστώνοντας ωστόσο σημαντικές καθυστερήσεις στην υλοποίηση των συμφωνημένων μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων. Ταυτόχρονα, διατυπώνει επιφυλάξεις για τα μέτρα που ανακοινώθηκαν στις 7 Μαΐου από τον Πρωθυπουργό εκτιμώντας ότι αυτά θα προκαλέσουν δημοσιονομική επιβάρυνση ίση με 1% του ΑΕΠ από το 2019 και μετά, θέτοντας σε κίνδυνο τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε:

Αγορές προϊόντων και ανταγωνιστικότητα: εκφράζεται ανησυχία για τη στασιμότητα της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Παράλληλα, επισημαίνονται οι σημαντικές καθυστερήσεις στη διαδικασία εκποίησης των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ.

Ιδιωτικοποιήσεις: αποτυπώνεται η κατάσταση της αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων αναφορικά με τη Μαρίνα Αλίμου, τα Ελληνικά Πετρέλαια, τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, τη ΔΕΠΑ, την Εγνατία Οδό, και τους Περιφερειακούς Λιμένες, αναφέροντας πως η πρόοδος στις μικρότερες συναλλαγές αντισταθμίζεται από καθυστερήσεις σε άλλες.

Δημόσια διοίκηση: η Επιτροπή διαπιστώνει ότι έχει σημειωθεί γενική πρόοδος ως προς τις ειδικές δεσμεύσεις για τα μέσα του 2019 στον τομέα της μεταρρύθμισης του δημόσιου τομέα, ωστόσο αναφέρει ότι ο ρυθμός διορισμού των Διοικητικών Γραμματέων παραμένει πολύ αργός. Για το πρόγραμμα προσλήψεων για το 2019 και την περίοδο 2020-2022, αν και τηρείται ο κανόνας «μία πρόσληψη για κάθε αποχώρηση» για προσλήψεις νέου μόνιμου προσωπικού, το 2018 δεν τηρήθηκε το ανώτατο όριο για το έκτακτο προσωπικό. Έτσι, η Επιτροπή εκτιμά ότι ο αριθμός των έκτακτων υπαλλήλων θα πρέπει να μειωθεί κατά 1.550 άτομα περίπου το 2019, προκειμένου να διατηρηθεί το συνολικό μέγεθος του δημόσιου τομέα. Την ίδια ώρα, αναφέρεται πως οι μισθολογικές ρυθμίσεις που εγκρίθηκαν πρόσφατα ενέχουν κινδύνους για το ενιαίο μισθολόγιο.

Αγορά εργασίας: αναμένεται η εκ των υστέρων αξιολόγηση της αύξησης του κατώτατου μισθού, ενώ αξιολογείται θετικά η εφαρμογή του σχεδίου δράσης για την καταπολέμηση της αδήλωτης απασχόλησης. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό σύστημα, η Επιτροπή εκφράζει επιφυλάξεις για το κατά πόσο η τρέχουσα πολιτική για την αναβάθμιση των ιδρυμάτων τεχνικής εκπαίδευσης σε πανεπιστήμια θα βελτιώσει το κατακερματισμένο τοπίο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Δημοσιονομικές παρεμβάσεις: διαπιστώνεται πρόοδος στο πλαίσιο αποτίμησης του ΕΝΦΙΑ αν και δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, ενώ αναφέρονται σημαντικές καθυστερήσεις στην εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και στη στελέχωση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ). Σχετικά με τη ρύθμιση για την πληρωμή φορολογικών και ασφαλιστικών οφειλών σε 120 δόσεις, η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν δίνεται κάποια συγκεκριμένη προτεραιότητα όσον αφορά την επιλεξιμότητα ή την εκ των προτέρων αξιολόγηση βιωσιμότητας. Ταυτόχρονα, εκτιμά ότι η αναγγελία αυτής της ρύθμισης μπορεί να συνέβαλε στην επιδείνωση της είσπραξης εσόδων και μπορεί να ενέχει κινδύνους για την πειθαρχία όσον αφορά την αποπληρωμή.