Τα ερείπια της Γερμανίας όπως τα είδε ο Ντάγκερμαν

Πολλά έχουν γραφτεί για τη Γερμανία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για τις διώξεις των εγκληματιών ναζί, για τα θύματα καθώς και για την ενοχή που η οι Γερμανοί όφειλαν να αισθάνονται και να εκφράζουν για τη συνενοχή τους με το χιτλερικό καθεστώς. Με εξαίρεση τον Χάινριχ Μπελ και τον Ζέμπαλντ, ελάχιστοι άλλοι συγγραφείς τόλμησαν να μιλήσουν για τα δεινά των γερμανικών πόλεων. Εξάλλου, όπως σημείωνε ο Ζέμπαλντ, «αρκετοί ήταν εκείνοι που είδαν τις θεόρατες φλόγες σαν δίκαιη τιμωρία, αν όχι σαν πράξη αντιποίνων εκ μέρους μιας ανώτερης, ακατάβλητης δύναμης… λες και μια σιωπηρή συμφωνία, εξίσου δεσμευτική για όλους, είχε απαγορεύσει την περιγραφή των πραγματικών διαστάσεων του υλικού και ηθικού πλήγματος, που είχε εκμηδενίσει απ’ άκρη σ’ άκρη τη χώρα».
Το 1946 ο Σουηδός συγγραφέας Στίγκ Ντάγκερμαν ταξίδεψε για να γράψει μια σειρά άρθρων για τον άμαχο πληθυσμό μετά τον πόλεμο. Ήταν 23 ετών αλλά είχε εκδώσει δυο μυθιστορήματα και θεωρούνταν ήδη ένας από τους πλέον διάσημους Σκανδιναβούς συγγραφείς της γενιάς του. Το θέμα του Ντάγκερμαν είναι η οδύνη του ένοχου. Πόσο συμπονετικοί μπορεί να είμαστε αν τα βάσανα των Γερμανών ήταν τα αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα ενός γερμανικού κατακτητικού πολέμου που χάθηκε; Πώς ορίζεται η συλλογική ευθύνη και ποια είναι τα όριά της;

Σε όλες τις πόλεις που επισκέφθηκε ο Ντάγκερμαν συνάντησε την ίδια εξαθλίωση. Ανθρώπους που ζούσαν στα ερείπια της πρώην φυλακής της Γκεστάπο στο Αμβούργο, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που ζούσε σε ένα τρένο εμπορευμάτων, έναν άλλο που έχει ενθουσιαστεί επειδή κατάφερε να εξασφαλίσει στέγη για εκείνον και για την οικογένεια του σε μια σχολική τουαλέτα. Μια γυναίκα που καταφέρνει να εξασφαλίσει τέσσερα σακιά με πατάτες για την οικογένειά της που λιμοκτονούσε, μόνο για να ανακαλύψει ότι δεν μπορεί να μπει σε γερμανικό τρένο με τέσσερα σακιά πατάτες. Κάθεται, λοιπόν, όλη μέρα και περιμένει το άδειο τρένο, αυτό που θα έχει χώρο για την περιουσία της, όμως αυτό το τρένο δεν έρχεται ποτέ και η απελπισία της μεγαλώνει. Στην καρδιά του βιβλίου υπάρχουν δυο κεφάλαια για τα δικαστήριά του καφκικού παράλογού ως απόπειρα απο-ναζιστικοποίησης που διαδραματίζονταν στις δικαστικές αίθουσες σε όλη τη χώρα. Ο Ντάγκερμαν δεν υποστηρίζει μια πολιτική επιείκειας για όσους ήταν ενθουσιώδη μέλη του ναζιστικού κόμματος. Θεωρεί όμως ότι η αποτελεσματικότητα αυτών των δικαστηρίων ήταν αμφισβητήσιμη στην καλύτερη περίπτωση, δεδομένου του αριθμού των υψηλόβαθμων ναζιστών αξιωματούχων που δεν διώχθηκαν ποτέ.

Ένα άλλο ζήτημα που θίγει ο Ντάγκερμαν είναι αυτό της δημοσιογραφικής αντικειμενικότητας. «Ακούς τις φωνές που λένε ότι πριν ήταν καλύτερα, αλλά τις απομονώνεις από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι κάτοχοί τους… Αυτό οι άνθρωποι το ονομάζουν αντικειμενικότητα, μη διαθέτοντας την απαραίτητη φαντασία να αναπαραστήσουν νοερά την κατάσταση. Και πάλι όμως, για λόγους ηθικής αξιοπρέπειας θα απέρριπταν μια τέτοια ‘‘αναπαράσταση’’ η οποία θα ξυπνούσε μέσα τους έναν αδικαιολόγητο οίκτο. Στην πραγματικότητα, το να αναλύεις τις πολιτικές απόψεις του πεινασμένου χωρίς παράλληλα να αναλύεις την πείνα του είναι κάπως εκβιαστικό». Καθώς αντικρίζει τη γενικευμένη απάθεια και τον κυνισμό μας υπενθυμίζει ότι «ο δημοσιογράφος που οπισθοχώρησε για βγει έξω από το φθινοπωριάτικο υπόγειο όφειλε να είναι πιο ταπεινός. Ταπεινός μπροστά στα βάσανα, όσο κι αν το αξίζει κανείς, γιατί τα βάσανα που σου αξίζουν είναι εξίσου βαριά με τα βάσανα που δεν σου αξίζουν».

To γερμανικό φθινόπωρο είναι ένα συγκλονιστικό πολεμικό ρεπορτάζ. Η ποιητική σύνταξη και ο λυρισμός του Ντάγκερμαν καθώς και η ικανότητά του να παντρεύει και να ισορροπεί τη δημοσιογραφική έρευνα με την ατμοσφαιρική περιγραφή κάνουν αυτό το βιβλίο να ξεχωρίζει. Πέρα όμως από τον λυρισμό, το σημαντικότερο είναι ότι μας κάνει να προβληματιστούμε δεδομένων των εμφύλιων πολέμων που λαμβάνουν χώρα και στις μέρες μας καθώς και άλλων συγκρούσεων σε ολόκληρο τον κόσμο. Το γερμανικό φθινόπωρο είναι η απόδειξη της δυστυχίας που προκαλεί ο πόλεμος και η ζωντανή μαρτυρία για το τι μπορεί να συμβεί στους ανθρώπους όταν πέφτουν θύματα των πολιτικών δημαγωγών.

Πολλά έχουν γραφτεί για τη Γερμανία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για τις διώξεις των εγκληματιών ναζί, για τα θύματα καθώς και για την ενοχή που η οι Γερμανοί όφειλαν να αισθάνονται και να εκφράζουν για τη συνενοχή τους με το χιτλερικό καθεστώς. Με εξαίρεση τον Χάινριχ Μπελ και τον Ζέμπαλντ, ελάχιστοι άλλοι συγγραφείς τόλμησαν να μιλήσουν για τα δεινά των γερμανικών πόλεων. Εξάλλου, όπως σημείωνε ο Ζέμπαλντ, «αρκετοί ήταν εκείνοι που είδαν τις θεόρατες φλόγες σαν δίκαιη τιμωρία, αν όχι σαν πράξη αντιποίνων εκ μέρους μιας ανώτερης, ακατάβλητης δύναμης… λες και μια σιωπηρή συμφωνία, εξίσου δεσμευτική για όλους, είχε απαγορεύσει την περιγραφή των πραγματικών διαστάσεων του υλικού και ηθικού πλήγματος, που είχε εκμηδενίσει απ’ άκρη σ’ άκρη τη χώρα».

Το 1946 ο Σουηδός συγγραφέας Στίγκ Ντάγκερμαν ταξίδεψε για να γράψει μια σειρά άρθρων για τον άμαχο πληθυσμό μετά τον πόλεμο. Ήταν 23 ετών αλλά είχε εκδώσει δυο μυθιστορήματα και θεωρούνταν ήδη ένας από τους πλέον διάσημους Σκανδιναβούς συγγραφείς της γενιάς του. Το θέμα του Ντάγκερμαν είναι η οδύνη του ένοχου. Πόσο συμπονετικοί μπορεί να είμαστε αν τα βάσανα των Γερμανών ήταν τα αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα ενός γερμανικού κατακτητικού πολέμου που χάθηκε; Πώς ορίζεται η συλλογική ευθύνη και ποια είναι τα όριά της;

Σε όλες τις πόλεις που επισκέφθηκε ο Ντάγκερμαν συνάντησε την ίδια εξαθλίωση. Ανθρώπους που ζούσαν στα ερείπια της πρώην φυλακής της Γκεστάπο στο Αμβούργο, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που ζούσε σε ένα τρένο εμπορευμάτων, έναν άλλο που έχει ενθουσιαστεί επειδή κατάφερε να εξασφαλίσει στέγη για εκείνον και για την οικογένεια του σε μια σχολική τουαλέτα. Μια γυναίκα που καταφέρνει να εξασφαλίσει τέσσερα σακιά με πατάτες για την οικογένειά της που λιμοκτονούσε, μόνο για να ανακαλύψει ότι δεν μπορεί να μπει σε γερμανικό τρένο με τέσσερα σακιά πατάτες. Κάθεται, λοιπόν, όλη μέρα και περιμένει το άδειο τρένο, αυτό που θα έχει χώρο για την περιουσία της, όμως αυτό το τρένο δεν έρχεται ποτέ και η απελπισία της μεγαλώνει.

Στην καρδιά του βιβλίου υπάρχουν δυο κεφάλαια για τα δικαστήριά του καφκικού παράλογού ως απόπειρα απο-ναζιστικοποίησης που διαδραματίζονταν στις δικαστικές αίθουσες σε όλη τη χώρα. Ο Ντάγκερμαν δεν υποστηρίζει μια πολιτική επιείκειας για όσους ήταν ενθουσιώδη μέλη του ναζιστικού κόμματος. Θεωρεί όμως ότι η αποτελεσματικότητα αυτών των δικαστηρίων ήταν αμφισβητήσιμη στην καλύτερη περίπτωση, δεδομένου του αριθμού των υψηλόβαθμων ναζιστών αξιωματούχων που δεν διώχθηκαν ποτέ.

Ένα άλλο ζήτημα που θίγει ο Ντάγκερμαν είναι αυτό της δημοσιογραφικής αντικειμενικότητας. «Ακούς τις φωνές που λένε ότι πριν ήταν καλύτερα, αλλά τις απομονώνεις από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι κάτοχοί τους… Αυτό οι άνθρωποι το ονομάζουν αντικειμενικότητα, μη διαθέτοντας την απαραίτητη φαντασία να αναπαραστήσουν νοερά την κατάσταση. Και πάλι όμως, για λόγους ηθικής αξιοπρέπειας θα απέρριπταν μια τέτοια ‘‘αναπαράσταση’’ η οποία θα ξυπνούσε μέσα τους έναν αδικαιολόγητο οίκτο. Στην πραγματικότητα, το να αναλύεις τις πολιτικές απόψεις του πεινασμένου χωρίς παράλληλα να αναλύεις την πείνα του είναι κάπως εκβιαστικό». Καθώς αντικρίζει τη γενικευμένη απάθεια και τον κυνισμό μας υπενθυμίζει ότι «ο δημοσιογράφος που οπισθοχώρησε για βγει έξω από το φθινοπωριάτικο υπόγειο όφειλε να είναι πιο ταπεινός. Ταπεινός μπροστά στα βάσανα, όσο κι αν το αξίζει κανείς, γιατί τα βάσανα που σου αξίζουν είναι εξίσου βαριά με τα βάσανα που δεν σου αξίζουν».

To γερμανικό φθινόπωρο είναι ένα συγκλονιστικό πολεμικό ρεπορτάζ. Η ποιητική σύνταξη και ο λυρισμός του Ντάγκερμαν καθώς και η ικανότητά του να παντρεύει και να ισορροπεί τη δημοσιογραφική έρευνα με την ατμοσφαιρική περιγραφή κάνουν αυτό το βιβλίο να ξεχωρίζει. Πέρα όμως από τον λυρισμό, το σημαντικότερο είναι ότι μας κάνει να προβληματιστούμε δεδομένων των εμφύλιων πολέμων που λαμβάνουν χώρα και στις μέρες μας καθώς και άλλων συγκρούσεων σε ολόκληρο τον κόσμο. Το γερμανικό φθινόπωρο είναι η απόδειξη της δυστυχίας που προκαλεί ο πόλεμος και η ζωντανή μαρτυρία για το τι μπορεί να συμβεί στους ανθρώπους όταν πέφτουν θύματα των πολιτικών δημαγωγών.

Γράφει η Βασιλική Σουλαδάκη