Κομισιόν: Σε δημοσιονομικό κίνδυνο η Ελλάδα

Δημοσιονομικό κόστος που μπορεί να φθάσει συνολικά τα 4,4-5,5 δισ. ευρώ τη διετία 2019-2020 έχουν οι παροχές Τσίπρα, όπως προκύπτει από αναλυτικό πίνακα που περιλαμβάνεται στην 3η έκθεση ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας. Σύμφωνα με την έκθεση, που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το συνολικό κόστος των μέτρων στη διετία θα είναι μόλις 2,3 δισ. ευρώ.

Την ανησυχία του για τις παροχές Τσίπρα εξέφρασε ο Αντιπρόεδρος της Κομισιόν Βλάντις Ντομπρόβσκις, καθώς η Επιτροπή εκτιμά ότι τα μέτρα κινούνται σε λάθος κατεύθυνση και απειλούν την ανάπτυξη και ανοίγει «τρύπα» στους δημοσιονομικούς στόχους.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί επισημαίνουν στην εισαγωγή της έκθεσης ότι το δημοσιονομικό κόστος των παροχών και των ρυθμίσεων οφειλών σε έως 120 δόσεις ξεπερνά το 1% του ΑΕΠ (1,9 δισ. ευρώ) φέτος και τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, αναλυτικός πίνακας που ακολουθεί ανεβάζει τον λογαριασμό στα 4,4-5,5 δισ. ευρώ σε επίπεδο διετίας, καθώς βλέπει:

– Δημοσιονομικό κόστος 1,1%-1,4% του ΑΕΠ φέτος (2,1-2,6 δισ. ευρώ)

– Δημοσιονομικό κόστος 1,2%-1,5% του ΑΕΠ το 2020 (2,3 – 2,9 δισ. ευρώ).

Αναλυτικότερα:

– Οι ρυθμίσεις οφειλών εκτιμάται από τους θεσμούς ότι θα έχουν δημοσιονομικό κόστος 0,3%-0,6% του ΑΕΠ (570 εκατ. ευρώ – 1,14 δισ. ευρώ) φέτος και το 2020

– Οι μειώσεις ΦΠΑ θα κοστίσουν στον προϋπολογισμό 0,3% του ΑΕΠ (570 εκατ. ευρώ) φέτος και 0,4% του ΑΕΠ (760 εκατ. ευρώ) το 2020

– Η 13η σύνταξη και οι αλλαγές στις συντάξεις χηρείας θα έχουν δημοσιονομικό κόστος 0,5% του ΑΕΠ (950 εκατ. ευρώ) ετησίως.

metraaaa.PNG

Επιπλέον στην έκθεση τονίζεται ότι, σύμφωνα με τις προβολές των ευρωπαϊκών θεσμών, τα μέτρα αυτά «θέτουν σε κίνδυνο την επίτευξη του συμφωνηθέντος στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019 και τα επόμενα χρόνια» και σημειώνεται ότι η έκταση της απόκλισης θα εξαρτηθεί από την πορεία των ρυθμίσεων οφειλών.

fiscal1.PNG

Όσον αφορά στις πρόσθετες παροχές που εξήγγειλε η κυβέρνηση για το 2020, οι θεσμοί σημειώνουν ότι η κυβέρνηση έχει δώσει μια μερική εκτίμηση για δημοσιονομικό αντίκτυπο ύψους 1,2 δισ. ευρώ ή 0,6% του ΑΕΠ, αλλά δεν έχει γίνει οριστική αποτίμηση των μέτρων αυτών, καθώς δεν έχουν νομοθετηθεί.

realgdp.PNG

«Στις 15 Μαΐου, μετά την υποβολή του Προγράμματος Σταθερότητας, οι αρχές υιοθέτησαν ένα πακέτο μόνιμων δημοσιονομικών μέτρων τα οποία εκτιμάται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ότι θα έχουν δημοσιονομικό κόστος άνω του 1% του ΑΕΠ το 2019 και εξής. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν νέες ρυθμίσεις για χρέη προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους δήμους, μειώσεις σε επιλεγμένους συντελεστές ΦΠΑ, την εισαγωγή 13ης σύνταξης και την ακύρωση της προηγούμενης μεταρρύθμισης στις συντάξεις χηρείας», υπογραμμίζεται στην έκθεση.

Οι θεσμοί διατυπώνουν επίσης την ένστασή τους για την «ποιότητα» των μέτρων που ανακοίνωσε η ελληνική κυβέρνηση, επισημαίνοντας ότι ακυρώνουν μνημονιακές μεταρρυθμίσεις: «Για παράδειγμα, η διάρκεια των νέων ρυθμίσεων οφειλών είναι πολύ μεγάλη (120 μηνιαίες δόσεις) και οι ρυθμίσεις περιλαμβάνουν περιορισμένες μόνο προβλέψεις για να αξιολογηθεί η δυνατότητα πληρωμής των οφειλετών…

Οι χαμηλότεροι συντελεστές ΦΠΑ για τρόφιμα, εστίαση, ηλεκτρισμό και φυσικό αέριο έρχονται σε αντίθεση με ένα σημαντικό μέτρο που υιοθετήθηκε τον Ιούλιο του 2015, ενώ αφήνουν αμετάβλητο τον πολύ υψηλό βασικό συντελεστή 24% και αυξάνουν περαιτέρω το χάσμα στον ΦΠΑ, που είναι ήδη το δεύτερο υψηλότερο στην Ε.Ε.».

Η 13η σύνταξη και οι αλλαγές στα κριτήρια χορήγησης των συντάξεων χηρείας αλλάζουν εν μέρει μέτρα που υιοθετήθηκαν το 2012 και το 2016 αντιστοίχως, θα αυξήσουν τη συνταξιοδοτική δαπάνη, που είναι ήδη η υψηλότερη στην Ε.Ε. ως ποσοστό του ΑΕΠ, και έρχονται σε αντίθεση με μέτρα που υιοθετήθηκαν στον προϋπολογισμό του 2019 ώστε να διατεθεί υψηλότερο μερίδιο δαπανών για κοινωνικά επιδόματα προς τους νέους και τους εργαζόμενους που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας.

 «Τα μέτρα που υιοθετήθηκαν για τις συντάξεις και τον ΦΠΑ στοχεύουν στην κατανάλωση και θα απορροφήσουν σημαντικό μέρος του δημοσιονομικού χώρου που προβλεπόταν στα νομοθετημένα μέτρα του 2017 να διατεθεί για μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών και μειώσεις στη φορολογία των επιχειρήσεων οι οποίες θα ενίσχυαν την ανάπτυξη».

Δημόσιο

Σε ό,τι αφορά το Δημόσιο η έκθεση αναφέρει ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα και οι καθυστερήσεις στην κινητικότητα των δημοσίων υπαλλήλων, τα ηλεκτρονικά οργανογράμματα των οργανισμών και υπουργείων έχουν προχωρήσει, βρίσκονται ακριβώς στη μέση και αναμένεται η ολοκλήρωσή τους ως το τέλος του έτους, η πρόοδος ως προς την αντιστοίχηση των θέσεων εργασίας με την περιγραφή καθηκόντων ανά θέση είναι εξαιρετικά περιορισμένη, η εργασία για διϋπουργκή συνεργασία έχει σταματήσει, το δημόσιο δεν έχει σεβαστεί το «ταβάνι» για τις προσλήψεις προσωρινού προσωπικού και ζητείται μείωση κατά 1550 άτομα μέσα στο 2019.

Τράπεζες

Σε ό,τι αφορά το χρηματοπιστωτικό τομέα και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια: «Η κατάσταση του χρηματοπιστωτικού τομέα συνεχίζει να ενέχει προκλήσεις, με τις όποιες βελτιώσεις να έρχονται εξαιρετικά αργά και να παραμένουν σημαντικά τρωτά σημεία», καταγράφει η έκθεση.

Τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια φτάνουν τα 81.8 δις ευρώ με μείωση μόλις 1,8 μοννάδες από το προηγούμενο έτος. Επιπλέον το πρόγραμμα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών προχωρά εξαιρετικά αργά, οι επεξεργασία των αιτήσεων αφερεγγυότητας πρέπει να επιταχυνθεί και το πρόγραμμα προστασίας κατοικίας των ευάλωτων δανειοληπτών αποδεικνύεται πιο πολύπλοκο από ότι αναμενόταν.

Σε ό,τι αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις καταγράφονται: καθυστερήσεις σε σχέση με τα ΕΛΠΕ, σταματημένη διαδικασία για την πώληση του 30% του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, αλλά και πρόοδος σε σχέση με τη Μαρίνα του Αλίμου, πρόοδος σε σχέση με τη ΔΕΠΑ, την Εγνατία και τους περιφερειακούς λιμένες.