Κωνσταντίνος Μίχαλος: Θετική εξέλιξη για τους οφειλέτες

Η κατάθεση στη Βουλή του νομοσχεδίου για τη ρύθμιση σε έως 120 δόσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους ΟΤΑ δίνει μια ανάσα στους οφειλέτες οι οποίοι ασφυκτιούν υπό το βάρος των χρεών που συσσωρεύθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, ως απόρροια της κρίσης αλλά και της υπερφορολόγησης.

Είναι γεγονός ότι η εκτόξευση της φορολογίας τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό φορολογουμένων, φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων σε αδυναμία να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ένας στους δύο φορολογούμενους έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με την εφορία. Για την ακρίβεια, σχεδόν 4 εκατομμύρια φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις χρωστούν στο Δημόσιο, με το ποσό των παλιών και νέων οφειλών να ξεπερνά τα 100 δισ. ευρώ. Αντίστοιχα, η εξοντωτική αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών –σε μια περίοδο πρωτοφανούς ύφεσης και έλλειψης ρευστότητας– έχει οδηγήσει στη συσσώρευση οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Στο πλαίσιο αυτό η συγκεκριμένη ρύθμιση αποτελεί μια απαραίτητη παρέμβαση, η οποία παρέχει την ευκαιρία σε νοικοκυριά, επαγγελματίες και επιχειρήσεις να επανέλθουν στην κανονικότητα.

Ιδιαίτερα θετικό είναι το γεγονός ότι η νέα ρύθμιση συμπεριλαμβάνει ληξιπρόθεσμες οφειλές που δημιουργήθηκαν μέχρι και το τέλος του 2018, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε πολύ μεγάλο αριθμό οφειλετών να ενταχθούν. Θετικά αξιολογείται, βεβαίως, και ο ορισμός ελάχιστης μηνιαίας δόσης 30 ευρώ για οφειλέτες με ετήσιο εισόδημα έως 10.000 ευρώ. Πρόκειται για μια πρόβλεψη η οποία θα διευκολύνει τους οικονομικά ασθενέστερους οφειλέτες, οι οποίοι χρωστούν στην πλειοψηφία τους ποσά χωρίς να έχουν μέχρι τώρα τη δυνατότητα να τα εξοφλήσουν. Η συγκεκριμένη ρύθμιση επιτρέπει σε πολλούς από αυτούς τους οφειλέτες να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητές τους και να ενισχύσουν παράλληλα τα έσοδα του Δημοσίου και των ταμείων.

Η πρόβλεψη κριτηρίων εισοδήματος και περιουσίας, που λειτουργούν ως «κόφτες», μπορεί πράγματι να αφήσει εκτός ρύθμισης κάποιους οφειλέτες, οι οποίοι πραγματικά αδυνατούν. Ωστόσο, αποτελεί ταυτόχρονα πάγιο αίτημα του επιχειρηματικού κόσμου, η θέσπιση συγκεκριμένων δικλίδων για να αποκλείονται από ευνοϊκές ρυθμίσεις οι «στρατηγικοί» κακοπληρωτές, οι οποίοι δεν ζημιώνουν μόνο το κράτος, αλλά και την αγορά, δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Η διάκριση επομένως ανάμεσα στους κατά σύστημα οφειλέτες και στους οφειλέτες λόγω αδυναμίας είναι απαραίτητη.

Σε κάθε περίπτωση, η στόχευση τόσο της παρούσας κυβέρνησης όσο και των επόμενων θα πρέπει να είναι η προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στη φορολογική και ασφαλιστική νομοθεσία. Χρειάζεται να υπάρξει εξορθολογισμός του ύψους τόσο της φορολογίας όσο και των ασφαλιστικών εισφορών, προκειμένου αφενός να παταχθεί η φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή και αφετέρου να αποτραπεί η δημιουργία μιας νέας γενιάς ληξιπρόθεσμων οφειλών στο μέλλον.

Η βοήθεια προς αυτούς που αποδεδειγμένα δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους αποτελεί επιβεβλημένη παρέμβαση στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. Εξίσου απαραίτητο, όμως, είναι να μην τιμωρούνται οι συνεπείς φορολογούμενοι με όλο και υψηλότερους φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Το κράτος οφείλει να τους επιβραβεύει και όχι να τους αγνοεί, τοποθετώντας τους διαρκώς τη θέση του «υποζυγίου».

Θα πρέπει, άλλωστε, να γίνει αντιληπτό ότι μια οικονομία, που ασφυκτιά από την υπερφορολόγηση και την έλλειψη ρευστότητας, δεν μπορεί να προσελκύσει σοβαρές επενδύσεις, δεν μπορεί να υποστηρίξει παρά μόνο οριακή αύξηση της κατανάλωσης, δεν μπορεί να παράγει περισσότερη φορολογητέα ύλη και έσοδα για το κράτος. Η θέση, επομένως, της Επιμελητηριακής Κοινότητας και του επιχειρηματικού κόσμου ήταν και παραμένει ξεκάθαρη: η χώρα μπορεί να επιτύχει δημοσιονομική σταθερότητα και πραγματική ανάπτυξη μόνο με ένα νέο, σταθερό και απλούστερο φορολογικό σύστημα: με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές, με δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών και με σύγχρονα εργαλεία καταπολέμησης της φοροδιαφυγής.