Οι… «λακκούβες» στον δρόμο προς την ανάκαμψη!

Έχουμε μπει βαθιά πλέον μέσα στην προεκλογική περίοδο, και το κλίμα στην πολιτική σκηνή της χώρας έχει πάρει κυριολεκτικά «φωτιά». Και δυστυχώς η σφοδρή κόντρα μεταξύ των πολιτικών κομμάτων αναλώνεται ουσιαστικά σε ανούσια θέματα, παρά στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα. Ενδεικτικά στο «μέτωπο» της οικονομίας, η όλη κουβέντα εξαντλείται σε κάθε είδους προεκλογικές παροχές, από αυξήσεις κοινωνικών επιδομάτων, μέχρι φοροελαφρύνσεις.

Λες και έχουμε να κάνουμε με μία οικονομία, που έχει εξέλθει για τα καλά από την κρίση, και λειτουργεί πλέον υπό φυσιολογικές συνθήκες. Λες και δεν υπάρχουν άλλα πολύ πιο σοβαρά ζητήματα, που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης, και θα μπορούσαν να αποτελέσουν πεδίο γόνιμης αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Φυσικά τον «τόνο» τον δίνει αναμφισβήτητα η κυβέρνηση. Εκείνη είναι που διαμορφώνει το προεκλογικό κλίμα, και έχει επιδοθεί σε ένα κρεσέντο παροχολογίας. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης απλά ακολουθούν, σε μία πλειοδοσία υποσχέσεων, που θυμίζει άλλες εποχές.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι και η διγλωσσία της κυβέρνησης στα θέματα της οικονομίας. Στην ουσία, άλλα λέει στο εσωτερικό της χώρας, και άλλα στο εξωτερικό. Με την έννοια ότι τα όσα αναφέρονται στα επίσημα κείμενα που στέλνει το ΥΠΟΙΚ στους «θεσμούς» δεν έχουν και τόση σχέση με αυτά που υποστηρίζουν κυβερνητικά στελέχη, προκειμένου να επηρεάσουν την κοινή γνώμη, ενόψει εκλογών. Στο εσωτερικό της χώρας επικρατεί μία τεχνητή ευφορία, με τη γνωστή επιχειρηματολογία περί «εξόδου από την κρίση» και «ισχυρής οικονομίας», που στηρίζει το πακέτο παροχών που προωθεί η κυβέρνηση.Στην επικοινωνία με τους δανειστές, ωστόσο, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης αναγνωρίζει ότι, παρά την σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί, υπάρχουν ακόμη πολλά να γίνουν στο μέτωπο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ενώ η οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις, που θα καθορίσουν τις μελλοντικές της προοπτικές. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρονται στο Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων που απέστειλε η κυβέρνηση στην Κομισιόν, στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που απορρέουν από το λεγόμενο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο.

Τι αναφέρει η κυβέρνηση στο κείμενο που έστειλε στους δανειστές

Κατ’ αρχάς, όπως αναφέρεται στο Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, η ένταξη της χώρας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, ξεκινώντας από τον φετινό κύκλο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, έχει ως βασικό σημείο αναφοράς την έκδοση της Έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα (Country Report Greece 2019), η οποία δημοσιεύτηκε στα τέλη Φεβρουαρίου. Βάσει της ανάλυσης που είχε προηγηθεί στο πλαίσιο της Έκθεσης του Μηχανισμού Επαγρύπνησης (Alert Mechanism Report), η Ελλάδα ήταν ένα εκ των δεκατριών κρατών μελών για τα οποία κρίθηκε απαραίτητη η διενέργειας μιας Εμπεριστατωμένης Επισκόπησης (in-depth Review) λόγω του κινδύνου ύπαρξης μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η τελική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιβεβαίωσε τη μεγάλη πρόοδο που έχει επιτευχθεί κατά τα τελευταία έτη σε μία σειρά τομέων πολιτικής μέσω της πραγματοποίησης σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής. Ταυτόχρονα, διαπίστωσε την ύπαρξη υπερβολικών ανισορροπιών (excessive imbalances) σε τομείς στους οποίους η έκταση της κρίσης και της ύφεσης των προηγούμενων ετών στην πραγματική οικονομία έχει αφήσει ισχυρά κατάλοιπα.

Οι γενεσιουργές αιτίες

Οι ανισορροπίες αυτές αναφέρονται στο υψηλό επίπεδο του λόγου του δημοσίου χρέους πρoς το ΑΕΠ, στην αρνητική καθαρή επενδυτική θέση της χώρας, στο ύψος του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), στο υψηλό ποσοστό ανεργίας, καθώς και στους χαμηλούς ρυθμούς δυνητικής μεγέθυνσης και παραγωγικότητας. Αν και οι γενεσιουργές αιτίες των περισσότερων εκ των ανισορροπιών αυτών έχουν πλέον αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, η αντιμετώπιση των συσσωρευμένων ανισορροπιών που το πρόσφατο παρελθόν έχει κληροδοτήσει απαιτούν συνέχιση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας με έμφαση σε μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τη δυνητική μεγέθυνση και τον διατηρήσιμο και συμπεριληπτικό χαρακτήρα της ανάπτυξης σύμφωνα και με τις προτεραιότητες της Ετήσιας Επισκόπησης για την Ανάπτυξη 2019.

Από κει και πέρα, στο κείμενο γίνεται αναφορά στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε διάφορους τομείς. Αναλυτικότερα, στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής, η πρόοδος είναι εμφανής τόσο σε επίπεδο επιδόσεων όσο και σε όρους του πλαισίου δημοσιονομικής διαχείρισης. Όσον αφορά στην εξέλιξη των δημοσιονομικών μεγεθών, το 2018 αποτελεί το τέταρτο συνεχόμενο έτος κατά το οποίο η Ελλάδα υπερβαίνει τον δημοσιονομικό στόχο που είχε συμφωνηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος, καθώς και το τρίτο συνεχόμενο έτος κατά το οποίο το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα υπερβαίνει το 3,5%. Η επιτυχής ολοκλήρωση της δημοσιονομικής προσαρμογής συνδυάστηκε κατά τα προηγούμενα έτη με την υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή ενός μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής, τη δημιουργία ενός πλαισίου ελέγχου και παρακολούθησης της εκτέλεσης του προϋπολογισμού σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης και τη θεσμοθέτηση αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων έχουν συμβάλλει στη δημιουργία ενός σύγχρονου και ολοκληρωμένου πλαισίου δημοσιονομικής διαχείρισης το οποίο έχει ήδη επιτύχει να θέσει υπό έλεγχο τα δημοσιονομικά μεγέθη της χώρας και διασφαλίζει την συνετή άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής στο μέλλον.

Οι προσπάθειες των τελευταίων ετών

Παραπλήσια είναι η εικόνα που αποτυπώνεται στην Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και όσον αφορά σε ζητήματα ανταγωνιστικότητας και μεταβολών του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Και στην περίπτωση αυτή, οι προσπάθειες των τελευταίων ετών οδήγησαν αφ’ ενός στη διόρθωση των εντόνων μακροοικονομικών ανισορροπιών της προ κρίσεως περιόδου και αφ’ ετέρου στην υιοθέτηση ενός πλήθους μεταρρυθμίσεων με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Ως προς το πρώτο ζήτημα, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει μειωθεί δραματικά από τη μέγιστη τιμή του 15,8% του ΑΕΠ του 2008, με τη συνολική προσαρμογή που έχει επιτευχθεί να είναι σχεδόν ισόποση της δημοσιονομικής προσαρμογής. Στο πλαίσιο αυτό, η διατήρηση και ενίσχυση της αυξητικής τάσης των εξαγωγών που σημειώνεται τα τελευταία έτη αποτελεί βασική προτεραιότητα των ελληνικών αρχών. Στρατηγικός στόχος είναι οι εξαγωγές να προσεγγίσουν το 50% του ΑΕΠ το 2025. Ως προς το διαρθρωτικό σκέλος, η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναγνωρίζει τις εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τόσο στις αγορές προϊόντων και εργασίας όσο και σε όρους βελτίωσης του επιχειρηματικού και επενδυτικού περιβάλλοντος και μείωσης του διοικητικού βάρους που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα.

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας

Ουσιαστική βελτίωση έχει επέλθει και όσον αφορά στην κατάσταση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο οποίος επλήγη σημαντικά κατά τα προηγούμενα έτη από την παρατεταμένη οικονομική κρίση. Συγκεκριμένα, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζών βρίσκονται σε υγιή επίπεδα (15,8% κατά μέσο όρο στο δεύτερο τρίμηνο του 2018) τα οποία υπερβαίνουν τα όρια των κεφαλαιακών απαιτήσεων, η παροχή ρευστότητας από τον Έκτακτο Μηχανισμό Ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance) έχει σχεδόν μηδενιστεί, ενώ και η εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από την παροχή ρευστότητας από το Ευρωσύστημα έχει περιοριστεί σημαντικά. Ταυτόχρονα, η μείωση του αποθέματος των NPEs έχει καταστεί κεντρικός στόχος και προς την κατεύθυνση αυτή έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σημαντικές μεταρρυθμίσεις που σχετίζονται με τη δημιουργία ενός εξωδικαστικού μηχανισμού διακανονισμών, τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και το νομικό πλαίσιο περί αφερεγγυότητας επιχειρήσεων αλλά και φυσικών προσώπων.

Οι ανισορροπίες και οι προκλήσεις

Δεδομένων των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι οι σημαντικότερες ανισορροπίες που εντοπίζονται επί του παρόντος στην ελληνική οικονομία αποτελούν κληροδότημα της κρίσης και σχετίζονται με τη συσσώρευση των αρνητικών συνεπειών της οικονομικής ύφεσης σε μία σειρά από μακροοικονομικές μεταβλητές. Επιπλέον, οι ανισορροπίες αυτές εντοπίζονται σε τομείς πολιτικής οι οποίοι χαρακτηρίζονται εν τούτοις από την υλοποίηση σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων κατά τα προηγούμενα έτη. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν έχουν μεν οδηγήσει σε πλήρη αναίρεση του συνόλου των συσσωρευμένων επιπτώσεων της κρίσης – κάτι που σε κάποιες από τις παραπάνω περιπτώσεις θα ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον– έχουν όμως βελτιώσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα και τη λειτουργικότητα του θεσμικού και επιχειρησιακού πλαισίου που διέπει τους συγκεκριμένους τομείς πολιτικής σε βαθμό που να αντιμετωπίζονται πλέον τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν στην κρίση και να διασφαλίζεται η θωράκιση της ελληνικής οικονομίας έναντι πιθανών δυσμενών μελλοντικών εξελίξεων.

Το δημόσιο χρέος

Η ανωτέρω περιγραφή ισχύει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό για το σύνολο των ανισορροπιών που εντοπίστηκαν στην Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα. Όσον αφορά στο δημόσιο χρέος της χώρας, η αύξηση του οποίου αποτυπώνει κυρίως τη δραματική μείωση του ΑΕΠ κατά τη διάρκεια της κρίσης, η τάση αποκλιμάκωσής του κατά τα επόμενα έτη αποτυπώνεται τόσο στις προβλέψεις των ελληνικών αρχών, οι οποίες αναλύονται περαιτέρω στο Πρόγραμμα Σταθερότητας, όσο και στην ανάλυση βιωσιμότητας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ μέσω της απόφασης του Eurogroup του Ιουνίου 2018 έχει διασφαλιστεί η βιωσιμότητά του δια του περιορισμού των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας σε επίπεδα χαμηλότερα του 15% του ΑΕΠ σε μεσοπρόθεσμο και 20% του ΑΕΠ σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Όσον αφορά στις ανισορροπίες στην αγορά εργασίας, η αποκλιμάκωση του ιδιαίτερα υψηλού ποσοστού ανεργίας έχει ήδη προχωρήσει σε σημαντικό βαθμό, καθώς το ποσοστό αυτό εκτιμάται ότι το 2018 έχει ήδη μειωθεί κατά περίπου οκτώ ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τη μέγιστη τιμή του 27,5% που καταγράφηκε το 2013, ενώ η αποκλιμάκωση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί ως αποτέλεσμα των θετικών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης και της αύξησης των ιδιωτικών επενδύσεων. Επιπλέον, η ιδιαίτερα αρνητική καθαρή επενδυτική θέση της χώρας αποτελεί το σωρευτικό αποτέλεσμα χρόνιων ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με αποτέλεσμα ο εν λόγω δείκτης να βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής στο ισοζύγιο αυτό έχει ήδη ολοκληρωθεί. Και στην περίπτωση αυτή, αν και οι ροές δείχνουν μία σαφή τάση βελτίωσης και υπέρβασης των προβλημάτων του παρελθόντος, τα αποθέματα μεταβάλλονται με σαφώς χαμηλότερη ταχύτητα και η διόρθωσή τους θα είναι κατ’ ανάγκην σταδιακή. Τα παραπάνω προφανώς δεν συνεπάγονται ότι η διόρθωση των ανισορροπιών θα είναι μία αυτόματη διαδικασία ή ότι απαιτείται μόνο η πάροδος ικανού χρονικού διαστήματος. Αντιθέτως, η διόρθωση αυτή αποτελεί σημαντική πρόκληση και θα απαιτήσει διαρθρωτικού τύπου μεταβολές.

Οι επισημάνσεις του ΙΟΒΕ

Στο πλαίσιο όσων αναφέρει η κυβέρνηση στο Εθνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων έχουν σημασία και οι επισημάνσεις του ΙΟΒΕ στην πρόσφατη έκθεση που δημοσίευσε. Ειδικότερα, η ελληνική οικονομία εξέρχεται από τη σχεδόν δεκαετή ύφεση, μέσα από την ολοκλήρωση τριών προγραμμάτων και έχοντας διορθώσει σε μεγάλο βαθμό τις ανισορροπίες στα δίδυμα ελλείμματα, το δημοσιονομικό και του ισοζυγίου πληρωμών. Επίσης, ασφαλώς έχει επέλθει βελτίωση σε επιμέρους τομείς. Συνολικά, όμως αυτή βρίσκεται σε μια ευάλωτη ισορροπία και με ασθενή αναπτυξιακή δυναμική, κυρίως γιατί η προσαρμογή έγινε πρωτίστως μέσω της ύφεσης και όχι στον επιθυμητό βαθμό με αλλαγές στη διάρθρωση της οικονομίας. Η ελληνική οικονομία περισσότερο μίκρυνε πάρα βελτιώθηκε δομικά.Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε στάδιο ανάκαμψης μετά την πολυετή ύφεση. Ο ρυθμός πραγματικής μεγέθυνσης για το τρέχον έτος αναμένεται στην περιοχή του 2%, παρόμοιος δηλαδή και με του προηγούμενου έτους. Οι εξαγωγές καταγράφουν ισχυρή δυναμική, η οποία, ενώ εν μέρει εξαρτάται από τη διεθνή συγκυρία που εξακολουθεί να είναι ευνοϊκή, ασφαλώς εκφράζει και τη στροφή κλάδων και επιχειρήσεων προς τις εξαγωγές, που συντελέστηκε σταδιακά κατά την τελευταία δεκαετία. Δημοσιονομικά υπάρχει εξισορρόπηση, δεδομένων βέβαια των περιορισμών και υποχρεώσεων της οικονομίας. Στις τιμές καταγράφεται σταθερότητα. Αν και με καθυστέρηση και με αργούς ρυθμούς, γίνονται βήματα για την ανάκτηση της πρόσβασης της χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της χρηματοδότησης της, εξέλιξη που θα διευκολύνει και τη μεσοπρόθεσμη πορεία του τραπεζικού συστήματος στη χώρα.Παράλληλα όμως με τα παραπάνω αναφερόμενα θετικά χαρακτηριστικά της τρέχουσας συγκυρίας, υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι για προβληματισμό και εγρήγορση. Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται το ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο επενδύσεων, το οποίο δεν είναι σαφές πόσο γρήγορα θα μπορούσε να ανέβει στο ύψος που απαιτείται ώστε να στηριχθούν συστηματικά υψηλοί ρυθμοί μεγέθυνσης μεσοπρόθεσμα. Άλλωστε το μερίδιο των εταιρικών επενδύσεων ήταν χαμηλό στην ελληνική οικονομία ακόμη και πριν την κρίση, με την κατοικία και τις λοιπές κατασκευές να εκφράζουν ένα ιδιαίτερα μεγάλο τμήμα των επενδύσεων.

Προβληματισμός

 Παρά το ότι η ενίσχυση της αγοράς ακινήτων και των κατασκευών είναι απαραίτητο μέρος της επόμενης αναπτυξιακής πορείας της χώρας, σίγουρα δεν θα μπορούν να έχουν το ίδιο ποσοστό συμμετοχής όπως πριν από την κρίση, άρα η ενίσχυση τω επενδύσεων είναι σύμφυτη και με την περαιτέρω στροφή της παραγωγικού υποδείγματος της χώρας προς τις εξαγωγές και την καινοτομία. Προβληματισμό πρέπει επίσης να προκαλεί και το επίπεδο και η δυναμική της ανεργίας, για την οποία υπάρχει κίνδυνος σταθεροποίησης σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα μεσοπρόθεσμα με έντονα αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές επιδράσεις. Ταυτόχρονα, στην ελληνική οικονομία υπάρχουν διαχρονικά ιδιαίτερα χαμηλά συμμετοχής στο δυναμικό εργασίας που αν δεν ανέλθουν σταδιακά, θα υπονομεύουν τους ρυθμούς μεγέθυνσης.