Στο 4,4% του ΑΕΠ το πρωτογενές πλεόνασμα το 2018

Στο 4,4% του ΑΕΠ διαμορφώθηκε το πρωτογενές πλεόνασμα του 2018, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε σήμερα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και τα οποία υποβλήθηκαν στη Eurostat.

Με βάση τον ορισμό της μεταμνημονιακής εποπτείας, το περυσινό πρωτογενές πλεόνασμα υπολογίζεται ότι ανήλθε στο 4,29% του ΑΕΠ, έναντι στόχου 3,5% του ΑΕΠ, όπως ανέφεραν πηγές του υπουργείου Οικονομικών. Η υπέρβαση κατά 0,79% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 1,46 δισ. ευρώ, σημειώθηκε παρότι στο τέλος του έτους διατέθηκαν πάνω από 2 δισ. ευρώ για «κοινωνικό μέρισμα» και αναδρομικά ειδικών μισθολογίων.

Σε απόλυτους αριθμούς, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στα 8,149 δισ. ευρώ, έναντι πρωτογενούς πλεονάσματος 6,946 δισ. ευρώ (3,9% του ΑΕΠ) το 2017 και 6,430 δισ. ευρώ (3,6% του ΑΕΠ) το 2016. Το 2015 είχε κλείσει με πρωτογενές έλλειμμα 3,758 δισ. ευρώ ή 2,1% του ΑΕΠ.

Η ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνει την υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου για 4η συνεχή χρονιά και την επίτευξη υπερπλεονάσματος για 3η συνεχή χρονιά –ενός υπερπλεονάσματος που ξεπερνά ακόμα και τις προσδοκίες της κυβέρνησης (το υπουργείο Οικονομικών είχε κάνει λόγο στο οικονομικό δελτίο του στις 5 Απριλίου για πρωτογενές πλεόνασμα τουλάχιστον 3,9% του ΑΕΠ, σε όρους μεταμνημονιακής εποπτείας), αλλά οφείλεται στην υπερβολική λιτότητα που επέβαλε.

Διευκρινίζεται ότι η Στατιστική Αρχή υπολογίζει το πρωτογενές πλεόνασμα με βάση το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών (ESA 2010) και ο τρόπος υπολογισμού είναι διαφορετικός από εκείνον που εφαρμόζουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί στο πλαίσιο της ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας. Όπως σημειώνει η ΕΛΣΤΑΤ, «κατά τη μέτρηση του πρωτογενούς ισοζυγίου στο πλαίσιο του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής, μια σειρά από δαπάνες και έσοδα αντιμετωπίζονται διαφορετικά από ό,τι αντιμετωπίζονται κατά την κατάρτιση των δημοσιονομικών στοιχείων για τους σκοπούς της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος (ΔΥΕ).

Πιο συγκεκριμένα τα στοιχεία που αντιμετωπίζονται διαφορετικά στο πλαίσιο του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής περιλαμβάνουν τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων, συναλλαγές για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και τα έσοδα από μεταφορές ποσών που συνδέονται με εισοδήματα των εθνικών κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης, τα οποία προέρχονται από την κατοχή Ελληνικών κρατικών ομολόγων στα επενδυτικά τους χαρτοφυλάκια».

pinak1.PNG

Στη σημερινή, 1η κοινοποίηση δημοσιονομικών στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για την περίοδο 2015-2018, αποτυπώνονται επίσης για το 2018 τα εξής:

– Πλεόνασμα Γενικής Κυβέρνησης που έφθασε τα 1,991 δισ. ευρώ (1,1% του ΑΕΠ), σύμφωνα με το ESA 2010, έναντι πλεονάσματος 1,317 δισ. ευρώ ή 0,7% του ΑΕΠ το 2017, πλεονάσματος 858 εκατ. ευρώ ή 0,5% του ΑΕΠ το 2016 και ελλείμματος 9,953 δισ. ευρώ ή 5,6% του ΑΕΠ το 2015.

– Αύξηση του ακαθάριστου ενοποιημένου χρέους της Γενικής Κυβέρνησης σε ονομαστικές τιμές στο τέλος του 2018 κατά 17,088 δισ. ευρώ, σε σύγκριση με το 2017, καθώς εκταμιεύθηκαν οι τελευταίες δανειακές δόσεις του 3ου Μνημονίου, συμπεριλαμβανομένων των 15 δισ. ευρώ που μπήκαν στο «μαξιλάρι» διαθεσίμων. Το χρέος εκτιμάται στα 334,573 δισ. ευρώ (181,1% του ΑΕΠ) στο τέλος της περυσινής χρονιάς από 317,485 δισ. ευρώ (176,2% του ΑΕΠ) στο τέλος του 2017. Το 2016 είχε κλείσει με χρέος 315,010 δισ. ευρώ (178,5% του ΑΕΠ) και το 2015 με χρέος 311,729 δισ. ευρώ (175,9% του ΑΕΠ).

– Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) ανήλθε πέρυσι στα 184,714 δισ. ευρώ από 180,218 δισ. ευρώ το 2017. Το 2016 είχε διαμορφωθεί στα 176,488 δισ. ευρώ και το 2015 στα 177,258 δισ. ευρώ.

– Τόσο οι δαπάνες όσο και τα έσοδα της Γενικής Κυβέρνησης παρουσιάζουν αύξηση σε σχέση με το 2017 σε απόλυτα νούμερα, αλλά είναι ελαφρώς μειωμένες ως ποσοστά του ΑΕΠ. Ειδικότερα, οι δαπάνες ανήλθαν στα 86,343 δισ. ευρώ ή 46,74% του ΑΕΠ από 85,311 δισ. ευρώ ή 47,34% του ΑΕΠ το 2017, ενώ τα έσοδα έφθασαν τα 88,334 δισ. ευρώ ή 47,82% του ΑΕΠ έναντι 86,628 δισ. ευρώ ή 48,07% του ΑΕΠ το 2017. Το 2016 οι δαπάνες είχαν φθάσει τα 86,313 δισ. ευρώ (48,91% του ΑΕΠ) και τα έσοδα τα 87,171 δισ. ευρώ (49,39% του ΑΕΠ), ενώ το 2015 οι δαπάνες είχαν εκτιναχθεί στα 94,787 δισ. ευρώ (53,47% του ΑΕΠ) και τα έσοδα είχαν περιοριστεί στα 84,834 δισ. ευρώ (47,86% του ΑΕΠ).

Η ΕΛΣΤΑΤ προχώρησε σε οριακή καθοδική αναθεώρηση του πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης για το 2017 από 0,8% του ΑΕΠ, όπως είχε εκτιμήσει τον περασμένο Οκτώβριο, σε 0,7% του ΑΕΠ. Οριακά υψηλότερο σε σχέση με την εκτίμηση του Οκτωβρίου εμφανίζεται στη σημερινή ανακοίνωση το χρέος του 2017: υπολογίζεται στο 176,2%, έναντι εκτίμησης για 176,1% τον Οκτώβριο.

Η ανακοίνωση της Στατιστικής Αρχής παρουσιάζει ακόμα την επίπτωση που είχε στο ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης η υποστήριξη των τραπεζών από όλες τις παρεμβάσεις του κράτους στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Για το 2018 η επίπτωση ήταν αρνητική κατά 97 εκατ. ευρώ ή 0,05% του ΑΕΠ και ήταν μικρότερη κατά 9 εκατ. ευρώ συγκριτικά με το 2017 (αρνητική επίπτωση 106 εκατ. ευρώ ή 0,1% του ΑΕΠ).

Όπως σημειώνεται στη σημερινή ανακοίνωση, η ΕΛΣΤΑΤ «έχει προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, έτσι ώστε τα δημοσιονομικά στοιχεία που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο της πρώτης κοινοποίησης Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος (ΔΥΕ) του 2019 και αναφέρονται στο παρόν Δελτίο Τύπου να είναι σε πλήρη συμφωνία με τους κανόνες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών – ESA 2010. Από την προηγούμενη κοινοποίηση ΔΥΕ (Οκτώβριος 2018) υπήρξε συνεχής επικοινωνία και στενή συνεργασία μεταξύ της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ, σε συνέπεια με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 479/2009, όπως τροποποιηθείς ισχύει. Η τεχνική βοήθεια της Eurostat έχει ζητηθεί ρητά σε όλους τους κρίσιμους τομείς της κατάρτισης των στοιχείων της ΔΥΕ. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της περιόδου από την τελευταία κοινοποίηση ΔΥΕ, η ΕΛΣΤΑΤ έχει λάβει συμβουλές από εξωτερικό τεχνικό εμπειρογνώμονα σε τακτική βάση».