Οι τρεις εντολές για ανάκαμψη των επενδύσεων στην Ελλάδα

«Επενδύστε και δώστε έμφαση στην καινοτομία». Αυτό είναι το έμμεσο αλλά σαφές μήνυμα της PwC προς τις επιχειρήσεις στα περιεχόμενα ανάλυσης για τα 10 χρόνια κρίσης, κατά τα οποία, όλοι γνωρίζουμε ότι η οικονομία συρρικνώθηκε, αλλά δυστυχώς διαπιστώνουμε ότι δεν μεταρρυθμίστηκε. «Η κρίση τελείωσε, αλλά η εταιρική οικονομία δεν είναι έτοιμη ούτε πρόθυμη να αναπτυχθεί», επισημαίνει η PwC στη σχετική ανάλυση, όπου αποτυπώνεται το τεράστιο χάσμα μεταξύ δυνατοτήτων χρηματοδότησης και επενδύσεων.

Η ανάλυση της PwC λαμβάνει υπόψη την περίοδο 2009-2016, εξετάζοντας 2.900 εταιρείες με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 10 εκατ. ευρώ, για τις οποίες αποφαίνεται ότι πλέον είναι ικανές να επενδύσουν. Κι αυτό διότι όπως διαπιστώνεται, η χρηματοδοτική τους δυνατότητα πλέον ξεπερνάει κατά πολύ τις επενδύσεις.

Είναι γνωστό ότι οι επενδύσεις κατέρρευσαν, καθώς δεν υπήρχε ανάγκη για επιπλέον παραγωγική δυναμικότητα, αλλά ούτε και κάποια προσπάθεια για άνοιγμα σε νέες αγορές, με νέα προϊόντα και υπηρεσίες, ωστόσο, τα μεγέθη του 2016 καταγράφουν μια τεράστια απόκλιση μεταξύ χρηματοδοτικών δυνατοτήτων και επενδύσεων.

Βάσει της ανάλυσης, η συνολική δυνατότητα χρηματοδότησης των εξεταζόμενων επιχειρήσεων (περιλαμβάνει τα ταμειακά διαθέσιμα και τη δυνατότητα δανεισμού) το 2016 ξεπερνούσε τα 40 δισ. ευρώ, δηλαδή βρισκόταν σε επίπεδα υψηλότερα και από το 2009. Παρότι, όμως, από το 2011 η συνολική δυνατότητα χρηματοδότησης των επενδύσεων αυξάνεται κατακόρυφα (σ.σ. ήταν χαμηλότερη από 5 δισ. ευρώ το συγκεκριμένο έτος και η χαμηλότερη όλων των χρόνων της κρίσης), οι επενδύσεις ακολουθούν αντίθετη πορεία και από τα 5 περίπου δισ. ευρώ το 2009, υποχώρησαν σε σχεδόν 2 δισ. ευρώ το 2016.

Διαχρονικά, σχεδόν πάντα στα ίδια επίπεδα και κάτω του ενός δισ. ευρώ παρέμειναν οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α) μεταξύ 2009 και 2016, αν και το 2016 καταγράφεται μικρή αύξηση, με την PwC να παρατηρεί ότι «η Ε&Α παρέμεινε δραματικά αδύναμη καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης και δεν έχουν υπάρξει μεγάλες εξελίξεις σε νέα προϊόντα και υπηρεσίες». Και αυτό παρά το γεγονός ότι η μεταποίηση βγήκε αλώβητη -βάσει συνολικών μεγεθών- από την κρίση

Αντεξε η βιομηχανία
Στο σύνολο των εξεταζόμενων επιχειρήσεων, μεταξύ 2009 και 2016, οι απώλειες στον κύκλο εργασιών ανέρχονται στο 12%, καθώς ο τζίρος μειώθηκε από τα 148,6 δισ. ευρώ στα 130,5 δισ. ευρώ, ενώ ο λόγος της προστιθέμενης αξίας μειώθηκε κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες και συγκεκριμένα από τις 85 στις 78 μονάδες.

Μεγάλος χαμένος αποδεικνύεται ο κλάδος του εμπορίου, ο τζίρος του οποίου υποχώρησε από τα 64,2 δισ. ευρώ το 2019 στα 50,7 δισ. ευρώ το 2016. Αντίθετα, κερδισμένη βγήκε από την κρίση η βιομηχανία, η οποία αύξησε τον κύκλο εργασιών της από τα 41,2 δισ. ευρώ στα 43,9 δισ. ευρώ. Πάντως ο τομέας της μεταποίησης κατέγραψε ρεκόρ εν μέσω βαθιάς κρίσης και συγκεκριμένα το 2013, όπου ο συνολικός της κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε στα 48,7 δισ. ευρώ.

Αργοί οι ρυθμοί ανάπτυξης
Σύμφωνα με την PwC, την εξεταζόμενη περίοδο, η μέση ανταγωνιστικότητα βελτιώθηκε καθώς οι επιχειρήσεις έβγαιναν από την κρίση, αλλά όχι τόσο ώστε να ανέβει η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας στο επόμενο επίπεδο ενώ διαπιστώνει ότι υπάρχουν κλάδοι στους οποίους οι επιχειρήσεις είναι πιο πιθανό να επιδιώξουν στρατηγικές ανάπτυξης, όμως το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας θα αναπτυχθεί αργά.

Θεωρεί μάλιστα ότι παρά τη διάβρωση της προστιθέμενης αξίας, τη διαστρέβλωση της χρηματοδότησης και τον αθέμιτο ανταγωνισμό, υπάρχουν ακόμα 2.100 «επενδύσιμες εταιρείες» (από τις 2.900) που εξετάζονται, με συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών 115 δισ. ευρώ, οι οποίες έχουν τις δικές τους επιχειρηματικές στρατηγικές.

Ποιες σηκώνουν επενδύσεις
Από την ανάλυση προκύπτει ότι περίπου το 21% των επιχειρήσεων, κυρίως οι μικρότερες (Τουρισμός, Logistics, Υγεία, Ελαφριά Βιομηχανία), μπορούν να συνεχίσουν να περικόπτουν τα κόστη τους, να βελτιώνουν τις διαδικασίες και τις λειτουργίες τους, με πολύ μικρή επένδυση.

Επίσης, ένα 26% των εταιρειών, οι μεγαλύτερες, μπορούν να εστιάσουν στην αύξηση του μεριδίου αγοράς στις αγορές που ήδη λειτουργούν ή να μπουν σε καινούργιες αγορές (Ενεργεία, Υπηρεσίες Κοινής Ωφελείας, Τηλεπικοινωνίες, Τρόφιμα και Ποτά, Βαριά Βιομηχανία) με μία μεγάλη επένδυση.

Περίπου το 13% των επιχειρήσεων, οι σχετικά μεγάλες, μπορούν να αναπτυχθούν με την απόκτηση πιο αδύναμων ανταγωνιστών, αλλά και αναμορφώνοντας τον εαυτό τους, εξαρτώμενες από την εξωτερική χρηματοδότηση (Φαρμακευτικά, Μεταφορές, Εμπόριο Καυσίμων, Ψυχαγωγία), όμως αυτό οδηγεί σε μικρές επενδύσεις.

Το περίπου 39% των εταιρειών, συνήθως μεσαίου μεγέθους (Εμπόριο, Κατασκευές, Επενδυτικές Εταιρείες, Επαγγελματικές Υπηρεσίες), αργούν να ανταποκριθούν, ιδιαίτερα όσες δεν έχουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση, χωρίς σημαντικές επενδύσεις ενόψει.

Οι κατευθύνσεις για την επάνοδο
Πάντως κατά την PwC, τρεις είναι οι γενικές πολιτικές που πρέπει να εφαρμοστούν ταυτόχρονα, με στόχο να καθιερώσουν συνθήκες οι οποίες είναι ευνοϊκές για τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και τις επενδύσεις και για την κινητοποίηση των πόρων της οικονομίας.

Πρώτον, το εταιρικό τοπίο πρέπει να εκκαθαριστεί από εταιρείες-ζόμπι με γρήγορο ρυθμό. Οι διαδικασίες πλήρους ρευστοποίησης είναι σημαντικές για τη μεταφορά ζήτησης στις υπόλοιπες εταιρείες, για την απελευθέρωση περιουσιακών στοιχείων στην παραγωγική οικονομία, ενώ βελτιώνουν την εμπορική ρευστότητα. Ταυτόχρονα, το τραπεζικό σύστημα πρέπει να εκκαθαριστεί από τα NPLs, τα οποία απορροφούν κεφάλαια, έτσι ώστε να επιταχυνθεί ο δανεισμός στην οικονομία.

Δεύτερον, πρέπει να στηθεί μία καλά οργανωμένη προσπάθεια ανάπτυξης εμπιστοσύνης, με ένα ξεκάθαρο σχέδιο για το μέλλον. Αυτό θα βοηθήσει στη μείωση του κρατικού πιστωτικού κινδύνου και θα προσελκύσει διεθνείς στρατηγικούς επενδυτές να επενδύσουν στις ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες όχι μόνο επιβίωσαν από τη χειρότερη κρίση αλλά αύξησαν την ανταγωνιστικότητά τους.

Τρίτον, ως αποτέλεσμα των επενδύσεων, η οικονομία θα ξαναβρεί την ισορροπία προς υπηρεσίες και προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας και θα επεκταθεί σε καινούργιες αγορές. Κλαδικές δημόσιες πολιτικές με συνοχή, που προωθούν την ανάπτυξη, τη χρηματοδότηση στα τελευταία στάδια της Έρευνας και Ανάπτυξης, την ομαδοποίηση της ζήτησης και την ομαδοποίηση της προσφοράς, είναι απαραίτητες για να διευκολύνουν αυτή τη μετατόπιση.