Ξέφυγε η ελληνική οικονομία από τη «ζώνη κινδύνου»;

Αναμφίβολα τις τελευταίες μέρες είχαμε μια σειρά θετικών εξελίξεων, που αφορούν στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Από τη μία είχαμε την αναβάθμιση από τον οίκο αξιολόγησης Moody’s κατά δύο βαθμίδες, σε Β1 από Β3. Στη συνέχεια είχαμε την επιτυχή έκδοση από τον ΟΔΔΗΧ 10ετούς ομολόγου, κάτι που είχε να γίνει από τον Μάρτιο του 2010. Αλλά γενικότερα φαίνεται ότι οι τάσεις της ελληνικής οικονομίας παραμένουν θετικές.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Αναλυτικότερα, έχει παγιωθεί η τάση εξισορρόπησης, τόσο του δημοσιονομικού όσο και του εμπορικού ισοζυγίου, και συνεχίζεται η ανάκαμψη, με ρυθμό μεγέθυνσης στην περιοχή του 2%. Την ίδια στιγμή η ανεργία συνεχίζει την αποκλιμάκωσή της, ενώ φαίνεται ότι αποκαθίσταται σταδιακά η εμπιστοσύνη στην οικονομία, αν και με ιδιαίτερα αργούς ρυθμούς, είναι αλήθεια. Όπως είναι φυσικό, τις εξελίξεις αυτές σπεύδει να εκμεταλλευτεί προεκλογικά η κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για «επιτεύγματα» της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά. Ναι, η οικονομία βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης. Αλλά χρειάζεται προσοχή, γιατί πολύ εύκολα μπορεί να υπάρξει «στραβοπάτημα».

Η αναβάθμιση από τη Moody’s

Κατ’ αρχάς, ας δούμε για ποιους λόγους ο οίκος αξιολόγησης Moody’s προχώρησε στην αναβάθμιση. Πρώτον, το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων δείχνει εδραιωμένο και οι ήδη υλοποιημένες μεταρρυθμίσεις έχουν αρχίσει να αποδίδουν. Η ενίσχυση της οικονομίας σε συνδυασμό με την επιτήρηση από τους δανειστές θα μειώσει περαιτέρω το ρίσκο ανατροπής των μεταρρυθμίσεων. Δεύτερον, υπάρχει ιστορικό δημοσιονομικής υπεραπόδοσης, κάτι που αναμένεται να συνεχιστεί καθώς το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής βελτίωσης οφείλεται σε δομικά μέτρα. Και τρίτον, έχει βελτιωθεί σημαντικά η βιωσιμότητα του χρέους από το πακέτο ελάφρυνσης του περασμένου Ιουνίου. Παράλληλα, έχει αποκατασταθεί η χρηματοδότηση από τις αγορές, με στήριξη από το «μαξιλάρι» ρευστότητας και τη βοήθεια των δανειστών.

Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές

Την ίδια ώρα, όμως, η Moody’s προειδοποιεί ότι οι πιστωτικές μετρήσεις είναι πιθανό να παραμείνουν ισοδύναμες με μια βαθμολογία της κατηγορίας «Β» τα επόμενα χρόνια αν δεν υπάρξουν σημαντικές, μη προβλεπόμενες, περαιτέρω βελτιώσεις στην θεσμική ισχύ της χώρας και στην οικονομική απόδοση. Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για την ανάπτυξη θα παραμείνουν χαμηλές εκτός αν επιταχυνθούν σημαντικά οι επενδύσεις. Όμως υψηλότερες επενδύσεις απαιτούν περαιτέρω μεταρρυθμίσεις για να βελτιωθεί το επιχειρηματικό κλίμα και να εξασφαλιστούν τα δικαιώματα περιουσίας, καθώς και μια κίνηση προς ένα φιλικότερο προς την ανάπτυξη φορολογικό καθεστώς, ενώ ταυτόχρονα διατηρείται συνεπής δημοσιονομική πολιτική.

Επιπλέον, ενώ οι νέες προτάσεις για την εκκαθάριση των τραπεζικών ισολογισμών από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι «υποσχόμενες», χρειάζεται να υπάρξουν περισσότερες λεπτομέρειες πριν μπορέσουν να εφαρμοστούν. Περισσότερα μέτρα χρειάζονται για να εξυγιανθούν οι ισολογισμοί και να προωθηθεί ο δανεισμός στην πραγματική οικονομία. Τέλος, η Ελλάδα κατάφερε να νομοθετήσει πολλές σημαντικές μεταρρυθμίσεις τα τελευταία τρία χρόνια, ωστόσο αυτές που εστιάζουν σε θεσμικές αλλαγές και σε αλλαγές νοοτροπίας και συμπεριφοράς θα απαιτήσουν κάποιο χρόνο για να ενσωματωθούν και να έχουν αντανάκλαση, όπως για παράδειγμα πιο αποτελεσματική και επαγγελματική δημόσια διοίκηση, σταθερή φορολογική συμμόρφωση. Η Moody’s επισημαίνει, δε, ότι στην περίπτωση που προκύψουν νέες εντάσεις με τους εταίρους στην Ευρωζώνη αυτό θα αξιολογηθεί αρνητικά, καθώς θα θέσει εν αμφιβόλω την περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους μετά το 2032.

Η ουσία της εξόδου στις αγορές

Όπως βλέπουμε, λοιπόν, παρά την αναβάθμιση η Moody’s εντοπίζει μία σειρά προκλήσεων και προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν προκειμένου οι θετικές εξελίξεις στην οικονομία να έχουν συνέχεια. Πάντως, η αναβάθμιση άνοιξε τον δρόμο για την έκδοση του 10ετούς ομολόγου, αφού ο ΟΔΔΗΧ ορθά εκμεταλλεύτηκε τη βελτίωση του κλίματος στην αγορά ομολόγων. Το αποτέλεσμα είναι με την έκδοση και του δεκαετούς ομολόγου το Ελληνικό Δημόσιο να έχει αντλήσει από την αρχή του έτους 5 δισ. ευρώ από τις αγορές.

Τα κεφάλαια αυτά αντιστοιχούν στο 71,4% του στόχου των 7 δισ. ευρώ του δανειακού προγράμματος του ΟΔΔΗΧ, τα οποία πρέπει να αντληθούν από τις αγορές. Σε κάθε περίπτωση, ο ΟΔΔΗΧ άντλησε 2,5 δισ. ευρώ από την πώληση, η οποία συγκέντρωσε προσφορές ύψους 11,8 δισ. ευρώ. Η απόδοση διαμορφώθηκε στο 3,90%, λίγο υψηλότερα σε σχέση με τις αποδόσεις στη δευτερογενή αγορά και χαμηλότερα σε σχέση με την αρχική καθοδήγηση για απόδοση 4,125%. Το κουπόνι διαμορφώθηκε στο 3,875%. Και σύμφωνα με σειρά αναλύσεων που δημοσιεύτηκαν και στα εγχώρια και στα ξένα ΜΜΕ, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σημαντικό, καθώς οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων θεωρούνται σημείο αναφοράς για την πιστοληπτική ικανότητα μιας χώρας. Έτσι, ένας επιτυχής προσδιορισμός τους θα αποτελέσει ορόσημο για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση.

Επιπλέον, η εξέλιξη αυτή θεωρείται ένδειξη ότι η χώρα μας μπορεί να χρηματοδοτείται πλέον στηριζόμενη σε δικές της δυνάμεις μετά την ολοκλήρωση των προγραμμάτων βοήθειας. Εντούτοις, παρά τη διπλή αναβάθμιση του αξιόχρεου της χώρας πρόσφατα από τη Moody’s η Ελλάδα, όπως φαίνεται από το επιτόκιο του ομολόγου, βρίσκεται ακόμη σε χειρότερη θέση από άλλες χώρες της Ευρωζώνης που πέρασαν επίσης κρίση, όπως η Κύπρος (1,9%), η Πορτογαλία (1,5%), η Ισπανία (1,2%) και η Ιρλανδία (0,8%). Συν τοις άλλοις, το κρίσιμο ζήτημα είναι πως η έξοδος στις διεθνείς αγορές ομολόγων θα μετουσιωθεί σε βελτίωση των χρηματοδοτικών συνθηκών στην εσωτερική αγορά.

Όπως επισημαίνουν φορείς της αγοράς, η έκδοση δεκαετούς ομολόγου από την Ελληνική Δημοκρατία μετά από εννέα χρόνια, η αυξημένη ζήτηση και το τελικό επιτόκιο, που έκλεισε χαμηλότερα του 4%, δείχνουν ότι η χώρα μας έχει μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να εκμεταλλευθεί το momentum και να προχωρήσει με αποφασιστικότητα στις αλλαγές που απαιτούνται στην οικονομία για τη διευκόλυνση των επενδύσεων και του επιχειρείν. Δεδομένου του cash buffer που διαθέτει η χώρα, η συγκεκριμένη έκδοση αφορούσε κυρίως στο να στείλει η χώρα ένα σήμα ότι έχει πρόσβαση στην αγορά, παρά στην κάλυψη άμεσων χρηματοδοτικών αναγκών, μετά και την αναβάθμιση κατά δύο βαθμίδες του αξιόχρεου από τη Moody’s.

Από την άλλη, η έκδοση του 10ετούς ομολόγου δημιουργεί πλέον τις συνθήκες να ανοίξουν οι αγορές και για τις ελληνικές τράπεζες ώστε να βρουν πηγές χρηματοδότησης στο εξωτερικό και να αποκτήσουν την ικανότητα χρηματοδότησης της εγχώριας επιχειρηματικότητας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία η αγορά έχει στην κυριολεξία «στεγνώσει» και οι πωλήσεις το πρώτο δίμηνο του έτους κινήθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα για 7 στις 10 επιχειρήσεις, ενώ για 3 στις 10 κυμαίνονται στα ίδια και ελάχιστα υψηλότερα επίπεδα. Η μείωση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών σε συνδυασμό με την επαναλειτουργία του τραπεζικού συστήματος για την ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά αποτελούν τα «κλειδιά» για να μπορέσει και η ελληνική αγορά να συμβαδίζει με την άνοδο των μακροοικονομικών δεικτών της ελληνικής οικονομίας. Σε διαφορετική περίπτωση, οι πολιτικές αναγνώσεις θα αποτυπώνονται μόνο στους οικονομικούς δείκτες, στέλνοντας θετικά μηνύματα στους δανειστές αλλά δεν θα βελτιώνουν τα εισοδήματα νοικοκυριών, ούτε θα αυξάνουν τον τζίρο και τα κέρδη των επιχειρήσεων.

Η όχι και τόσο, «λαμπερή» εικόνα

Παρά λοιπόν την επιτυχημένη έξοδο στις διεθνείς αγορές, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις στο «μέτωπο» της οικονομίας. Υπάρχουν ακόμη προβλήματα που λειτουργούν ως «ανάχωμα» στην πορεία της οικονομίας προς τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, και υπάρχει κίνδυνος η ανάκαμψη που παρατηρείται να χάσει τη δυναμική της. Σύμφωνα και με σχετική ανάλυση του ΣΕΒ, οι προκλήσεις για την ελληνική οικονομία αυξάνονται, καθώς η χώρα έχει εισέλθει σε προεκλογική περίοδο. Οι εκλογικές αναμετρήσεις το 2019 κρατούν σε στάση αναμονής τους επενδυτές, γεγονός που, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, δεν ευνοεί την εισροή κεφαλαίων για πραγματοποίηση επενδύσεων.

Οι επιχειρήσεις στη βιομηχανία, στις κατασκευές και στις υπηρεσίες, που επηρεάζονται περισσότερο και από τις διεθνείς εξελίξεις, δείχνουν να τηρούν επίσης στάση αναμονής, διαμορφώνοντας μικτές τάσεις. Πιεστικά προβλήματα όπως αυτό των κόκκινων δανείων και ο κίνδυνος νέου δημοσιονομικού εκτροχιασμού λόγω κρίσιμων επικείμενων δικαστικών αποφάσεων δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Σε κάθε περίπτωση η συγκυρία απαιτεί την άμεση αντιμετώπιση προκλήσεων, όπως του ζητήματος των κόκκινων δανείων, της πλήρους άρσης των capital controls και της αντιμετώπισης των δημοσιονομικών κινδύνων που ενδεχομένως προκύψουν λόγω προεκλογικών παροχών και επικείμενων δικαστικών αποφάσεων που μπορεί να ανατρέψουν τις περικοπές συντάξεων στο παρελθόν.

Καθυστερήσεις

Επίσης, υπάρχουν ουσιαστικές καθυστερήσεις στην απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και ειδικότερα στον τομέα της πώλησης των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, που απαιτούν επίσπευση των διαδικασιών. Όχι μόνο για τη μείωση του υψηλού κόστους ενέργειας για τις επιχειρήσεις μέσω αυξανόμενου ανταγωνισμού, αλλά και λόγω υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η χώρα σε σχέση με την ελάφρυνση του χρέους μεσοπρόθεσμα. Τέλος, απαιτείται η λήψη μέτρων προκειμένου η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11% και η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού να μην έχουν επιπτώσεις στην απασχόληση. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν τη μείωση της φορολογίας της εργασίας και των εισφορών καθώς επίσης και τον εξορθολογισμό της υποχρεωτικής διαιτησίας.

Από τη δική του πλευρά το ΕΒΕΠ προειδοποιεί για τους κινδύνους που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η πραγματική οικονομία, όπως η επισφαλής ανταγωνιστικότητα, η κόπωση από τις μεταρρυθμίσεις, αλλά και οι επικείμενες εκλογές με το ενδεχόμενο να σημειωθούν καθυστερήσεις σε τομείς όπως επενδύσεις, ιδιωτικοποιήσεις και λειτουργία δημοσίων υπηρεσιών. Οι προκλήσεις, μάλιστα, για την ελληνική οικονομία συνεχώς αυξάνονται, καθώς η χώρα έχει εισέλθει σχεδόν ταυτόχρονα σε μια τριετή μεταμνημονιακή και μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο.

Σε μεγάλο μάλιστα βαθμό οι προσδοκίες της επιχειρηματικότητας σχετίζονται με τις προεκλογικές παροχές, όπως συμβαίνει κάθε φορά που γίνονται εθνικές εκλογές. Όμως, οι τριπλές εκλογικές αναμετρήσεις το 2019 κρατούν σε στάση αναμονής τους επενδυτές, γεγονός που σε συνδυασμό με την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον δεν ευνοεί την εισροή κεφαλαίων για πραγματοποίηση επενδύσεων που κυμαίνονται στο 7%, αντί του 15%, που απαιτείται. Οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία που δημιουργούν συνθήκες αβεβαιότητας συνοψίζονται στην επιβράδυνση της Ευρωζώνης, στα ληξιπρόθεσμα χρέη, στα κόκκινα δάνεια, στις δικαστικές διεκδικήσεις, στο προεκλογικό κλίμα και στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που παρά την αύξηση των εξαγωγών παρουσίασε επιδείνωση κατά 2,75 δισ. ευρώ. Πιεστικά προβλήματα είναι αυτά των «κόκκινων» δανείων, της ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών και ο κίνδυνος δημοσιονομικού εκτροχιασμού λόγω κρίσιμων επικείμενων δικαστικών αποφάσεων που ενδέχεται να δημιουργήσουν επιπλέον υποχρεώσεις περίπου 4 δισ. ευρώ.

Επιδείνωση του κλίματος

Ειδικότερα, στην Ευρωζώνη το οικονομικό κλίμα συνέχισε να επιδεινώνεται το 2019 κυρίως λόγω της περαιτέρω εξασθένησης των προσδοκιών, παρά την ελαφρά ανάκαμψη στο λιανικό εμπόριο και την καταναλωτική εμπιστοσύνη. Με βάση τις χειμερινές προβλέψεις της Ε.Ε. ο ρυθμός ανάπτυξης στην Ε.Ε. των 28 θα περιοριστεί το 2019 σε +1,5%, από +1,9% το 2018. Για το ελληνικό Α.Ε.Π. η Ε.Ε. διατήρησε αμετάβλητες τις προβλέψεις της σε +2,2% το 2019 και +2,3% το 2020, κάνοντας λόγο για δυναμική συμβολή των εξαγωγών και της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενώ οι οικονομικοί αναλυτές περίμεναν την ανάπτυξη να κινείται στα επίπεδα του 4 – 4,5%.

Παράλληλα, η συνολική δυναμική της ανάπτυξης, όπως επισημαίνει το ΙΟΒΕ, είναι ασθενής σε σχέση με αυτή άλλων οικονομιών στην Ευρώπη αλλά και με τους ρυθμούς που απαιτούνται ώστε μεσοπρόθεσμα να βρίσκεται σε βιώσιμο μονοπάτι. Για το τρέχον έτος η ανάπτυξη στηρίζεται περισσότερο στην κατανάλωση παρά στις επενδύσεις και στην καθαρή συνεισφορά του εξωτερικού ισοζυγίου. Ως αποτέλεσμα, η τρέχουσα τάση δεν είναι μεσοπρόθεσμα διατηρήσιμη. Ταυτόχρονα, η εξασθένηση της μεγέθυνσης και συνακόλουθα της ζήτησης στο ευρωπαϊκό και ευρύτερο περιβάλλον της ελληνικής οικονομίας προκαλεί πρόσθετες ανησυχίες. Πέρα από τις γενικότερες πιέσεις στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, η ανάκαμψη στις χώρες που λειτουργούν ως ανταγωνίστριες στην αγορά του τουρισμού μπορεί να οδηγήσει σε εξασθένηση της δυναμικής σε έναν τομέα της οικονομίας που είχε σημαντική θετική συμβολή στην μεγέθυνση τα τελευταία χρόνια.

Εκκρεμότητες

Τέλος, μην ξεχνάμε και την ολοκλήρωση των προαπαιτούμενων δράσεων προκειμένου να εκταμιευθούν τα κέρδη των κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων (ANFAs και SMPs). Η επιτυχής ολοκλήρωση των παραπάνω δράσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ενδεχόμενη αρνητική απόφαση δεν θα στερήσει μόνο σημαντικά ποσά από το δημόσιο ταμείο αλλά θα στείλει και ιδιαίτερα αρνητικό μήνυμα αναφορικά με την προσήλωση της χώρας στην υπεύθυνη οικονομική πολιτική. Πλέον αυτού, κάποιες από τις ενέργειες που εκκρεμούν αποτελούν κρίσιμες μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν τη λειτουργία του ελληνικού κράτους (όπως οι επιλογές των γενικών/ειδικών γραμματέων ή η στελέχωση της ΑΑΔΕ).