Καταθέσεις 10 δισ. ευρώ αναζητούν φέτος οι τράπεζες

Στην επιστροφή καταθέσεων 10 δισ. ευρώ προσδοκούν φέτος οι τράπεζες, προκειμένου η κυκλοφορία χρήματος εκτός τραπεζικού συστήματος να περιοριστεί κοντά στα επίπεδα των 15 δισ. ευρώ που κρίνονται σκόπιμα για την επαναφορά στην κανονικότητα και τη χρηματοδότηση της Οικονομίας.

Οι τραπεζίτες κάνουν λόγο για σημαντική εισροή καταθετικής ρευστότητας στο κλείσιμο του 2018, κάτι ωστόσο που δεν είχε επιβεβαιωθεί μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου και θα πρέπει να αποτυπωθεί στα στοιχεία Δεκεμβρίου, τα οποία θα ανακοινωθούν από την ΤτΕ στις 28 Ιανουαρίου. Σύμφωνα με τους τραπεζίτες, περίπου 25 δισ. ευρώ ρευστότητας παραμένουν ακόμη εκτός τραπεζικού συστήματος έναντι των 55 δισ. ευρώ την εποχή της επιβολής των capital controls.

Θεωρητικά, οι καταθέσεις θα έπρεπε να έχουν ενισχυθεί ήδη σημαντικά λόγω των αυξημένων εισπράξεων από τον τουρισμό, ωστόσο, τα χρήματα αυτά φαίνεται ότι πηγαίνουν απευθείας στο εξωτερικό. Κατόπιν αυτού, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2018, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) σημείωσαν πτώση (κατά 346 εκατ. ευρώ τον Οκτώβριο σε σχέση με τον Σεπτέμβριο, στα 131,484 δισ. ευρώ και κατά 79 εκατ. ευρώ τον Νοέμβριο σε σχέση με τον Οκτώβριο, στα 131,385 δισ. ευρώ.

Σημειώνεται ότι κατά τα τελευταία 9 χρόνια, από τον Δεκέμβριο του 2009 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018, οι καταθέσεις επιχειρήσεων και νοικοκυριών έχουν μειωθεί κατά 106,146 δισ. ευρώ (ανέρχονταν σε 237,531 δισ. ευρώ), αγγίζοντας το χαμηλότερό τους επίπεδο τον Ιούλιο του 2015, αμέσως μετά την επιβολή των capital controls, υποχωρώντας στα 120,8 δισ. ευρώ.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2015 οι εκροές καταθέσεων από τις τράπεζες έφτασαν τα περίπου 44 δισ. ευρώ, με τις καταθέσεις να σημειώνουν μείωση άνω του 25%. Έκτοτε και μέχρι τα τέλη του 2018, δηλαδή μέσα σε τριάμισι χρόνια, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν μόλις κατά 10,6 δισ. ευρώ.

Η δυστοκία στην αύξηση των καταθέσεων είναι προφανές αποτέλεσμα της συρρίκνωσης του διαθέσιμου εισοδήματος και της αύξησης του κόστους των υποχρεώσεων των πολιτών, πρωτίστως συνεπεία της υπερφορολόγησης. Η κάλυψη των υποχρεώσεων αυτών απομυζά τις καταθέσεις, με τις συνολικές αποταμιεύσεις των πολιτών να συρρικνώνονται περαιτέρω από την ανάγκη διατήρησης μιας ποιότητας ζωής.

Όπως επισημαίνουν τραπεζίτες οι Έλληνες αναλώνουν τον πλούτο που δημιούργησαν τα χρόνια πριν από την κρίση, ρευστοποιώντας επενδύσεις και περιουσιακά στοιχεία, αρνούμενοι να υποβαθμίσουν το βιοτικό τους επίπεδο.

Αυτό προκύπτει από το ισοζύγιο του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών (μετά την πληρωμή φόρων και ασφαλιστικών εισφορών) σε σχέση με την κατανάλωση, το οποίο δείχνει ότι η ψαλίδα μεταξύ του πόσο ξοδεύουμε σε σχέση με το πόσα κερδίζουμε διευρύνεται συνεχώς και σταθερά από το 2011 και μετά. Σύμφωνα με τις τελευταίες μελέτες, το χάσμα μεταξύ διαθέσιμου εισοδήματος και κατανάλωσης έφτασε τα 8,3 δισ. ευρώ το 2017, δηλαδή οι Έλληνες ξοδέψαμε 8,3 δισ. ευρώ περισσότερα από το εισόδημά μας!

Όπως αναφέρουν τραπεζίτες διαχρονικά και μέχρι πριν από την κρίση το ισοζύγιο διαθέσιμου εισοδήματος και κατανάλωσης ήταν θετικό, και το γεγονός ότι ξοδεύαμε λιγότερα από όσα κερδίζαμε, δημιουργούσε και περιθώρια αποταμίευσης που γινόταν ορατή με αύξηση των καταθέσεων. Το 2011 ήταν η τελευταία χρονιά με θετικό ισοζύγιο διαθέσιμου εισοδήματος – κατανάλωσης, με το διαθέσιμο εισόδημα να είναι υψηλότερο κατά 1,3 δισ. ευρώ.

Ύστερα από μία “ισοπαλία” των δύο μεγεθών το 2012, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει με υπέρβαση της κατανάλωσης από το 2013 και μετά, με το πλεόνασμα της κατανάλωσης να φτάνει τα 8,3 δι. ευρώ στα τέλη του 2017. Το πλεόνασμα αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί σε αύξηση των καταθέσεων, καθώς η αποταμίευση παραμένει αρνητική.