Η ανάπτυξη το πιο κρίσιμο στοίχημα για το 2019

Το 2019 θα είναι ένα ιδιαίτερα κρίσιμο έτος για τις οικονομικές εξελίξεις, όσο και αν αυτό ακούγεται κάπως τετριμμένο. Άλλωστε κάθε νέα χρονιά τα ίδια λέμε. Μόνο που αυτή τη φορά τα πράγματα είναι όντως διαφορετικά. Και αυτό γιατί αυτό το νέο έτος θα κριθεί αν η ελληνική οικονομία μπορεί επιτέλους να σταθεί στα πόδια της, και να εισέλθει σε έναν ενάρετο κύκλο διατηρήσιμης ανάπτυξης. Αλλά για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να εξαλειφθούν μια και καλή τα «απόνερα» που άφησε η κρίση.

Γράφει ο Σπύρος Σταθάκης

Προς το παρόν η ελληνική οικονομία βρίσκεται στο μεταίχμιο. Όπως σημειώνει σε πρόσφατη ανάλυση το ΕΒΕΠ, η οικονομική δραστηριότητα ενισχύεται σταδιακά αλλά αργά, ενώ απομένουν πολλά να γίνουν ακόμη προκειμένου να επιτευχθεί ο πολυπόθητος παραγωγικός μετασχηματισμός της οικονομίας. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, η ελληνική οικονομία επέστρεψε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Μάλιστα, το 2018 η οικονομική ανάκαμψη ενισχύθηκε σε σχέση με το 2017, παρά την υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα για ένα ακόμη έτος.
Ωστόσο, η θετική πορεία καταγράφεται χωρίς ιδιαίτερη δυναμική και ισχυρή προοπτική. Η έναρξη μιας νέας, αλλά εξίσου δύσκολης, μεταμνημονιακής περιόδου για την Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μια ρηχή οικονομία, αδύναμες τράπεζες και τον κίνδυνο ενός παρατεταμένου αποκλεισμού της χώρας από τις διεθνείς αγορές. Ειδικότερα, η Alpha Bank καταγράφει στο τελευταίο για το 2018 Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων ότι οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών τίτλων εξακολουθούν να βρίσκονται σε σχετικά υψηλό επίπεδο, γεγονός που καθιστά δυσχερή τον εξωτερικό δανεισμό καθώς επιβαρύνεται παράλληλα από τη διεθνή χρηματοοικονομική αβεβαιότητα και τη χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής στην Ιταλία.
Επιπλέον, το αναπτυξιακό πρότυπο του 2018, όπως διαφαίνεται με βάση την ανάλυση των συνιστωσών του ΑΕΠ, στηρίζεται και πάλι στην ιδιωτική κατανάλωση και στις τουριστικές εισπράξεις, ενώ η επενδυτική δαπάνη παραμένει υποτονική. Αυτού του είδους η ανάπτυξη όμως έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι διατηρήσιμη σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Σύμφωνα, λοιπόν, με το ΕΒΕΠ, για μια οικονομία που έχει συρρικνωθεί κατά 25% τα τελευταία χρόνια δεν αρκεί απλώς να βγει από το φάσμα της ύφεσης. Χρειάζεται γρήγορους και ταυτόχρονα διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.
Απαιτείται, λοιπόν, η οικονομία να παράγει περισσότερο εθνικό πλούτο. Αρκετό για να μπορέσει η χώρα να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος της. Αρκετό για να μπορέσει να αποκατασταθεί το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και να εξαλειφθούν, σταδιακά έστω, οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης. Αρκετό για να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Αυτού του είδους η ανάπτυξη δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν δεν αλλάξει ριζικά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.…

Οι προκλήσεις που συνοδεύουν το νέο έτος

Τα πράγματα, λοιπόν, δεν είναι και τόσο εύκολα και ο δρόμος προς τη διατηρήσιμη ανάπτυξη έχει πολλά εμπόδια. Υπάρχουν ένα σωρό διαρθρωτικά προβλήματα που δεν έχουν αντιμετωπιστεί πλήρως, παρά τα τρία απανωτά προγράμματα οικονομικής προσαρμογής που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, υπάρχουν και κίνδυνοι από το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, το οποίο συνεχώς επιδεινώνεται, δυσκολεύοντας τις προσπάθειες της χώρα μας να εξέλθει οριστικά από τη «ζώνη υψηλού κινδύνου». Στην ανάλυσή της η Alpha Bank κάνει μια εκτενή περιγραφή των προκλήσεων που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία το νέο έτος. Συγκεκριμένα:

  1. Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον έχει γίνει λιγότερο ευνοϊκό και πιο ευμετάβλητο. Συγκεκριμένα, η παγκόσμια ζήτηση ενδέχεται να περιορισθεί καθώς υπάρχουν ενδείξεις εξασθενήσεως του αναπτυξιακού ρυθμού σε Κίνα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ευρωζώνη και ΗΠΑ. Η ρητορική του εμπορικού προστατευτισμού και ιδιαίτερα η εμπορική διαμάχη ΗΠΑ – Κίνας μπορεί να εντείνει τις γεωπολιτικές εντάσεις περιορίζοντας το διεθνές εμπόριο. Το ενδεχόμενο της αποχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου (Brexit) από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) χωρίς συγκεκριμένο πλαίσιο συμφωνίας θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις εμπορικές ροές, να αποδυναμώσει το διαθέσιμο εισόδημα των Βρετανών τουριστών λόγω εξασθένησης της στερλίνας και να μειώσει τους διαθέσιμους κοινοτικούς πόρους για την Ελλάδα.
    Η ενδεχόμενη συνέχιση και στο νέο έτος της συζήτησης περί των δυνατοτήτων του δημοσιονομικού χώρου της Ιταλίας, σε σχέση με το σύμφωνο δημοσιονομικής πειθαρχίας της Ε.Ε., επηρεάζει σημαντικά το κόστος δανεισμού της χώρας μας σε μια περίοδο μάλιστα που το πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού της ΕΚΤ (QE) θα έχει απενεργοποιηθεί. Επιπροσθέτως, το επιβαρυμένο πολιτικό κλίμα στη Γαλλία και η υψηλή δημοτικότητα των αντιευρωπαϊκών πολιτικών σχημάτων στον βαθμό που θα αποτυπωθεί στο αποτέλεσμα των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να επιτείνει την αβεβαιότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές, να διατηρήσει υψηλά τα μακροχρόνια επιτόκια και κατά συνέπεια να καταστήσει πιο δυσχερή την προσφυγή της Ελλάδας στις αγορές. Παράλληλα, ενδέχεται να επιτείνει το πρόβλημα της απουσίας ενιαίας πολιτικής γραμμής σε καίρια ζητήματα της Ε.Ε. που σχετίζονται με τη χώρα μας (προϋπολογισμός, γεωργική πολιτική, εμβάθυνση Ευρωζώνης, μεταναστευτικό).
  2. Η μακροχρόνια διατήρηση της επενδυτικής δαπάνης στα έτη της οικονομικής υφέσεως σε επίπεδο χαμηλότερο από το ύψος των αποσβέσεων εξασθένισε το απόθεμα του παραγωγικού κεφαλαίου της χώρας –τόσο σε όρους αξίας όσο και μη ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογικών καινοτομιών που έλαβαν πρόσφατα χώρα– με αποτέλεσμα η παραγωγικότητα της εργασίας είτε να φθίνει είτε να παραμένει υποτονική. Το 2018 δεν διεφάνη μια δυναμική ανασχέσεως των τάσεων αποεπένδυσης. Η ανάγκη, λοιπόν, ενός ισχυρού θετικού επενδυτικού shock συνιστά μια μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία στο νέο έτος.
  3. Η κάλυψη του προαναφερθέντος επενδυτικού κενού είναι εύλογο να χρειασθεί την αρωγή της δημοσιονομικής πολιτικής. Απαιτείται η διαμόρφωση ενός φιλικότερου προς την ανάπτυξη μίγματος πολιτικής εντός του στενού πλαισίου που θέτει ο στόχος για την επίτευξη υψηλού δημοσιονομικού πρωτογενούς πλεονάσματος. Τούτο σημαίνει ότι χρειάζεται αφενός η πλήρης υλοποίηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και αφετέρου η μείωση των φορολογικών συντελεστών στο κεφάλαιο και την εργασία.
    Τα επεκτατικά μέτρα που έχουν προβλεφθεί για το 2019 όπως η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών αγροτών και ελευθέρων επαγγελματιών και η σταδιακή μείωση του συντελεστή των επιχειρηματικών κερδών είναι στη σωστή κατεύθυνση. Από την άλλη πλευρά, η δημοσιονομική επίπτωση πιθανών αποφάσεων για την αναδρομική άρση της εισοδηματικής πολιτικής στο ελληνικό Δημόσιο και της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης των περασμένων ετών μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική και θα απαιτήσει ορθή διαχείριση και σχεδιασμό, ώστε να μην τεθεί εκ νέου σε αμφισβήτηση από τις διεθνείς αγορές το αξιόχρεο του ελληνικού κράτους.
  4. Η μείωση του ελλείμματος επιχειρηματικότητας και καινοτομίας προϋποθέτει την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο θεσμικό πλαίσιο και τη διαμόρφωση σταθερού επιχειρηματικού περιβάλλοντος με ταχεία επίλυση διενέξεων και ευκολία ενάρξεως δραστηριότητας. Έτσι, θα καταστεί δυνατή η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων (ΞΑΕ) σε μία περίοδο που η μέση ροπή προς αποταμίευση παραμένει αρνητική. Οι ΞΑΕ βοηθούν σημαντικά στην εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών που ενισχύουν την παραγωγικότητα της εργασίας και συμβάλλουν στην εξαγωγική δραστηριότητα της χώρας προορισμού των επενδύσεων, καθώς οι εισερχόμενοι επενδυτές είναι συνήθως περισσότερο προσανατολισμένοι στις ξένες αγορές σε σχέση με τις τοπικές επιχειρήσεις. Τέλος, αποτελούν δομικό στοιχείο της «παγκόσμιας αλυσίδας αξίας» (global value chain) επιτρέποντας σε επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε πολυεθνικούς οργανισμούς να ειδικευθούν σε τμήμα της παραγωγικής διαδικασίας στο οποίο είναι πιο ανταγωνιστικές. Παράλληλα, η θεσμοθέτηση κινήτρων για την προαγωγή της Έρευνας και Ανάπτυξης σε συνδυασμό με την ενίσχυση της συνεργασίας των επιχειρήσεων με τα πανεπιστήμια μπορεί να ωθήσει σημαντικά την επιχειρηματικότητα των νέων και την καινοτομία επαναφέροντας στη χώρα ένα μεγάλο μέρος της υψηλής ποιότητας ανθρωπίνου κεφαλαίου που διέρρευσε εκτός συνόρων.
  5. Η αναβάθμιση της λειτουργίας της δημόσιας διοικήσεως, ιδιαίτερα στους τομείς της συγκροτήσεως των ελεγκτικών μηχανισμών, τη διαχείριση του ανθρωπίνου δυναμικού και την φορολογική διοίκηση μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη για την εμπέδωση αισθήματος (α) ασφάλειας στη διενέργεια των οικονομικών δραστηριοτήτων, (β) δικαιοσύνης στην κατανομή των φορολογικών βαρών και (γ) ανταποδοτικότητας των φόρων λόγω της βελτιώσεως των προσφερόμενων δημοσίων υπηρεσιών και αγαθών.
  6. Η επιτάχυνση εντός του 2019 των προγραμματισμένων ιδιωτικοποιήσεων που βρίσκονται σε καθυστέρηση είναι μία ακόμη μεγάλη πρόκληση καθώς μπορεί να αποτελέσουν μηχανισμό προσελκύσεως νέων επενδυτικών κεφαλαίων και αναζωογονήσεως μικρών επιχειρηματικών μονάδων που λειτουργούν υποστηρικτικά στα έργα υποδομής, ενώ τυχόν περαιτέρω καθυστερήσεις μπορεί να αντισταθμίσουν τα οφέλη στο επενδυτικό κλίμα που έχουν επιτευχθεί έως σήμερα σε αυτό το μέτωπο.
  7. Η επιτυχής υλοποίηση του προγράμματος διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και απεξαρτήσεως από τον έκτακτο μηχανισμό ρευστότητας της ΤτΕ αναμένεται να αποδεσμεύσει κεφάλαια και ρευστότητα αναδιαρθρώνοντας τον παραγωγικό ιστό της χώρας μέσω της εξυγιάνσεως πλειάδας επιχειρήσεων και χρηματοδοτήσεως καινοτόμων επιχειρηματικών σχεδίων.

………………………..
Τ02

ΤΙΤΛΟΣ
Το κρίσιμο στοίχημα της ανάπτυξης

Από τη ριζική αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η επιτάχυνση των αναπτυξιακών ρυθμών. Το ζήτημα, όμως, είναι τι είδους ανάπτυξη θέλουμε. Σύμφωνα και με σχετική ανάλυση του ΣΕΒ, μετά το 2017 (+1,5%) και το 2018 (+2%), το 2019 θα είναι η τρίτη συνεχομένη χρονιά ανάπτυξης, με ρυθμό 2% έως 2,5%, μετά την οδυνηρή εμπειρία της κατά 25% σχεδόν απότομης πτώσης του ΑΕΠ την πρώτη τριετία της προσαρμογής 2010-2012.
Όλες οι προβλέψεις για τη μεσοπρόθεσμη περίοδο συμφωνούν ότι η οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται, με τους ρυθμούς, όμως, να πέφτουν κάτω του 2%, και να συγκλίνουν προς τους μέσους ρυθμούς ανάπτυξης στις οικονομίες της Ε.Ε.-28 (από 2,1% το 2018 σε 1,8% το 2020). Σημειώνεται ότι η παγκόσμια οικονομία, σύμφωνα με τις προβλέψεις των διεθνών οργανισμών, αλλά και των μεγάλων επενδυτικών οίκων, φαίνεται να εισέρχεται σε περίοδο χαμηλότερων ρυθμών ανάπτυξης, από 3,7% το 2018 σε 3,5% το 2020.
Συνεπώς, όπως σημειώνει ο ΣΕΒ, η παγκόσμια οικονομία δεν φαίνεται να στηρίζει υψηλότερους εγχώριους ρυθμούς ανάπτυξης, μέσω αυξημένης ζήτησης για ελληνικές εξαγωγές αγαθών (μεταποίηση, αγροτική παραγωγή, ορυχεία) και υπηρεσιών (τουρισμός, μεταφορές και λοιπές υπηρεσίες-κατασκευές, λογισμικό, κ.λ.π.), με την παραδοχή ότι η ελληνική οικονομία συμπεριφέρεται όπως στις προβλέψεις. Οι αριθμοί αυτοί, όμως, δεν είναι νομοτελειακά σταθεροί. Τα επόμενα χρόνια μπορούμε να αυξήσουμε το μερίδιο μας στις παγκόσμιες αγορές, που θα εξακολουθήσουν, παρά τη μικρή οπισθοχώρηση του παγκόσμιου ρυθμού ανάπτυξης, να προσφέρουν τεράστιες ευκαιρίες για όποια ελληνική επιχείρηση διαθέτει την ποιότητα και την ποσότητα σε ανταγωνιστικές τιμές και καινοτόμα προϊόντα για να διεισδύσει στις αγορές του εξωτερικού.
Υπάρχει, λοιπόν, μια δυναμική που πρέπει να εκμεταλλευθούμε για να αυξήσουμε την εξωστρεφή παρουσία μας στη διεθνή σκηνή. Συνεπώς δεν υπάρχουν ταβάνια που μας εμποδίζουν να ψηλώσουμε το μπόι σαν χώρα. Υπενθυμίζεται ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας την εποχή 2000-2007 ήταν 4% ετησίως. Συνεπώς, με σημερινούς ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 2% μεσοπρόθεσμα, πολλά απομένουν να γίνουν, εάν το ζητούμενο είναι η χώρα να εκτοξευθεί αναπτυξιακά. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζονται διπλάσιοι ρυθμοί ανάπτυξης από τους σημερινούς. Πώς όμως μπορεί να επιτευχθεί αυτό;

Διαφορετική κατάσταση

Σύμφωνα με την ανάλυση του ΣΕΒ, η κατάσταση σήμερα είναι διαφορετική από ότι ήταν πριν την κρίση. Δεν υπάρχουν δανεικά ούτε για το κράτος ούτε για τις τράπεζες, η χώρα έχει δημοσιονομικά πλεονάσματα, οι επενδύσεις είναι σε χαμηλά επίπεδα, η παραγωγικότητα αυξάνει με χαμηλούς ρυθμούς, κ.ο.κ. Ειδικότερα, σήμερα, σε σχέση με την περίοδο 2000- 2007, έχουμε χάσει δημοσιονομική στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας κατά 4,6 π.μ. του ΑΕΠ (από έλλειμμα -1,1% σε πλεόνασμα +3,5%), και έχουμε επενδύσεις κατά 11 π.μ. του ΑΕΠ λιγότερες. Το σύνολο των επενδύσεων είναι σήμερα 13% του ΑΕΠ, εκ των οποίων, 0,6 π.μ. του ΑΕΠ είναι σε κατοικίες και 4,4 π.μ. του ΑΕΠ δημόσιες επενδύσεις, και 8 π.μ. του ΑΕΠ σε ιδιωτικές επιχειρηματικές επενδύσεις).
Στο ξέσπασμα της κρίσης (2009) οι επενδύσεις ανέρχονταν σε 21% του ΑΕΠ (εκ των οποίων 6,5 π.μ. του ΑΕΠ σε κατοικίες, 5,7 π.μ. του ΑΕΠ σε δημόσιες επενδύσεις, και 8,5 π.μ. σε ιδιωτικές επιχειρηματικές επενδύσεις. Συνεπώς, είναι ενθαρρυντικό που τουλάχιστον οι ιδιωτικές επιχειρηματικές επενδύσεις είναι σήμερα στο επίπεδο πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Οι δημόσιες επενδύσεις, επίσης, θα πρέπει λογικά να κινηθούν ανοδικά καθώς έχουν συμπιεσθεί σε ανεπίτρεπτα χαμηλό επίπεδο, με πολλές δημόσιες υποδομές σε μεγάλη ανάγκη αναβάθμισης.
Μιας και δεν υπάρχουν, λοιπόν, δανεικά και ελλείμματα, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι πρέπει να αυξηθεί η παραγωγικότητα μέσω επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ, που σημαίνει ουσιαστικά ότι η κατανάλωση πρέπει να αυξάνεται με ρυθμούς χαμηλότερους του ΑΕΠ, εκτός και αν οι επενδύσεις οδηγούν σε αύξηση των καθαρών εξαγωγών ως ποσοστό του ΑΕΠ, βελτιώνοντας δηλαδή την εξαγωγική επίδοση της οικονομίας σε αγαθά και υπηρεσίες, και υποκαθιστώντας ελληνική παραγωγή σε εισαγωγές. Η αύξηση των επενδύσεων μπορεί να υποβοηθηθεί από μια μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των νόμιμων επιχειρήσεων και έντιμων φορολογούμενων, καθώς και από φορολογικά επενδυτικά κίνητρα υπεραποσβέσεων και επιταχυνόμενων αποσβέσεων.