Δεν έχουμε ακόμη ξεφύγει από τη «ζώνη κινδύνου»!

Νόμος του κράτους είναι πλέον ο κρατικός προϋπολογισμός του 2019, με την κυβέρνηση, στο πλαίσιο του κυρίαρχου πολιτικού αφηγήματος περί της «απεξάρτησης από τα μνημόνια» και της «αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας», να προχωρεί σε ένα κρεσέντο παροχολογίας και υποσχέσεων, με προφανή στόχο τις επικείμενες απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις. Μόνο που η περιβόητη «επιστροφή της οικονομίας στην κανονικότητα» ήδη συναντά σημαντικά εμπόδια. Και δεν μπορούμε για πολύ καιρό να κρύβουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλί!


Ας δούμε καταρχήν τι ψήφισε η Βουλή. Ο κρατικός προϋπολογισμός του 2019 στην πραγματικότητα εντάσσεται απόλυτα στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας που έχει επιβληθεί από τους δανειστές. Μπορεί λοιπόν η κυβέρνηση να μην προχωρεί στην περικοπή των συντάξεων κατά 2,065 δισ. ευρώ, μπορεί επίσης να έχει εντάξει στον προϋπολογισμό παροχές και φοροελαφρύνσεις ύψους 910 εκατ. ευρώ, την ίδια στιγμή όμως διατηρεί αναλλοίωτη την περιοριστική δημοσιονομική πολιτική η οποία στηρίζεται κυρίως στην υπερφορολόγηση.


Συγκεκριμένα, προκειμένου να επιτευχθεί ο βασικός δημοσιονομικός στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ η κυβέρνηση, αν εξαιρεθεί το μέτρο των συντάξεων, διατηρεί σχεδόν το σύνολο των δημοσιονομικών μέτρων που ψηφίστηκαν την περίοδο και των τριών μνημονίων, ειδικά στο μέτωπο της φορολογίας. Ανεξάρτητα λοιπόν από τις παρεμβάσεις στον ΕΝΦΙΑ και στις ασφαλιστικές εισφορές, η συνολική φορολογική επιβάρυνση των Ελλήνων πολιτών, κυρίως στους έμμεσους φόρους, παραμένει μεγάλη.
Έτσι, τα καθαρά φορολογικά έσοδα το 2019 θα είναι αυξημένα σχεδόν κατά 1 δισ. ευρώ σε σχέση με τις προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου (ΜΠΔΣ) της περιόδου 2019-2022. Ειδικότερα, πρόκειται να διαμορφωθούν το 2019 σε 51,115 δισ. ευρώ. Ωστόσο, στο ΜΠΔΣ προβλεπόταν ότι τα συνολικά φορολογικά έσοδα θα ανέρχονταν στα 50,192 δισ. ευρώ. Επιπλέον, για τις κοινωνικές παροχές προβλέπονται να δοθούν το 2019 μόλις 1,676 δισ. ευρώ, έναντι πρόβλεψης στο Μεσοπρόθεσμο για δαπάνες ύψους 2,425 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μία μείωση της τάξεως των 800 εκατ. ευρώ. Μεγάλο «θύμα» της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης είναι και το ΠΔΕ. Ήδη στο 11μηνο του 2018 οι δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις παρουσιάζουν σημαντική υστέρηση 1,55 δισ. ευρώ έναντι του στόχου του προϋπολογισμού. Το 2019, δε, οι δαπάνες του ΠΔΕ θα είναι μειωμένες κατά 550 εκατ. ευρώ σε σχέση με τις προβλέψεις του ΜΠΔΣ (6,750 δισ. ευρώ έναντι 7,3 δισ. ευρώ που ήταν η αρχική πρόβλεψη). Ουσιαστικά με την περικοπή των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις και κοινωνικές παροχές, και σε συνδυασμό με τα αυξημένα φορολογικά έσοδα, χρηματοδοτείται η μη περικοπή των συντάξεων.

Του Σπύρου Σταθάκη

Από τα παραπάνω προκύπτει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία. Οι απανωτοί φορολογικοί νόμοι που ψηφίστηκαν τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής, και η συνακόλουθη αύξηση των φορολογικών βαρών, κυριολεκτικά γονάτισαν την οικονομική δραστηριότητα, αλλά και την κοινωνία. Και αυτή η πολιτική επιλογή έχει ξεπεράσει πλέον τα όρια αφού, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, η Ελλάδα είναι «πρωταθλήτρια» στους φόρους αλλά και στα χρέη των πολιτών προς το Δημόσιο!
Αυτό που επίσης προκαλεί εντύπωση είναι ότι, σύμφωνα με μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), η αύξηση των φορολογικών συντελεστών την περίοδο 2010-2018 οδήγησε και σε σημαντική διόγκωση της παραοικονομίας. Η ύφεση θα ήταν πολύ πιο ρηχή και σύντομη και η δημοσιονομική προσπάθεια πολύ μικρότερη αν η χώρα είχε καταφέρει να ελέγξει την παραοικονομία. Δυστυχώς τα αποτελέσματα είναι πενιχρά. Όλες σχεδόν οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να περιορίσουν την παραοικονομία με κατασταλτικά μέτρα. Αυτό είναι απαραίτητο αλλά δεν επαρκεί. Για να καταπολεμηθεί η παραοικονομία πρέπει συμπληρωματικά να εξαλειφθούν τα κίνητρα που οδηγούν στην απόκρυψη εισοδημάτων.
Και αυτά τα κίνητρα δεν είναι άλλα από την υψηλή φορολογία. Πρέπει λοιπόν να αλλάξει το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, από φοροκεντρικό σε ένα μίγμα με έμφαση στη μείωση μη παραγωγικών δαπανών. Όπως επισημαίνει η ΤτΕ, οι υψηλοί στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα που έχουν αποφασιστεί στο πλαίσιο της συμφωνίας του Eurogroup, τον Ιούνιο του 2018, για την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους, σε συνδυασμό με τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, περιορίζουν τους ιδιωτικούς πόρους που είναι διαθέσιμοι για πραγματικές επενδύσεις και οδηγούν σε παραγκωνισμό του ιδιωτικού από τον δημόσιο τομέα, με αποτέλεσμα να επιβραδύνουν την οικονομική ανάκαμψη.
Επιπλέον, η υπερβολική εξάρτηση της δημοσιονομικής προσαρμογής από τους φόρους συνιστά και αντικίνητρο τόσο για την εργασία όσο και για τις επενδύσεις. Συν τοις άλλοις, η υποεκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων τα δύο τελευταία χρόνια επηρεάζει το ύψος των επενδύσεων σε υποδομές και τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική. Αντίθετα, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην υλοποίηση εκείνων των μεταρρυθμίσεων που θα επιτρέψουν την αναδιάταξη του δημοσιονομικού μίγματος προς την κατεύθυνση της μείωσης των φορολογικών συντελεστών και της ανακατανομής της δημόσιας δαπάνης προς εκείνες τις κατηγορίες που επιφέρουν μόνιμο αναπτυξιακό αποτέλεσμα.

Τα «στραβά» του φορολογικού συστήματος!

Σημαντικά είναι και τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις μελέτες του ΟΟΣΑ. Σύμφωνα λοιπόν με τον διεθνή οργανισμό, το φορολογικό σύστημα στην Ελλάδα έχει δύο διακριτικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα: υψηλούς συντελεστές και περιορισμένες φορολογικές βάσεις. Οι συνεχείς αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών, που προέκυψαν από τα τρία προγράμματα σταθερότητας, είχε ως αποτέλεσμα μια ιδιοτυπία: οι φορολογικοί συντελεστές να είναι από τους υψηλότερους στην Ε.Ε. ενώ τα φορολογικά έσοδα να είναι από τα χαμηλότερα ως ποσοστό της συμμετοχής τους στο ΑΕΠ.

Μονάχα τα φορολογικά έσοδα από τους άμεσους φόρους στην επιχειρηματική δραστηριότητα καταγράφουν υψηλότερη ποσοστιαία συμμετοχή στο ΑΕΠ σε σχέση με τους υπόλοιπους φόρους (φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ κ.ά.) Το στοιχείο αυτό δύναται να θεωρηθεί ένας σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Επιπλέον, η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος είναι μια από τις βασικές αιτίες που αποθαρρύνουν τα οικονομούντα άτομα να μετέχουν στην «επίσημη οικονομία», περιορίζοντας έτσι τη φορολογική συμμόρφωση. Η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος και η ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης θα αποτρέψουν τις συνεχείς αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών που λειτουργούν ως αντικίνητρο στην επιχειρηματική δραστηριότητα.

Με όλα αυτά, όμως, το «μάρμαρο» το πληρώνουν οι Έλληνες πολίτες, οι οποίοι σε σημαντικό ποσοστό αδυνατούν να είναι συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΑΑΔΕ είναι αποκαλυπτικά της κατάστασης που επικρατεί, καθώς οι μισοί σχεδόν φορολογούμενοι πλέον έχουν χρέη στην εφορία. Αναλυτικότερα, οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές αυξήθηκαν από τις αρχές του χρόνου κατά 8,83 δισεκατομμύρια ευρώ. Τον Οκτώβριο, σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο, οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία αυξήθηκαν κατά 996 εκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων τα 47 εκατ. ευρώ αφορούν σε πρόστιμα του ΚΒΣ. Τα υπόλοιπα είναι φορολογικές οφειλές.

Έτσι, τα 507,3 εκατ. ευρώ αφορούν σε φόρο εισοδήματος, τα 173,6 εκατ. ευρώ σε φόρους στην περιουσία και τα 203,1 εκατ. ευρώ προέρχονται από καθυστερούμενο ΦΠΑ. Οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση διαμορφώθηκαν τον Οκτώβριο στα 103,368 δισ. ευρώ, ενώ ο αριθμός των φορολογουμένων που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση έφτασε τον Οκτώβριο τα 4,19 εκατομμύρια άτομα
Ο αριθμός των φορολογουμένων εναντίον των οποίων έχουν επιβληθεί κατασχέσεις ανήλθε στο 1,155 εκατομμύριο παρουσιάζοντας αύξηση κατά περίπου 7.000 άτομα. Ο αριθμός των φορολογουμένων που βρίσκονται στην κόκκινη ζώνη όπου η ΑΑΔΕ μπορεί να επιβάλει αναγκαστικά μέτρα πρακτικά παραμένει αμετάβλητος, φτάνοντας σύμφωνα με την ΑΑΔΕ τους 1.797.492 τον Οκτώβριο, έναντι 1.790.740 τον Σεπτέμβριο. Τέλος, οι εισπράξεις από κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών έχουν ανέλθει από την αρχή του χρόνου συνολικά σε 4,476 δισεκατομμύρια ευρώ.

Ένα «βουνό» προβλήματα για την οικονομία

Και αν το φορολογικό είναι ένα από τα εμπόδια στον δρόμο για τη διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη, η καταγραφή από την ΤτΕ των σημαντικών προκλήσεων που καλείται να αντιμετωπίσει η οικονομία το 2019, αλλά και τα επόμενα χρόνια, θα πρέπει να προβληματίσουν ιδιαίτερα. Οι κυριότερες προκλήσεις είναι το υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, του οποίου η βιωσιμότητα έχει διασφαλιστεί μεσοπρόθεσμα, το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, το μεγάλο ποσοστό ανεργίας, η μετανάστευση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού κατά τη διάρκεια της κρίσης, το μεγάλο επενδυτικό κενό και το σχετικά υψηλό ποσοστό φτώχειας στον πληθυσμό. Η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλή σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και έχει μάλιστα υποχωρήσει τα τελευταία δύο χρόνια. Μακροπρόθεσμα, η προβλεπόμενη μείωση του πληθυσμού (λόγω της δημογραφικής γήρανσης) αναμένεται να ασκήσει καθοδική πίεση στη δυνητική ανάπτυξη. Επίσης, η υπόθεση της διατήρησης μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων για μια παρατεταμένη χρονική περίοδο συνιστά κίνδυνο στην ανάλυση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, καθώς η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι κάτι τέτοιο θα επιβραδύνει την ανάπτυξη. Η περιοριστική επίδραση των μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων θα είναι σημαντικά εντονότερη αν συνοδεύεται από υψηλή φορολογία.


Η σημαντικότερη πρόκληση για την ελληνική οικονομία στο άμεσο μέλλον είναι η επιστροφή του Ελληνικού Δημοσίου στις χρηματοπιστωτικές αγορές με βιώσιμους όρους. Παρά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής τον περασμένο Αύγουστο και τα μέτρα ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους που αποφάσισε το Eurogroup τον Ιούνιο του 2018, τα οποία εκτιμάται ότι διασφαλίζουν τη βιωσιμότητά του μεσοπρόθεσμα, τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου δεν έχουν ακόμη αποκτήσει καθεστώς επενδυτικής βαθμίδας και οι αποδόσεις τους παραμένουν υψηλές και ευμετάβλητες, επηρεαζόμενες σημαντικά από τις αναταράξεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και την αβεβαιότητα όσον αφορά στη διατήρηση της μεταρρυθμιστικής κατεύθυνσης της οικονομικής πολιτικής.
Η ανάλυση της ΤτΕ δείχνει ότι, παρά την πρόοδο που συντελέστηκε, η κρίση επέφερε σημαντικό κόστος σε όρους απώλειας προϊόντος και απασχόλησης και σημαντική μείωση του πλούτου των νοικοκυριών. Μεταξύ 2008 και 2016 η χώρα απώλεσε περισσότερο από το ¼ του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές και η ανεργία αυξήθηκε σχεδόν κατά 16 ποσοστιαίες μονάδες. Επιπλέον, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοδύναμα αγοραστικής δύναμης διαμορφώθηκε το 2016 σε μόλις 68% του κοινοτικού μέσου όρου, από 93% το 2008. Ειδικότερα, η υψηλή μακροχρόνια ανεργία δημιουργεί ανισότητα, θέτοντας σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή, και αυξάνει τον κίνδυνο απαξίωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου. Παράλληλα, η μετανάστευση εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού κατά τη διάρκεια της κρίσης σε συνδυασμό με τη γήρανση του πληθυσμού εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε μείωση του πληθυσμού, οδηγώντας σε χαμηλότερους ρυθμούς δυνητικής ανάπτυξης.

Οι επενδύσεις παραμένουν σε πολύ χαμηλό επίπεδο και το επιχειρηματικό περιβάλλον δεν θεωρείται ακόμη αρκετά φιλικό προς τις ιδιωτικές επενδύσεις, καθώς χαρακτηρίζεται από υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, εκτεταμένη γραφειοκρατία, πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, περιορισμένη πρόσβαση στην τραπεζική χρηματοδότηση και καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης. Επίσης, η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλή σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και έχει μάλιστα υποχωρήσει τα τελευταία δύο χρόνια σύμφωνα με την έκθεση Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας και τον δείκτη παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Τέλος, Το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στους ισολογισμούς των τραπεζών μειώνει την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να παρέχει πιστώσεις σε υγιείς επιχειρήσεις, καθώς το κεφάλαιο παραμένει παγιδευμένο σε μη βιώσιμες επιχειρήσεις. Το υψηλό κόστος του κεφαλαίου, η αδυναμία χρηματοδότησης βιώσιμων επιχειρηματικών σχεδίων, η υψηλή μακροχρόνια ανεργία και η μεγάλη μείωση των επενδύσεων συνέβαλαν στη μείωση του αποθέματος φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου με αρνητικές συνέπειες στο μακροπρόθεσμο δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο, εάν δεν αναληφθούν κατάλληλες δράσεις όπως η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και των αποκρατικοποιήσεων, η δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η μείωση της φορολογίας, η κυκλική επίδραση της ύφεσης και της στασιμότητας των τελευταίων χρόνων να καταστεί διαρθρωτικής φύσεως φαινόμενο και να οδηγήσει σε χαμηλούς μεσομακροπρόθεσμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. Κάτι τέτοιο θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.