Ο διεθνούς φήμης καλλιτέχνης Δημήτρης Γέρος μιλάει εφ’ όλης της ύλης

Ο Δημήτρης Γέρος είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του. Το πρωτότυπο και ιδιοφυές έργο του τυγχάνει εδώ και πολλά χρόνια διεθνούς αναγνώρισης. Έχει πραγματοποιήσει πλήθος εκθέσεις στα περισσότερα μέρη του κόσμου, έξι ατομικές σε ξένα μουσεία και έχει εκδώσει πολυάριθμα βιβλία. Συναντήσαμε τον διάσημο καλλιτέχνη στον χώρο του στο κέντρο της Αθήνας και απολαύσαμε τη συνομιλία μας όσο τίποτε!

Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη

  • Πώς είναι να ζει ένας ζωγράφος στην Ελλάδα της κρίσης;
  • Μάλλον δεν ζει. Αλλά τα πράγματα δεν ήταν ποτέ καλά για τις Τέχνες στη χώρα μας. Απλώς, τώρα είναι χειρότερα. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες, και δεν αναφέρομαι μόνον στους εικαστικούς, υποφέρουν. Όταν οι Έλληνες δεν έχουν να φάνε πώς θα αγοράσουν ζωγραφική; Βέβαια, έχουμε γίνει χιλιάδες, πού να βρεθεί τόσο μεγάλο αγοραστικό κοινό; Απ’ την άλλη, δεν υπάρχουν και σοβαροί έμποροι για να προωθήσουν σωστά τους καλλιτέχνες. Έχουμε γεμίσει από γκαλερί που ανήκουν σε άσχετους ανθρώπους με την Τέχνη. Οι περισσότεροι είναι εντελώς αστοιχείωτοι. Φτιάχνουν ένα μαγαζάκι για να βγάζουν μεροκάματο και να θεωρούν εαυτόν «παράγοντα πολιτισμού»! Δεν εκθέτουν τους καλύτερους από τους εικαστικούς αλλά αυτούς που πουλάνε. Πολλές φορές αναρωτιέμαι: γιατί δεν ανοίγουν σουβλατζίδικο; Πιο πολλά θα κέρδιζαν και ίσως να πρόσφεραν κάτι!
  • Μπορεί η ελληνική τέχνη να σταθεί πλάι στην ευρωπαϊκή ή την αμερικανική;
  • Μπορεί, αλλά θέλει την υποστήριξη σοβαρών εμπόρων. Από αυτούς έχουμε έλλειψη. Χρειάζονται γκαλερίστες που να ξέρουν από Τέχνη, να έχουν άποψη και να μπορούν να υποστηρίζουν τους καλλιτέχνες τους, να τους χρηματοδοτούν, για να παράγουν έργα απερίσπαστοι και, ανάλογα με τα έργα, να βρίσκουν τους κατάλληλους συλλέκτες.
  • Βοηθάει το ελληνικό κράτος τους καλλιτέχνες;
  • Όχι ουσιαστικά. Δεν υπάρχει αξιοκρατία, όλα γίνονται μεταξύ φίλων. Αν δεν είσαι του κύκλου τους, δεν τους ψηφίζεις και δεν τους προσκυνάς, δεν έχεις καμμία ελπίδα.
  • Εσείς, ένας καταξιωμένος καλλιτέχνης, όχι μόνον στην Ελλάδα αλλά διεθνώς, νομίζετε πως ήσασταν τυχερός στο ξεκίνημά σας;
  • Στο ξεκίνημά μου, όταν ακόμη ήμουν 20-21, έκανα έργα που ήταν πρωτοποριακά για την Ελλάδα. Τα είχα παρουσιάσει σε μερικές ομαδικές εκθέσεις και εκεί με ανακάλυψε η «New Gallery» της οδού Τσακάλωφ και, το 1970, μου έκανε την πρώτη μου επίσημη ατομική έκθεση στην Αθήνα. Λέω επίσημη γιατί είχε προηγηθεί μια μικρότερη, αλλά όχι σε γκαλερί, και μία ακόμη στο Goethe της Θεσσαλονίκης.
    Στη «New Gallery» παρουσίασα έργα που ήταν φτιαγμένα με μαύρο χρώμα, μερικά είχαν και λίγο κόκκινο, και τα περισσότερα ήταν ντυμένα με συρματοπλέγματα. Ο τίτλος της έκθεσης ήταν «Αυτοκτονίες» και ήταν η δεύτερη ή τρίτη έκθεση διαμαρτυρίας που έγινε κατά της χούντας. Στην ίδια γκαλερί είχε νωρίτερα γίνει ή έκθεση με τους γύψους και τα κόκκινα γαρύφαλλα του Κανιάρη που ήταν αυτή κατά των συνταγματαρχών. Εκείνη η έκθεση είχε πολύ μεγάλη απήχηση και με καθιέρωσε. Ήταν τύχη που με βρήκε η γκαλερί; Δεν ξέρω, αλλά γιατί δεν επέλεξε κάποιον άλλον από την ίδια ομαδική;
  • Πέρυσι παρουσιάσατε, στην γκαλερί «Σκουφά», μια εξαιρετική σειρά από έργα που είχαν έντονα κοινωνικοπολιτικά μηνύματα, και αυτά ήταν επίσης μαύρα. Η ζωγραφική μπορεί να είναι τόσο κυνική και σκληρή;
  • Μερικά χρόνια τώρα το μαύρο χρώμα στριφογύρναγε ξανά στο μυαλό μου. Αυτό βέβαια έχει σχέση με τις καταστάσεις που ζούμε σήμερα, με μια άλλη χούντα, ξεκινάει σιγά-σιγά, υποσυνείδητα, ώσπου μια μέρα οι εικόνες άλλαξαν και η πολυχρωμία καταργήθηκε. Σ’ αυτή την έκθεση είχα έργα εμπνευσμένα από το μεταναστευτικό, που το γνωρίζω πολύ καλά αφού ζω μερικούς μήνες τον χρόνο στη Μυτιλήνη, αλλά από με τους άθλιους πολιτικούς που καταστρέφουν τη χώρα προκειμένου να είναι για κάποιο διάστημα στην εξουσία. Αυτούς τους παρουσίασα εν ώρα εργασίας ως πιθήκους, δηλαδή παράγοντας… αέρια, ελπίζοντας ότι τα έργα δεν θα τα δουν τα συμπαθή τετράποδα και παρεξηγηθούν. Όταν χρειάζεται, όχι μόνον η ζωγραφική αλλά όλες οι Τέχνες πρέπει να είναι κυνικές και σκληρές.
  • Το 1985 στραφήκατε στη φωτογραφία αφού εργαστήκατε και με άλλα μέσα και κυρίως τη ζωγραφική σουρεαλιστικών έργων. Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με τη φωτογραφία; Προσεγγίζετε με τον ίδιο τρόπο τη ζωγραφική και τη φωτογραφία ή μήπως τα σουρεαλιστικά έργα ζωγραφικής επηρέασαν τη φωτογραφική σας τέχνη;
  • Τα πρώτα μου έργα ζωγραφικής (που ακολούθησαν μετά από μια σχετικά σύντομη περίοδο που έκανα βίντεο, περφόρμανς, κ.λ.π.) ήταν από ιδεολογική άποψη περισσότερο κοντά στον υπερρεαλισμό. Αργότερα, επηρεασμένος και από τα σύγχρονα ρεύματα της τέχνης, ξέφυγα αρκετά, γιαυτό τώρα με κατατάσσουν στους μεταϋπερρεαλιστές. Ως νεότερος καλλιτέχνης τα θέματά μου έχουν να κάνουν περισσότερο με τα σύγχρονα προβλήματα του ανθρώπου. Η μοναχικότητα, η έλλειψη χρόνου και χώρου, το κακοποιημένο περιβάλλον, η φύση που μας απειλεί, η ηχορρύπανση, προβλήματα δηλαδή που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος είναι κατ’ αρχήν και δικά μου προβλήματα και απεικονίζονται τόσο στη ζωγραφική όσο και σε πολλές από τις φωτογραφίες μου.
  • Είσθε από τους πρώτους Έλληνες ζωγράφους που κάνατε Performances, Body Art, Video Art και Mail Art. Η πρωτοπορία και η πρωτοτυπία είναι ζητούμενα για σας και τη δουλειά σας;
  • Αυτά τα έκανα στην ώρα τους, γύρω στα 1975, όταν υπήρχαν ακόμη λίγα περιθώρια για καινούργιες προτάσεις. Σήμερα όλα αυτά μού φαίνονται μάλλον πληκτικά. Νομίζω ότι θα ’πρεπε –τρόπος του λέγειν, βέβαια– να υπάρχει μια ειδική αστυνομία της τέχνης για να γλυτώσουμε κι εμείς αλλά κι αυτοί οι κακόμοιροι που χασομεράνε νομίζοντας ότι κάνουν πρωτοπορία, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκονται στον βυθό μιας θλιβερής αργοπορίας. Στις συνειδήσεις μας η μοντέρνα τέχνη έχει συνδεθεί, κατά ψυχαναγκαστικό τρόπο, με τη διαφοροποίηση, την έκπληξη, το νέο. Θεωρούν ότι δεν μπορούν να πλασάρουν κάτι ως μοντέρνο εάν αυτό δεν το συνδέσουν με τις πλέον ψευδοκαινοφανείς περιστάσεις. Έχουν καταντήσει οι νέοι καλλιτέχνες να μη μπορούν να συντάξουν το βιογραφικό τους εάν δεν έχουν κάνει τουλάχιστον μία περφόρμανς και ένα βίντεο. Εδώ και λίγα χρόνια η κατάσταση έχει ξεπεράσει τα όρια του γελοίου και δυστυχώς υπάρχουν ακόμη επιμελητές εκθέσεων που την χειροτερεύουν και την συντηρούν.
  • Ο γνωστός Αμερικανός τεχνοκριτικός Τζον Γουντ έχει γράψει, σχετικά με τις φωτογραφίες σας, ότι είσθε κορυφαίος πορτρετίστας και πως γνωρίζει μόνον δύο μεγάλους ζωγράφους που είναι και μεγάλοι φωτογράφοι, τον Μαν Ρέι και εσάς.
  • Νομίζω πως υπερβάλλει. Γνωρίζω πολλούς καλύτερους φωτογράφους από εμένα και τους ζηλεύω. Όσον αφορά στα πορτρέτα μου φαίνεται πως αρέσουν και σε αυτούς που μου έχουν ποζάρει, αφού μερικοί, όπως για παράδειγμα ο Γκάμπριελ Γκαρσία Μάρκες, ο Τζεφ Κουνς, ο Έντουαρντ Άλμπι, μετά λίγα χρόνια μού ζήτησαν και τους ξαναφωτογράφησα.
  • Μια που το αναφέρατε, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, αυτός ο μεγάλος συγγραφέας, πώς ήτανε, ποια ήταν η σχέση σας μαζί του;
  • Τον συναντούσα τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του. Είχαμε πολύ καλή σχέση, αγαπούσε τη ζωγραφική και τους αρχαίους Έλληνες. Στο σπίτι του, στην Καρταχένα της Κολομβίας, έχει έναν πίνακά μου στον οποίον αναφερόταν συχνά. Παρίστανε το εσωτερικό ενός δωματίου στο οποίο μεγάλωνε ένα δέντρο. Τον φωτογράφιζα σχεδόν κάθε φορά που τον συναντούσα και ποζάριζε πάντοτε με κέφι. Με αυτές τις φωτογραφίες έκανα ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε διεθνώς, στα αγγλικά, από τις εκδόσεις Kerber.
  • Ο σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας, και επίσης φίλος σας, Έντουαρντ Άλμπι, που όλοι γνωρίζουμε από το έργο του «Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γούλφ;», πως ήταν σαν άνθρωπος;
  • Ήταν εξαιρετικά ισχυρή προσωπικότητα, φαινόταν στους «λίγους» δύσκολος άνθρωπος, αλλά με τους φίλους του ήταν πολύ καλός. Ήταν πολύ σοβαρός και συνεπής. Ενδιαφερόταν πάντοτε για την τύχη των έργων του, ήθελε να γνωρίζει ποιοι τα παίζουν και ζητούσε πάντοτε τη γνώμη μου για το πώς αυτά παρουσιάζονταν στην Ελλάδα. Εμένα με αγαπούσε πολύ και κάποτε που αρρώστησα κάπως σοβαρά μού τηλεφωνούσε με ανησυχία για να του πω πώς είμαι. Παλαιότερα είχε γράψει ένα ποίημα για μια από τις φωτογραφίες μου το οποίο αργότερα μου ενέπνευσε μερικές καινούργιες φωτογραφίες και λίγο πριν πεθάνει το τύπωσα σε βιβλίο που κυκλοφόρησε εκτός εμπορίου, μόνον για τους φίλους μας. Στο σπίτι του στο Μανχάταν είχε μια μεγάλη συλλογή με σπουδαία έργα σύγχρονης Τέχνης και μια από τις σημαντικότερες συλλογές αφρικανικής γλυπτικής. Είχε και έργα του Στάμου.
  • Ποιων άλλων διάσημων φίλων σας απολαύσατε τη φωτογράφηση.
  • Ο Γκορ Βιντάλ, η Λουίζ Μπουρζουά, ο Μισέλ Τουρνιέ, ο Αρμάν, ο Τομ Γουέσελμαν, ο Κάρλος Φουέντες, για να αναφέρω μερικούς, ήταν εξαιρετικά συνεργάσιμοι. Το διασκεδάζαμε αμφότεροι. Μόνον ο Τζεφ Κουνς ήταν αγχωμένος, αλλά όταν αργότερα είδε το αποτέλεσμα έγραψε πάνω σε μια από τις φωτογραφίες πως ήταν η ωραιότερη που του είχαν κάνει. Με την Μπουρζουά ήμασταν πολλά χρόνια φίλοι και εκτιμούσε πολύ τη δουλειά μου. Την έχω φωτογραφήσει αρκετές φορές και σκέπτομαι να κάνω και γι’ αυτήν ένα βιβλίο.
  • Η ζωγραφική επηρεάζει τη φωτογραφία;
  • Πάρα πολύ. Γιατί με τη ζωγραφική μαθαίνεις τις αναλογίες, τις τομές και τους κανόνες της εικόνας, η ζωγραφική θέλει επίσης οργάνωση και πειθαρχία. Μερικοί από τους σημαντικότερους φωτογράφους ήταν και ζωγράφοι ή είχαν σπουδάσει ζωγραφική.
  • Σας αρέσει να δουλεύετε με γυμνά μοντέλα. Τι σας έκανε να επικεντρωθείτε στη φωτογράφηση του γυμνού και την εξύμνηση του ανθρώπινου σώματος;
  • Αυτό ήρθε αυτόματα, μόνο του. Από μικρός, προκειμένου να μάθω να ζωγραφίζω, αντέγραφα πίνακες με γυμνά κλασικών ζωγράφων.
    Ταυτόχρονα, θέλοντας να βελτιώσω την τεχνική μου, ζητούσα από τους συμμαθητές μου και μου ποζάρανε γυμνοί. Αν προσθέσετε και τα γυμνά αγάλματα που έβλεπα στα μουσεία, ε, τότε, το γυμνό είχε πλέον περάσει στο DNA μου. Το γυμνό σώμα δεν ήταν ποτέ για μένα ντροπή ή αμαρτία. Ήταν μια φυσική, μια εντελώς φυσιολογική κατάσταση, ήταν οι πρωτόπλαστοι πριν δαγκώσουν το μήλο της εκκλησίας.
  • Αντρικό και γυναικείο γυμνό. Πόσο διαφέρουν;
  • Για μένα και τα δύο είναι «εργαλεία» που τα χρησιμοποιώ προκειμένου να συνθέσω μια φωτογραφία, απλώς το ανδρικό σώμα έχει λιγότερες ατέλειες και είναι πιο εύκολο να βρίσκω μοντέλα.