Ανάκαμψη της οικονομίας με «αγκάθια»

Ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έχει αρχίσει και ανεβάζει στροφές. Η αγορά εργασίας συνεχίζει να βελτιώνεται, με την απασχόληση να αυξάνεται και το ποσοστό ανεργίας να υποχωρεί. Και η λήξη του τρίτου προγράμματος βελτίωσε τις προσδοκίες των επιχειρήσεων και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Εφόσον λοιπόν οι εξελίξεις είναι θετικές, όπως διατυμπανίζει και η κυβέρνηση, τότε γιατί εξακολουθεί και υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με τις προοπτικές της οικονομίας;
Διότι η αλήθεια είναι ότι αν και είναι ενθαρρυντικό το γεγονός της επιστροφής της μεταβολής του ΑΕΠ σε θετικό πρόσημο, η ανάκαμψη παραμένει εύθραυστη. Επιπλέον, όλες οι βασικές μακροοικονομικές προβλέψεις υπόκεινται σε μία σειρά από αβεβαιότητες. Ο κίνδυνος λοιπόν να ανατραπούν τα δεδομένα για την ελληνική οικονομία είναι υπαρκτός, από τη στιγμή μάλιστα που οι συνθήκες στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον χειροτερέψουν, ενώ οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν ουσιαστικά «βαλτώσει», και η δημοσιονομική πολιτική έχει χαλαρώσει, λόγω του εκλογικού κύκλου.

Του Σπύρου Σταθάκη


Δικαιολογημένη λοιπόν η επιφυλακτικότητα που επιδεικνύουν προς το παρόν οι ξένοι επενδυτές σχετικά με τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρα μας. Και όπως χαρακτηριστικά σημειώνει σχετική ανάλυση η αμερικανική τράπεζα Citigroup, από τις διαθέσεις των επενδυτών εξαρτώνται οι προοπτικές της Ελλάδας το επόμενο έτος, τη στιγμή που οι πραγματικές επενδύσεις έχουν σημειώσει βουτιά, οι τραπεζικές πιστώσεις συνεχίζουν να συρρικνώνονται, η ιδιωτική κατανάλωση δεν αναμένεται να επιταχυνθεί και η αποταμίευση είναι αρνητική. Ειδικότερα, η Citigroup επισημαίνει ότι οι δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας εξακολουθούν να υφίστανται. Παρά τις σημαντικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες και τη μεγάλη εσωτερική υποτίμηση, η ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών βελτιώθηκε λιγότερο από ό,τι σε άλλες χώρες της Ε.Ε. Οι εσωτερικές αποταμιεύσεις εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να είναι ανεπαρκείς στο να στηρίξουν τις επενδυτικές ανάγκες της οικονομίας, αφού οι πραγματικές επενδύσεις μειώθηκαν περίπου 65% από το 2007. Την ίδια στιγμή, η ανεπαρκής χρηματοδότηση παραμένει ένας μεγάλος περιορισμός για τις επενδύσεις, ενώ είναι αργή η πρόοδος στην προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το πρόσφατο σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος να δημιουργήσει ένα είδος κακής τράπεζας και να μεταφέρει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών μπορεί να βοηθήσει στην αποδέσμευση ορισμένων πιστώσεων προς την οικονομία, τη διετία 2019-2020. Σε κάθε περίπτωση όμως, και σύμφωνα πάντα με την ανάλυση της Citigroup, οι οικονομικές προοπτικές παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τις διακυμάνσεις της εμπιστοσύνης μεταξύ των ξένων επενδυτών και των διεθνών αγορών, οι οποίοι παραμένουν σχεδόν οι μόνοι χρηματοδότες στην οικονομία.

Τα εμπόδια και οι προκλήσεις για την οικονομία

Και μιας και έγινε αναφορά στην ΤτΕ, πολλές φορές έχει αναφερθεί στις διάφορες εκθέσεις της, στα προβλήματα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία, σε συνδυασμό με τα αυξημένα ρίσκα από το εξωτερικό. Και κανείς δεν πρέπει πλέον να αμφιβάλει, ότι παραμένουν σημαντικές προκλήσεις, ιδιαίτερα σε ένα εξωτερικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα. Κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων, σταδιακός περιορισμός της νομισματικής πολιτικής στις αναπτυγμένες οικονομίες, υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ, άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου, δυσμενείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες κυρίως στις αναδυόμενες οικονομίες, πολιτική αστάθεια κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Αυτά είναι τα συστατικά που συνθέτουν ένα «εύφλεκτο» διεθνές περιβάλλον, στο οποίο καλείται να επιβιώσει η ελληνική οικονομία. Επιπλέον, η εναρμόνιση της δημοσιονομικής προσαρμογής με τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας, η αποκατάσταση της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, η ενίσχυση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας , και η συνακόλουθη επιτάχυνση της εξωστρέφειας και της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας, εξακολουθούν και είναι ζητούμενα. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι χρειάζεται σημαντική αύξηση τόσο των ιδιωτικών όσο και των δημόσιων επενδύσεων ώστε να καλυφθεί το επενδυτικό κενό και να επιτευχθούν, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης.
Η επιτάχυνση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, η αποκατάσταση της τραπεζικής χρηματοδότησης και η βελτίωση της κερδοφορίας του ιδιωτικού τομέα μπορούν να συμβάλουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Ωστόσο, στους τομείς αυτούς το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρούνται σημαντικές καθυστερήσεις, που έχουν να κάνουν κυρίως με τις «παρενέργειες» της άτυπης προεκλογικής περιόδου. Συν τοις άλλοις, παρά τις θετικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας, τα ποσοστά ανεργίας στους νέους, στις γυναίκες και στους μακροχρόνια ανέργους παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ και η πλειοψηφία των νέων θέσεων στον ιδιωτικό τομέα αφορά ευέλικτες μορφές απασχόλησης.
Κατά τις αναλύσεις της ΤτΕ, οι κίνδυνοι που περιβάλλουν την ελληνική οικονομία είναι η υπέρμετρη φορολόγηση, αλλά και τυχόν ανάκληση ή καθυστερήσεις στην υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, η αύξηση του παγκόσμιου προστατευτισμού, η υιοθέτηση πιο περιοριστικής νομισματικής πολιτικής από τις ΗΠΑ, οι αναταράξεις που συνδέονται με την αστάθεια στις αναδυόμενες αγορές, οι διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές ομολόγων και οι γεωπολιτικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένης μιας πιθανής επιδείνωσης της προσφυγικής κρίσης ή/και μιας επιδείνωσης της οικονομίας της Τουρκίας.


Από ’κεί και πέρα, η απρόσκοπτη πρόσβαση του Ελληνικού Δημοσίου στις αγορές ομολόγων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας στην κανονικότητα. Η ύπαρξη του ταμειακού αποθέματος ασφαλείας, αν και αποτελεί μια άγκυρα ασφαλείας καθώς επιτρέπει την εξασφάλιση χρηματοδότησης από τις αγορές με ευνοϊκούς όρους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, εντούτοις συνεχίζει να έχει εξαιρετικά βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα και περιορισμένου βαθμού δυνατότητα απορρόφησης κραδασμών από μια αντίξοη εγχώρια ή διεθνή συγκυρία. Σύμφωνα με την ΤτΕ η καλύτερη εγγύηση για μια επιτυχή πορεία είναι η προσήλωση στην ολοκλήρωση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας και η επακόλουθη εδραίωση της εμπιστοσύνης των αγορών στις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, που είναι και το κύριο ζητούμενο για την απρόσκοπτη αναχρηματοδότηση του ελληνικού χρέους από τις αγορές κεφαλαίων και την πλήρη αποδέσμευση της Ελλάδος από τα προγράμματα επιτήρησης. Μόνο έτσι η «έξοδος από τα μνημόνια» θα αποκτήσει και ουσιαστικό περιεχόμενο.

Προβλήματα και αβεβαιότητες

Παρά τις όποιες θετικές ενδείξεις, λοιπόν, υπάρχουν σοβαρά ζητήματα, που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Ένα από τα πλέον σημαντικά είναι οι χρηματοδοτικές συνθήκες, που παραμένουν δύσκολες και μπορεί να παρεμποδίσουν την ανάκαμψη της οικονομίας. Μετά από τη συμφωνία σχετικά με τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και την επιτυχή έξοδο της Ελλάδας από το πρόγραμμα του ESM, οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας βελτιώθηκαν. Ωστόσο, η βελτίωση των εξωτερικών συνθηκών χρηματοδότησης δεν έχει ακόμη επέλθει, καθώς η πτώση των τα spreads έχουν αντιστραφεί από τις αρχές του 2018, λόγω εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων. Οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να παρεμποδίσουν την ικανότητα άντλησης κεφαλαίων και μπορεί να αυξήσει το κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις και για τη χρηματοδότηση επενδύσεων. Από κει και πέρα, οι προοπτικές της οικονομίας υποθέτουν ότι η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων θα συνεχιστεί, παρέχοντας αξιοπιστία και καλό επενδυτικό κλίμα. Όμως υπάρχουν αβεβαιότητες που σχετίζονται με την εσωτερική πολιτική, ιδίως σε ότι αφορά τις αποκλίσεις στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί έναντι των ευρωπαίων δανειστών. Κάτι τέτοιο θα εμποδίσει την οικονομική ανάπτυξη και θα θέσει σε κίνδυνο την οικονομική ανάπτυξη και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Επιπλέον, το υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολουθεί να επιβαρύνει την ικανότητα διαμεσολάβησης των τραπεζών, προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και της ανάπτυξης. Αν και η οικονομική κρίση λοιπόν έχει φαινομενικά τελειώσει, πολλά από τα «κληροδοτήματά» της θα πρέπει να αντιμετωπιστούν τα επόμενα χρόνια. Πρώτον και κύριον, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στην Ε.Ε., ακόμη και μετά την πλήρη εφαρμογή των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος. Το ύψος του θα παραμείνει πάνω από το 100% του ΑΕΠ για αρκετές δεκαετίες. Δεύτερον, η ανεργία παραμένει πολύ μεγάλη και παρόλο που αναμένεται να συνεχίσει να συρρικνώνεται, οι άνεργοι που θα εξακολουθούν να αποτελούν ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού. Μακροπρόθεσμα η ανεργία, εκτός από το κοινωνικό κόστος της, είναι επίσης επιζήμια για το ανθρώπινο κεφάλαιο, και θα χρειαστούν αυξημένες προσπάθειες για να βοηθήσουν αυτούς τους ανθρώπους να επανοικοδομήσουν τις δεξιότητές τους και να τους ενσωματώσουν ξανά στην οικονομία της αγοράς. Τρίτον, το πολύ υψηλό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων είναι ένας ισχυρός περιορισμός για τον χρηματοπιστωτικό τομέα.Μια άλλη πολύ σημαντική κληρονομιά της κρίσης που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι η διάβρωση του αποθέματος κεφαλαίου. Οι συνολικές επενδύσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 65% την περίοδο 2007-2017. Ακόμη και αν ξεκινήσει η ακαθάριστη επενδυτική δαπάνη να αυξάνεται το 2016-2017, τα καθαρά ποσοστά επενδύσεων παραμένουν αρνητικά, δηλαδή το κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας παραμένει σε καθεστώς συρρίκνωσης.

Τα δημοσιονομικά ζητήματα

Υπάρχει όμως και το «αγκάθι» της δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία στην ουσία λειτουργεί αντιαναπτυξιακά. Συγκεκριμένα, το υπάρχον δημοσιονομικό μίγμα, παρόλο που εκπληρώνει τους δημοσιονομικούς στόχους, στερεί πόρους από την πραγματική οικονομία λόγω της υπερφορολόγησης και της περικοπής των επενδυτικών δαπανών. Κατά συνέπεια, χρειάζεται μία αναδιάταξη του δημοσιονομικού μίγματος μέσω της μείωσης των φορολογικών συντελεστών και της ανακατανομής της δημόσιας δαπάνης κατά τρόπο που θα τονώνει την ανάπτυξη.
Επίσης, είναι σημαντικό να αντιστραφεί η τάση της μείωσης των δημοσίων επενδύσεων των προηγούμενων ετών, που έχει οδηγήσει στη μείωση του παραγωγικού αποθέματος κεφαλαίου της ελληνικής οικονομίας. Απαιτούνται λοιπόν η καλύτερη αξιοποίηση των πόρων των Διαρθρωτικών Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επέκταση των συμπράξεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) σε κλάδους όπου υπάρχει έλλειμμα δημοσίων επενδύσεων, η επιτάχυνση του προγράμματος των αποκρατικοποιήσεων που θα συνοδεύονται από νέες επενδύσεις των ιδιωτών επενδυτών, αλλά και η ταχύτερη εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τον ιδιωτικό τομέα.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι ιδιαιτέρως σημαντικές και οι επισημάνσεις του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2019. δείχνει ότι απαιτούνται ακόμα πολλά να γίνουν στη χώρα, ώστε αυτή να βγει οριστικά από την κρίση. Από τη μία πλευρά, η εμπροσθοβαρής εφαρμογή των μέτρων ελάφρυνσης θα οδηγήσει σε ανακούφιση συγκεκριμένες κοινωνικές αμάδες, οι οποίες έχουν πληγεί από τα μέτρα λιτότητα επί 9 χρόνια. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν πρέπει οι ελαφρύνσεις αυτές να οδηγήσουν σε προεκλογικές παροχές, οι οποίες θα εκτροχιάσουν τα μεγέθη του Προϋπολογισμού. Η πρώτη έκθεση της ενισχυμένης εποπτείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκαλεί ανησυχία. Η δημοσιονομική πολιτική μπορεί να χαρακτηρίζεται βιώσιμη, αλλά βασίζεται κυρίως στην υπερφορολόγηση της ιδιωτικής οικονομίας και στη μείωση επενδυτικών δαπανών που 0α μπορούσαν να δώσουν ώθηση στην οικονομία. Σε αυτή την κατεύθυνση, η νέα μείωση των δαπανών στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων σε σχέση με το προσχέδιο, ώστε να βγουν τα νούμερα για πλεόνασμα στα πολύ υψηλή επίπεδα του 3,6% του ΑΕΠ, αποτελεί τροχοπέδη στην επιδίωξη όσο το δυνατόν μεγαλύτερων ρυ0μών ανάπτυξης.
Η αναγνώριση, μέσα στο ίδιο το κείμενο του Προϋπολογισμού, ότι η επιβεβαίωση των στόχων αυτών εξαρτάται περισσότερο από την επικράτηση ομαλών συν0ηκών στο διεθνές γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, σημαίνει ότι πρέπει να εφαρμόσουμε εμπροσθοβαρώς και τις απαραίτητες εκείνες παρεμβάσεις και μεταρρυ0μίσεις, ώστε να 0ωρακίσουμε ακόμα περισσότερο την οικονομία από οποιοδήποτε πι0ανό πισωγύρισμα προκύψει σε διεθνές επίπεδο, και να διασφαλίσουμε, με αυτό τον τρόπο, την ταχύτερη επιστροφή της χώρας μας στις αγορές.