Τι συμβαίνει τελικά με τις τράπεζες;

Οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των κρατικών χρεών έχουν επανέλθει στο προσκήνιο, λόγω της αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας.

Έχουμε ήδη επισημάνει ότι οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις δεν είναι πλέον και τόσο ιδανικές για την ελληνική οικονομία. Η κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων επηρεάζει αρνητικά το διεθνές εμπόριο και συνακόλουθα τις οικονομικές προοπτικές παγκοσμίως. Επιπλέον, οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές οδηγούν σε αύξηση της αποστροφής κινδύνου από τους διεθνείς επενδυτές, με δεδομένη και την αναπόφευκτη, όπως όλα δείχνουν, αύξηση του κόστους δανεισμού.

Του Σπύρου Σταθάκη

Στο πλαίσιο αυτό, οι πρόσφατες προειδοποιήσεις της ΕΚΤ για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η Φρανκφούρτη λοιπόν επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι στο χρηματοοικονομικό σύστημα της Ευρωζώνης αυξάνονται, εξαιτίας της αναταραχής από την ένταση στις σχέσεις Βρυξελλών – Ρώμης για τον ιταλικό προϋπολογισμό, του Brexit, των εμπορικών διενέξεων, αλλά και μιας πιθανής απότομης διόρθωση στις τιμές των παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων. Ειδικότερα, οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των κρατικών χρεών έχουν επανέλθει στο προσκήνιο, λόγω της αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας γύρω από τις πολιτικές που θα ακολουθήσει η ιταλική κυβέρνηση, αν και προς το παρόν η μετάδοση των αναταράξεων σε άλλες χώρες έχει παραμείνει σχετικά περιορισμένη.
Επιπλέον, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι σε παγκόσμιο επίπεδο οι χρηματοοικονομικοί και επιχειρηματικοί κύκλοι ωριμάζουν και ένας αριθμός δεικτών υποδεικνύουν ότι οι τιμές παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσαν να υποχωρήσουν. Με την αμερικανική Federal Reserve να συνεχίζει να αυξάνει τα επιτόκιά της, το αυξημένο κόστος δανεισμού θα μπορούσε να προκαλέσει πιέσεις στις αναδυόμενες οικονομίες. Η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι οι αναδυόμενες αγορές ενδεχομένως να βρεθούν να γνωρίζουν αυξημένες πιέσεις λόγω και της μεγάλης έντασης στο παγκόσμιο εμπόριο. Την ίδια στιγμή, το ενδεχόμενο ενός Brexit χωρίς να υπάρξει συμφωνία με την Ε.Ε. θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει κίνδυνο για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.
Αυτό που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι σύμφωνα με την ΕΚΤ ο κίνδυνος περαιτέρω αύξησης των επιτοκίων στα ιταλικά ομόλογα θα συνεπάγεται αντίστοιχες αυξήσεις στα επιτόκια και των υπόλοιπων υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης. Οι πιέσεις στο κόστος δανεισμού, σε συνδυασμό με την έλλειψη επαρκούς δημοσιονομικής προσαρμογής, ενδεχομένως θα θέσουν το δημόσιο χρέος ορισμένων κρατών-μελών σε μη βιώσιμο μονοπάτι. Οι αυξημένες εντάσεις θα μπορούσαν να εξαπλωθούν και στις υπόλοιπες αγορές κρατικού χρέους, λόγω των πιέσεων στα ιταλικά ομόλογα.

Τράπεζες: Ο «αδύναμος κρίκος»!

Εύκολα γίνεται κατανοητό ότι η ΕΚΤ, μέσω των παραπάνω προειδοποιήσεων, «φωτογραφίζει» και την Ελλάδα μεταξύ των χωρών-μελών της Ευρωζώνης που δυνητικά θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν σημαντικά προβλήματα, εξαιτίας της αύξησης των χρηματοοικονομικών κινδύνων σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Και η αλήθεια είναι ότι η ελληνική οικονομία, παρά την όποια πρόοδο έχει να επιδείξει πρόσφατα κυρίως στο δημοσιονομικό μέτωπο, εξακολουθεί και είναι ευάλωτη στις αναταράξεις των διεθνών αγορών. Άλλωστε, μία από τις βασικές πηγές κινδύνου και αβεβαιότητας σχετικά με τις οικονομικές προοπτικές είναι η πορεία βελτίωσης των συνθηκών δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου καθώς και των ελληνικών επιχειρήσεων από τις διεθνείς αγορές, η οποία συνδέεται ως ένα βαθμό και με τη διεθνή πιστοληπτική ικανότητα της χώρας.
Και είναι δυστυχώς γεγονός ότι τα πρόσφατα roadshows έδειξαν περιορισμένη όρεξη εκ μέρους των διεθνών επενδυτών για την αγορά ελληνικών ομολόγων. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι το παρατεταμένο sell off των ιταλικών ομολόγων έχει οδηγήσει σε αύξηση και το κόστος δανεισμού της χώρας μας. Η προβληματική επίδοση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου έχει να κάνει και με την ανησυχία των αγορών ότι ενδεχόμενες πρόωρες εκλογές θα μπορούσαν να διαταράξουν την πολιτική σταθερότητα, άρα να πλήξουν και τις προοπτικές της οικονομίας. Αλλά κακά τα ψέματα. Την τρέχουσα περίοδο ο πλέον «αδύναμος κρίκος» αναδεικνύονται οι ελληνικές τράπεζες.
Η πορεία εξομάλυνσης της λειτουργίας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, με την επίτευξη των στόχων μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων στα χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών και την εξασφάλιση ικανοποιητικής ροής καταθέσεων, εξακολουθεί να είναι το μέγα ζητούμενο. Η απογοητευτική εικόνα στο χρηματιστήριο των τραπεζικών μετοχών μπορεί σε έναν βαθμό να οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες, αλλά και σε παιχνίδια υποτιμητικής κερδοσκοπίας, αλλά είναι κυρίως το αποτέλεσμα της αβεβαιότητας των επενδυτών σχετικά με το μέλλον του τραπεζικού συστήματος. Αν εξαιρέσουμε τις καθημερινές διακυμάνσεις των τιμών των μετοχών στο χρηματιστήριο θα διαπιστώσουμε ότι η συνολική κεφαλαιοποίηση των 4 συστημικών τραπεζών κυμαίνεται πλέον πέριξ των 4 δισ. ευρώ, όταν στις αρχές του τρέχοντος έτους ήταν περί τα 9 δισ. ευρώ.
Η πτώση των τραπεζικών μετοχών είναι ο «κινητήριος μοχλός» της κατρακύλας του χρηματιστηρίου συνολικά, αφού από το σύνολο των απωλειών περίπου 13,5 δισ. ευρώ από το υψηλό του έτους στο χρηματιστήριο της Αθήνας, γύρω στα 6 δισ. ευρώ αφορούν στον τραπεζικό κλάδο. Είναι εξάλλου ενδεικτικό το γεγονός ότι όσοι επενδυτές συμμετείχαν στις δύο πρώτες ανακεφαλαιοποιήσεις, που πραγματοποιήθηκαν το 2013 και το 2014, πλέον χάνουν το 99,9% των χρημάτων τους, ενώ και οι ζημιές από την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση ξεπερνούν το 55%. Και μπορεί να υπάρχουν ορισμένα κερδοσκοπικά κεφάλαια του εξωτερικού που τοποθετήθηκαν επιθετικά πτωτικά στις τραπεζικές μετοχές, διαμορφώνοντας εν μέρει την τιμή τους, μπορεί και οι αγορές μετοχών παγκοσμίως να καταγράφουν απώλειες, που τις τελευταίες εβδομάδες αγγίζουν τα 10 τρισ. δολάρια, αλλά οι λόγοι αυτοί δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την όλη κατάσταση.

Το πρόβλημα των κόκκινων δανείων

Διεθνείς αλλά και εγχώριες αναλύσεις σημειώνουν ότι υπάρχουν ανησυχίες ότι η Ελλάδα μπορεί να αντιμετωπίσει μία ακόμα χρηματοπιστωτική κρίση εάν δεν μπορεί να αποτρέψει το καθοδικό σπιράλ των τραπεζών της. Μπορεί αυτό να ακούγεται υπερβολικό, όμως επιβαρυμένες από τα κόκκινα δάνεια που εξακολουθούν να αποτελούν το ήμισυ περίπου του συνολικού δανεισμού, οι τράπεζες παραμένουν ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας.
Σύμφωνα με την τρίτη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη μείωση των κινδύνων στον τραπεζικό τομέα στην Ελλάδα, το δεύτερο τρίμηνο του 2018 το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε σχέση με το σύνολο των δανείων μειώθηκε από 46,9% στο 44,9%, ποσοστό μείωσης 4,2%. Ωστόσο, η χώρα μας διατηρεί την πρώτη θέση στην Ε.Ε. με το μεγαλύτερο ποσοστό. Σύμφωνα με την Κομισιόν αυτή η εξέλιξη είναι πολύ ενθαρρυντική, εντούτοις πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες αντιμετώπισης ζητημάτων από το παρελθόν που βαρύνουν ακόμη τον τομέα από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η δουλειά θα πρέπει να συνεχιστεί ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, όπου υπάρχει μείωση, όμως ξεκίνησαν από πολύ υψηλά επίπεδα.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΤτΕ παρουσίασε μια δική της πρόταση, για το «καθάρισμα» ουσιαστικά των ισολογισμών των τραπεζών από το 50% περίπου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Το σχέδιο μάλιστα χαρακτηρίστηκε «πιστωτικά θετικό» από τον οίκο αξιολόγησης Moody’s. Πρακτικά η ΤτΕ θέλει να «ελαφρύνει» τις τράπεζες από τα επισφαλή δάνειά τους, χρησιμοποιώντας ειδικά μέσα τιτλοποίησης για τη μεταφορά 42 δισ. ευρώ επισφαλών δανείων, με τη βοήθεια κυβερνητικών φορολογικών πιστώσεων. Κάτι το οποίο χρειάζεται βεβαίως την έγκριση του SSM αλλά και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανταγωνισμού, διότι μπορεί να χαρακτηριστεί κρατική βοήθεια.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η πώληση των δανείων σε ένα όχημα ειδικού σκοπού θα επέτρεπε την σταδιακή επεξεργασία των δανείων, αποφεύγοντας την άμεση πώληση. Ωστόσο οι τράπεζες και πάλι θα πρέπει να βρουν επενδυτές για να χρηματοδοτήσουν το όχημα, και ίσως να είναι απρόθυμοι να πληρώσουν ένα τίμημα για τα δάνεια που είναι αρκετά υψηλό για τις τράπεζες να αποφύγουν περαιτέρω ζημιές. Πάντως, οι τέσσερεις μεγαλύτερες τράπεζες έχουν 16 δισ. ευρώ αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, από προηγούμενες απομειώσεις, και ένα μέρος αυτών ( περίπου 7,45 δισ. ευρώ) θα χρησιμοποιηθούν για την αντιστάθμιση μελλοντικών φορολογικών υποχρεώσεων ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την κάλυψη ζημιών.Η ιδέα της ΤτΕ είναι να μεταφερθεί αυτή η υποθετική υποχρέωση έναντι της κυβέρνησης στα οχήματα τιτλοποίησης μαζί με τα δάνεια, δημιουργώντας ένα «μαξιλάρι» για να απορροφήσει τις απώλειες εάν τα δάνεια ανακτήσουν λιγότερα από ό,τι αναμενόταν. Ειδικότερα, τα NPEs θα μεταφερθούν σε καθαρή λογιστική αξία (καθαρή από προβλέψεις για επισφαλή δάνεια) σε ένα όχημα ειδικού σκοπού (SPV), μαζί με τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTCs) που αντιστοιχούν στην επιπλέον δυνητική ζημιά από τα NPEs.Η νομοθεσία που θα θεσπιστεί θα μετατρέπει αυτές τις DTCs σε αμετάκλητη απαίτηση από το SPV στο Ελληνικό Δημόσιο, με ένα προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής. Το SPV θα εκδώσει τίτλους με τα NPEs ως collateral, σε τρεις κλάσεις (senior, mezzanine, junior) για να χρηματοδοτήσει τη συναλλαγή. Τα junior θα τα αναλάβουν οι τράπεζες (έως 20%) και το Ελληνικό Δημόσιο. Τα senior και mezzanine θα απευθύνονται ενδεχομένως σε ιδιώτες επενδυτές. Το σχήμα θα διαχειρίζονται αποκλειστικά εταιρείες για δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές διαφάνειας και εποπτείας.

Οι προκλήσεις για τις τράπεζες

Δεν γνωρίζουμε αν τελικά το σχέδιο της ΤτΕ προχωρήσει. Το θέμα είναι ότι κάτι πρέπει να γίνει. Οι τράπεζες της χώρας είναι επιβαρυμένες με κόκκινα δάνεια μετά από χρόνια ύφεσης και ύστερα από τις πιέσεις της ΕΚΤ να καθαρίσουν τα βιβλία τους πρέπει να μειώσουν τις μη εξυπηρετούμενες εκθέσεις τους κατά 37%, από τα 88,6 δισ. ευρώ στα 64,6 δισ. ευρώ μέχρι το 2020. Ακόμη και τότε όμως, τα επισφαλή δάνεια θα ανέρχονται στο ένα τρίτο του προβλεπόμενου δανεισμού τους. Έχει γίνει επίσης σαφές ότι όλες οι λύσεις που δοκιμάστηκαν μέχρι τώρα, από την επανεκκίνηση των πλειστηριασμών μέχρι τις τιτλοποιήσεις και τις μαζικές πωλήσεις δανείων σε ειδικά funds, μαζί με θεσμικές αλλαγές όπως ο εξωδικαστικός συμβιβασμός, δεν έχουν καταφέρει να αποδώσουν τα αναμενόμενα.
Οι καθυστερήσεις να επιλυθεί το πρόβλημα αλλά και η ατολμία των τραπεζών να προχωρήσουν άμεσα σε πιο δραστικά μέσα αναφορικά με την αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων των νοικοκυριών και πολύ περισσότερο των επιχειρήσεων επηρέασαν, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, το επενδυτικό ενδιαφέρον. Κάτι που αποτυπώνεται και στις τιμές των τραπεζικών μετοχών αλλά και στην οικονομία μας. Μέσα σε αυτό το βεβαρημένο περιβάλλον αναζητείται επειγόντως λύση για να αλλάξει τα δεδομένα και μαζί το επενδυτικό κλίμα.
Από ’κεί και πέρα, όπως επεσήμανε πρόσφατα και η ΕΣΕΕ, Τα υπαρκτά σοβαρά προβλήματα που συνθέτουν την ανησυχητική κατάσταση στις ελληνικές τράπεζες πρέπει να επιλυθούν άμεσα, αφού χωρίς ουσιαστική ικανότητα χρηματοδότησης από τις τράπεζες καμμία οικονομία δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της, ούτε βεβαίως να αναπτυχθεί, όπως επιτακτικά απαιτείται στη περίπτωση της χώρας μας. Το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με σειρά προκλήσεων, ενδογενών και εξωγενών. Απαιτείται να επιστρέψουν με συστηματικό τρόπο καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα, να ενισχυθεί ουσιαστικά η οργανική κερδοφορία των τραπεζών, να συρρικνωθούν με ικανοποιητικό ρυθμό τα «κόκκινα δάνεια», να αρθούν πλήρως οι κεφαλαιακοί περιορισμοί και να αποκλιμακωθεί το κόστος δανεισμού της χώρας, άρα και των τραπεζών, προκειμένου το τραπεζικό σύστημα να επιτελέσει το ρόλο του με επάρκεια και ασφάλεια.Οι μέχρι σήμερα λοιπόν ασαφείς λύσεις στο θολό τοπίο των ελληνικών τραπεζών απαιτούν άμεσα σοβαρές παρεμβάσεις με συγκεκριμένες και αποτελεσματικές ενέργειες. Ειδικότερα, η επίλυση του προβλήματος της αποτελεσματικής διαχείρισης των κόκκινων δανείων απαιτεί πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς μείωσής τους, δεδομένου ότι η χώρα έχει ολοκληρώσει τον υφεσιακό της κύκλο και η περίοδος ανάκαμψης απαιτεί την αξιοποίηση στο έπακρο των δυνατοτήτων του τραπεζικού συστήματος. Είναι θετικό ότι τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί αρκετά βήματα σε επίπεδο τόσο νομοθετικών πρωτοβουλιών και ρυθμιστικού πλαισίου για να αρθούν θεσμικά και διοικητικά εμπόδια, όσο και ενεργειών των πιστωτικών ιδρυμάτων που προάγουν την αποτελεσματική διαχείριση των κόκκινων δανείων. Ωστόσο, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι απαιτούνται επιπλέον εργαλεία στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής για τη διαχείριση του προβλήματος σε συνεργασία με την πολιτεία, τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό και φυσικά τα πιστωτικά ιδρύματα. Όσον αφορά στην κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων, αυτή υποχώρησε το πρώτο εξάμηνο του 2018 εξαιτίας της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9 και της καταγραφής ζημιών μετά από φόρους. Αναλυτικότερα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 15,7% από 17% τον Δεκέμβριο του 2017. Η ΤτΕ επισημαίνει ότι θα πρέπει να διατηρήσουν ένα σημαντικό κεφαλαιακό απόθεμα προκειμένου να απορροφήσουν τις μελλοντικές επιδράσεις από τη σταδιακή επίπτωση στα εποπτικά κεφάλαια από την ολοκλήρωση της εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9, την επικείμενη έναρξη εφαρμογής του ποσοστού αποθέματος ασφαλείας για τα λοιπά συστημικά σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα (Other Systemically Important Institutions – O-SII) την 1η Ιανουαρίου του 2019, καθώς και την αυστηροποίηση του χειρισμού των προβλέψεων για τα νέα ΜΕΑ, όπως έχει καθοριστεί από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό.