Στυλιανός Δήμου: O νεαρός συνθέτης της κλασικής σύγχρονης, πειραματικής μουσικής

O Στυλιανός Δήμου αποτελεί έναν από τους πλέον ανερχόμενους συνθέτες της κλασικής σύγχρονης, πειραματικής μουσικής της γενιάς του με αξιοσημείωτες διακρίσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Οι καλλιτεχνικές του εμπειρίες έχουν συνθέσει ένα ιδιαίτερο μωσαϊκό το οποίο προβάλει μια δυναμική και απρόσμενη ηχητική πραγματικότητα για το κοινό.

Συνέντευξη στη Δωριλένια Λιαγουροπούλου

Προερχόμενος από τον κόσμο της κλασικής μουσικής εκπαίδευσης και εκτέλεσης τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στον κόσμο της μουσικής δημιουργίας και δη της κλασικής σύγχρονης, πειραματικής μουσικής?

Μέχρι και το 2006, είχα στενή επαφή με ποικίλα μουσικά ρεύματα και  τάσεις. Το μεγαλύτερο μέρος της μέχρι τότε εμπειρίας μου περιοριζόταν στην μελέτη και εκτέλεση κλασικής μουσικής αλλά όχι μόνο καθώς μεγάλο μέρος της μουσικής μου δραστηριότητας είχε να κάνει με τη συμμετοχή μου σε γκρουπ ροκ αλλά και ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Βέβαια, σιγά σιγά άρχισε να γεννάται  η ανάγκη για αυτοσχεδιασμό κάτι που το βίωνα μέσα μου σαν μια πρώιμη κατάσταση μουσικής δημιουργίας. Ξεκίνησα να βιώνω μια έντονη ανάγκη για έκφραση και εσωτερική αναζήτηση και συνεπώς άρχισα να ψάχνω αισθητικά και καλλιτεχνικά ερεθίσματα που μπορούσαν να μου προσφέρουν τις ιδέες και τα εργαλεία για να το πετύχω. Συνεπώς δεν άργησε να ενταθεί η εσωτερική μου ανάγκη για τη σύνθεση. Με την εισαγωγή μου στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου στη Θεσσαλονίκη, άλλαξαν πολλά πράγματα στο πως αντιλαμβάνομαι τη μουσική και ειδικότερα, τι απαιτήσεις άρχισα να έχω  τόσο σε επίπεδο έκφρασης αλλά και αντίληψης. Πλέον ήταν ολοφάνερο πως ο αυτοσχεδιασμός είχε δώσει τη σκυτάλη στη σύνθεση. Η σύγχρονη κλασική, πειραματική μουσική έγινε μονόδρομος για εμένα ορίζοντας ένα ουδέτερο περιβάλλον σκέψης και έκφρασης αποδεσμευμένο από τις μέχρι τότε μουσικές αναφορές που βίωνα σαν νέος καλλιτέχνης. Κάπου εκεί μέσα άρχισα σιγά σιγά να αποτυπώνω τις πρώτες μου μουσικές ιδέες. Ο άνθρωπος που με βοήθησε στα πρώτα μου βήματα ήταν ο Καθηγητής σύνθεσης, του Τμήματος Μουσικών Σπουδών, Χρήστος Σαμαράς.

Θεωρείστε ένας από τους πιο ανερχόμενους συνθέτες της γενιάς σας έχοντας κερδίσει πολλούς σημαντικούς διαγωνισμούς και έχοντας αποσπάσει βραβεία σε εθνικές και διεθνείς διοργανώσεις. Ποιοι είναι οι καλλιτεχνικοί σας σταθμοί στους οποίους επαναπροσδιορίσατε το έργο σας και την τεχνική σύνθεσής σας;

Η πρώτη αλλαγή άρχισε να διαφαίνεται με τη μετάβαση μου στην Αμερική, το 2011, όπου σαν ανώτερος υπότροφος του οργανισμού Fulbright ξεκίνησα μεταπτυχιακές σπουδές στη σύνθεση, ανάλυση και ηλεκτρονική μουσική στο Πανεπιστήμιο του Rochester, Eastman School of Music, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης. Για δύο χρόνια λοιπόν είχα την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσω τις ιδέες μου, το ποιος είμαι προσπαθώντας να επεκτείνω το εύρος των γνώσεων και εμπειριών μου. Σε αυτή τη περίοδο συνέθεσα δέκα έργα τα οποία παρουσιάστηκαν σε Ευρώπη και  Αμερική. Παράλληλα με αυτό, μου δόθηκε η ευκαιρία να μπω βαθιά στην επιστήμη και το χώρο των media και της ηλεκτρονικής μουσικής, κάτι που σαφέστατα, όπως αποδείχθηκε, επηρέασε έντονα την καλλιτέχνη μου δραστηριότητα  τα επόμενα χρόνια.

Επόμενος σταθμός το Manhattan στη Νέα Υόρκη, 2013 και πλέον σαν διδάκτορας του Πανεπιστήμιου Columbia ένα νέο ταξίδι ξεκινά. Είναι πλέον  ξεκάθαρο για εμένα ότι στόχος  είναι η επισταμένη έρευνα και μελέτη διαδραστικών τεχνολογιών μεταξύ ανθρώπων – μουσικών και υπολογιστών. Το ίδιο έτος ξεκίνησα τα πρώτα “μουσικά πειράματα” αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα  που σύντομα  οδήγησαν στη πρώτη ηλεκτροακουστική σύνθεση.  Ήταν το πρώτο μου έργο για ενόργανο σύνολο και ηλεκτρονικά και παρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη το 2014 και στο Διεθνές Συνέδριο Ηλεκτρονική Μουσικής (ICMC 2016) στην Ουτρέχτη. Η πορεία μου τα επόμενα χρόνια ήταν προδιαγεγραμμένη και πλέον η μουσική μου άρχισε να αποκτά μια ιδιαίτερη κατευθυντήρια με κύριο γνώμονα την επαναδιαπραγμάτευση της μουσικής πολυπλοκότητας, “music complexity”, μέσα από τη σύμπραξη του ανθρώπου  με  διαδραστικές τεχνολογίες.  Στόχος πλέον ήταν η προβολή μιας μουσικής δραματουργίας ως ακουστική εμπειρία μέσα στον συναυλιακό χώρο.

Το 2017, έγινα δεκτός στο πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης στο Ινστιτούτο Έρευνας  Ακουστικής και Μουσικής (IRCAM) στο Παρίσι. Αυτή η χρονιά έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη μου σαν συνθέτη δίνοντας μου την ευκαιρία να ερευνήσω, σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο,  ζητήματα μουσικού προγραμματισμού επεκτείνοντας τις γνώσεις μου στην ηλεκτρονική μουσική και στην εφαρμογή διαφόρων τύπου τεχνολογιών τόσο στην δημιουργική διαδικασία αλλά και στην τελική πραγμάτωση μιας διαδραστικής, ηλεκτροακουστικής μουσικής παραγωγής.

Ποια είναι τα στοιχειά έμπνευσης σας και ποια είναι τα συναισθήματα που επιδιώκετε να δημιουργήσετε στο κοινό σας ;

Η έμπνευση, σαν όρος, είναι κάτι που δεν κρατάει για πολύ. Θα έλεγα απλά ότι είναι η κινητήριος δύναμη για το ξεκίνημα  ενός έργου. Κρατάει λίγο αλλά ορίζει τα ηχητικά πλαίσια στα οποία θα κινηθεί το έργο. Τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκα έντονα με τον ήχο σαν κατάσταση, σαν μια διακριτή ιδέα στην προσπάθεια μου να κατανοήσω τα ακουστικά του χαρακτηριστικά και τα στοιχεία δόμησής του. Οπότε έχουμε να κάνουμε με την αντίληψη του ήχου σαν  ηχητική οντότητα και κατ επέκταση της αρμονίας σαν τη σύμπραξη ομοιογενών η ετερογενών ηχητικών μορφωμάτων. Με ενδιαφέρει έντονα η σύνθεση και ανασύνθεση του βιομηχανικού ήχου. Είναι ένα ηχητικό προφίλ που διαπερνά τα τελευταία έργα μου και χαρακτηρίζει τον ηχητικό κόσμο που προσπαθώ να παρουσιάσω μέσα  από τα ακουστικά όργανα και τους ηλεκτροακουστικούς ήχους που σχεδιάζω. Σε συνδυασμό με τη τεχνολογία, στοχεύω στη δημιουργία μιας “ηλεκτρισμένης” ηχητικής ατμόσφαιρας, ενός χορογραφημένου ηχοτοπίου με τους ήχους να διαχέονται μέσα στον συναυλιακό χώρο και να περιφέρονται μεταξύ της σκηνής, των μουσικών, των ηχείων και του ακροατηρίου. Στόχος:  η αποφυγή της παραδοσιακά ορισμένης, συναυλιακής μουσικής ακρόασης και ο θεμιτός αποπροσανατολισμός του κοινού με στόχο μια απρόσμενη, επιβλητική και υβριδική ηχητική πραγματικότητα.

Πιστεύετε ότι το ελληνικό ακροατήριο είναι έτοιμο για την είσοδο της experimental, electroacoustic avant-garde μουσικής στους συναυλιακούς χώρους ;

Ναι γιατί όχι! Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να παρουσιαστούν έργα τέτοιας φύσεως. Το ελληνικό κοινό όπως και οποιοδήποτε άλλο κοινό μπορεί να βιώσει, να κατανοήσει και να αναγνωρίσει, οποιοδήποτε είδος μουσικής. Θα έλεγα ότι είναι απλά θέμα προβολής και πως  πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στο κοινό της Ελλάδας να βιώσει και το κάτι το διαφορετικό. Ναι γιατί όχι! Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να παρουσιαστούν έργα τέτοιας φύσεως. Το ελληνικό κοινό όπως και οποιοδήποτε άλλο κοινό μπορεί να αναγνωρίσει, να κατανοήσει και να καταλάβει οποιοδήποτε είδος μουσικής.  Μουσικά δρώμενα τέτοιας φύσεως, αναδεικνύοντας τη δυναμική σχέση μεταξύ ανθρώπου και τεχνολογίας, αντικατοπτρίζουν τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου και θεωρώ πως το κοινό θα μπορέσει εύκολα να συσχετιστεί και να απολαύσει τέτοιες παραγωγές. Άλλωστε διενεργούνται τέτοιες δράσεις από διάφορες μουσικές σκηνές με αξιοσημείωτο έργο για την μύηση και ανάδειξη αυτού του είδους μουσικής.

Συνέντευξη: Δωριλένια Λιαγουροπούλου