Πώς θα επιστρέψει η Τουρκία στον δυτικό δρόμο

Η εξεύρεση μιας ομαλής σχέσης που να επιτρέψει στις δύο πλευρές να προχωρήσουν μαζί θα είναι δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη.

Πολύ πρόσφατα η Κολωνία απασχόλησε την επικαιρότητα, καθώς την επισκέφθηκε ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για να ανοίξει ένα από τα μεγαλύτερα τζαμιά στην Ευρώπη. Το ταξίδι του –αν και προκάλεσε εντάσεις στη Γερμανία λόγω των σκληρών πολιτικών του για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα μέσα ενημέρωσης και τη δικαιοσύνη– ξεχώρισε για το μήνυμά του ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα για την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ευρώπης. Οι ΗΠΑ πρέπει να κάνουν ό,τι είναι δυνατό για να βοηθήσουν σε αυτή τη διαδικασία. Δεν υπερβάλλουμε όσον αφορά στον κίνδυνο που θέτει η Τουρκία –ένα μακρόχρονο μέλος του ΝΑΤΟ– όταν απομακρύνεται από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ και προσεγγίζει τη Ρωσία και το Ιράν.

Κέντρο εξουσίας

Ας ξεκινήσουμε με την πρόταση της Τουρκίας προς τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Μερικές φορές τη θεωρούμε ως μια «γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης». Λανθασμένη μεταφορά – η Τουρκία είναι κέντρο εξουσίας, η κληρονόμος της τεράστιας οθωμανικής αυτοκρατορίας και σήμερα η 13η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Έχει το δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ και έναν ταχέως αυξανόμενο πληθυσμό –επιχειρηματικό, εφευρετικό και μορφωμένο– που θα ξεπεράσει τη Ρωσία μέχρι τα μέσα του αιώνα. Και βρίσκεται σε μια γεωπολιτικά κρίσιμη ζώνη, με δύσκολους γείτονες και μακρά σύνορα με τον άκρως ασταθή αραβικό κόσμο. Για όλους αυτούς τους λόγους η επαναφορά της Τουρκίας στον δυτικό κόσμο έχει τεράστια σημασία.

Το όραμα Ερντογάν

Ο Ερντογάν οραματίζεται να παραμείνει η Τουρκία στο ΝΑΤΟ (ήταν ένας πολύ ικανός και αποτελεσματικός στρατιωτικός εταίρος στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη, στα Βαλκάνια), να διατηρήσει κάποιες προνομιακές οικονομικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση (η πλήρης ένταξη είναι πιθανώς μια πιο μακρινή γέφυρα), να οδηγήσει την Τουρκία σε έναν πιο ισλαμικό πολιτισμό με ισχυρή θρησκευτική στήριξη και να καταφέρει να οικοδομήσει ρεαλιστικές σχέσεις με έθνη έξω από τη δυτική τροχιά, κυρίως τη Ρωσία και το Ιράν. Η πρόσφατη επιτυχημένη εκστρατεία του να συγκεντρώσει την εξουσία σε μια ισχυρή εκτελεστική προεδρία του έδωσε τον χρόνο και τους εσωτερικούς πόρους για να αναλάβει αυτό το φιλόδοξο στρατηγικό σχέδιο. Η άμεση δυσκολία θα είναι η προφανής σύγκρουση ανάμεσα στις δικές του και στις δυτικές απόψεις για τη Συρία, το Ιράν και πάνω απ’ όλα τα κουρδικά στοιχεία στην περιοχή.

Το ΝΑΤΟ και οι δεσμεύσειςσε.. τέσσερα βήματα

Η απώλεια της Τουρκίας από τον υπερατλαντικό κόσμο θα αποτελούσε ένα γεωπολιτικό λάθος με σχεδόν επικές διαστάσεις. Ωστόσο, οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους δεν μπορούν να αγνοήσουν τις βασικές απόψεις για τα γεωπολιτικά ή, πάνω απ’ όλα, τα συστήματα αξιών. Για να παραμείνει μέλος του ΝΑΤΟ και να έχει μια βαθύτερη σχέση με την Ε.Ε. η Τουρκία πρέπει να τηρήσει το κράτος δικαίου, να αποφύγει τη διαφθορά, να επιτρέψει στα μέσα ενημέρωσης να λειτουργούν ελεύθερα και να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η εξεύρεση μιας ομαλής σχέσης που να επιτρέπει στη Δύση και την Τουρκία να προχωρήσουν μαζί θα είναι δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη. Για να αυξηθούν οι πιθανότητες να παραμείνει η Άγκυρα με η Δύση θα πρέπει να γίνουν τέσσερα βασικά πράγματα

Πρώτον, να επωφεληθεί η Δύση από τα ανοίγματα όπως το ταξίδι του Ερντογάν στη Γερμανία. Υπάρχουν 3 εκατομμύρια κάτοικοι τουρκικής καταγωγής στη Γερμανία σήμερα και το να φιλοξενείται ο Τούρκος Πρόεδρος με σεβασμό –όπως έκανε η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ κατά τη διάρκεια της τριήμερης επίσκεψης – έχει μεγάλο νόημα. Εάν υπάρχουν οικονομικά κίνητρα που μπορούν να προσφερθούν στην Τουρκία –ειδικά για να βοηθηθεί η χώρα να αντεπεξέλθει στα σχεδόν 3 εκατ. πρόσφυγες από τη Συρία– οι ΗΠΑ πρέπει να συνεργαστούν με την Ε.Ε. για να βοηθήσουν.

Δεύτερον, οι ηγέτες του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. πρέπει να επισκέπτονται την Τουρκία πιο συχνά. Όχι μόνο με σπάνιες επισκέψεις αρχηγών κρατών, αλλά και με τακτικές αποστολές αξιωματούχων πιο χαμηλού βαθμού, με μέλη του υπουργικού συμβουλίου και ανώτερους στρατιωτικούς αξιωματικούς. Πρέπει να συζητηθούν ανοιχτά –κατ’ ιδίαν– οι ανησυχίες σχετικά με την απομάκρυνση από τις δυτικές αξίες. Και πρέπει να ακουστούν με προσοχή οι τουρκικές ανησυχίες σχετικά με την υποστήριξη στα κουρδικά απελευθερωτικά και κρατικά κινήματα. Αλλά και για τις δύο πλευρές θα πρέπει να προβληθεί μια κοινή αίσθηση εμπιστοσύνης στη θέση της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και στη συμπόρευση με την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ στον κόσμο.

Τρίτον, η Ουάσινγκτον πρέπει να συνεχίσει τον (απογοητευτικό) διάλογο με την Άγκυρα για να λύσει τις προφανείς ασυνέχειες στη σχέση τους. Στην κορυφή της λίστας, είναι η βοήθεια στον περιορισμό των εντάσεων γύρω από τη δράση των Κούρδων στη Συρία που στρέφονται κατά της Τουρκίας. Οι ΗΠΑ έχουν επιρροή στην κουρδική κοινότητα, η οποία κερδήθηκε με δυσκολία από την υποστήριξη στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους και του Μπασάρ αλ Άσαντ. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης ισχυρή επιρροή στο βόρειο Ιράκ, το κέντρο της κουρδικής κοινότητας σε όλη τη Μέση Ανατολή. Πρέπει να γίνει ό,τι πρέπει για να οδηγηθούν και οι δύο πλευρές –ο Ερντογάν και τα πιο μετριοπαθή στοιχεία μεταξύ των Κούρδων– σε μια ειρηνευτική διευθέτηση. Πριν από μερικά χρόνια, πριν την καταστροφή που έφερε η λεγόμενη Αραβική Άνοιξη, οι δύο πλευρές ήταν κοντά.

Τέλος, πρέπει να εργαστεί η Δύση σκληρότερα με την Τουρκία για τη στρατιωτική τεχνολογία και τις πωλήσεις. Η αγορά του αντι-αεροπορικού συστήματος S-400 από τη Ρωσία αποτελεί σοβαρό πλήγμα για την αλληλεγγύη της συμμαχίας και επειδή δεν είναι συμβατό με τα συστήματα του ΝΑΤΟ θα περιπλέξει πολύ τις προσπάθειες για την εδραίωση της συνολικής εικόνας της εναέριας άμυνας. Μια πιο ανοικτή στάση όσον αφορά τις στρατιωτικές πωλήσεις και τη συνεταιριστική αμυντική βιομηχανία θα βοηθούσε την Τουρκία να στραφεί προς τη Δύση. Ωστόσο, η κυβέρνηση και το Κογκρέσο θα πρέπει να σταθμίσουν προσεκτικά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των προγραμματισμένων πωλήσεων των νέων αεροσκαφών F-35 στην Τουρκία, εξασφαλίζοντας ότι οι αποφάσεις για το βήμα προς τα εμπρός (ή όχι) αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής.