Η Κίνα «φλερτάρει» με νέα, μεγαλύτερα προβλήματα

Η συνέχιση της κλιμάκωσης των συγκρούσεων με τις ΗΠΑ θα έθετε σε κίνδυνο τη συνέχιση της εντυπωσιακής ανάπτυξης της.

Υποψιάζομαστε ότι όσοι παρακολουθούν τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της Κίνας εδώ και χρόνια μπορεί να μην είναι τόσο ενθουσιασμένοι με την απόφαση της κεντρικής τράπεζας της χώρας να μειώσει το ύψος του ελάχιστου απαιτούμενου επιπέδου ρευστού που διακρατούν ως απόθεμα οι τράπεζες.Παρ’ όλο που αυτή η κίνηση είναι κατανοητή ως βραχυπρόθεσμη απάντηση σε ένα ολοένα και πιο απαιτητικό αναπτυξιακό περιβάλλον, ωστόσο κινδυνεύει να γίνει ακόμη μία προσπάθεια που θα προσεγγίζει ένα παλιό οικονομικό μοντέλο, η αποτελεσματικότητα του οποίου έχει μειωθεί και του οποίου οι δυσμενείς παρενέργειες θα μπορούσαν να αυξηθούν. Εάν αυτή η τακτική προσέγγιση «παραγκώνιζε» τις βαθύτερες μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένου του αναπροσανατολισμού των μηχανισμών ανάπτυξης της χώρας, η Κίνα θα μπορούσε να δυσκολευτεί να αποφύγει την παγίδα του μεσαίου εισοδήματος που έχει ανακόψει το αναπτυξιακό ξέσπασμα πολλών άλλων αναδυόμενων οικονομιών. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας (PBOC) έλαβε ένα τέτοιο μέτρο για την τόνωση του δανεισμού και την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Αντιμετωπίζοντας τις αυξανόμενες οικονομικές δυσκολίες, εν μέρει λόγω των διαταραχών από τον εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ, είχε περικόψει ήδη τρεις φορές φέτος το ποσό της ρευστότητας που πρέπει να κατέχουν οι τράπεζες, ως μέρος των μέτρων δημοσιονομικής τόνωσης που εφαρμόζει η κυβέρνηση. Έχει επίσης κινηθεί για να αποδυναμώσει το νόμισμα στο χαμηλότερο επίπεδο του τελευταίου έτους. Ο άμεσος στόχος της PBOC είναι να σταματήσει τη σταθερή επιβράδυνση της επέκτασης του τραπεζικού δανεισμού, ενισχύοντας έτσι τη διαθεσιμότητα σε ρευστό για επιχειρηματικές και εμπορικές επενδύσεις. Η μείωση των υποχρεωτικών αποθεματικών των τραπεζών είναι μια κατανοητή βραχυπρόθεσμη απάντηση.

Οι κίνδυνοι

Αλλά έχει τρεις πιο μακροπρόθεσμους κινδύνους:
Πρώτον, εμποδίζει την απαραίτητη μετάβαση από τα χρέη στην εγχώρια ανάπτυξη που θα βασίζεται στο εισόδημα – κι αυτό σε μια εποχή που το χρέος και η μόχλευση εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα.

Δεύτερον, μπορεί να έρχεται σε σύγκρουση με τις προσπάθειες ενίσχυσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Τρίτον, αν οι συμπεριφορές δανεισμού δεν μεταβληθούν με αξιοσημείωτο τρόπο, οι τράπεζες μπορεί να καταλήξουν να επιδοτούν τις αναποτελεσματικές επιχειρηματικές δραστηριότητες, ενώ παράλληλα θα μειωθούν οι πιέσεις για ορισμένες κρατικές επιχειρήσεις. Η σωστή απάντηση στις πιο δύσκολες οικονομικές προοπτικές της Κίνας είναι να επιταχυνθεί το πολυετές πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, καθώς η χρήση μέτρων όπως η περικοπή των αποθεματικών δεν είναι κάτι περισσότερο από μια βραχυπρόθεσμη γέφυρα. Βεβαίως, αυτό είναι ευκολότερο στα λόγια παρά στην πράξη – και όχι μόνο για τον ευνόητο λόγο. Τα περισσότερα προγράμματα μεταρρυθμίσεων, όπως αυτό, συνεπάγονται προκαταβολικά έξοδα, ενώ τα οφέλη φαίνονται μόνο μακροπρόθεσμα.

 

Η αιφνίδια διαταραχή και η αντιμετώπιση

Λόγω της πιο επιθετικής προσέγγισης που υιοθέτησε η κυβέρνηση Τραμπ, η Κίνα πρέπει να αντιμετωπίσει την αιφνίδια διαταραχή στο καθεστώς εξωτερικού εμπορίου, κάτι που έχει αποδειχθεί τόσο δύσκολο να κατανοηθεί όσο και να προβλεφθεί από τις αρχές του Πεκίνου. Και η αναστάτωση που έχει προκληθεί θα μπορούσε να προχωρήσει βαθύτερα εάν, όπως υποδεικνύουν ορισμένοι δείκτες, τα επιχειρήματα των ΗΠΑ σχετικά με το εμπόριο –δηλαδή η αδυναμία της Κίνας να ανταποδώσει την απελευθέρωση των μη δασμολογικών φραγμών και η άδικη μεταχείρισή της στην πνευματική ιδιοκτησία– συνεχίσουν να εντείνονται από θεωρίες για την εθνική ασφάλεια. Η καλύτερη προσέγγιση για την Κίνα είναι να αναζητήσει τρόπους για την ταχεία εξουδετέρωση των αυξανόμενων εμπορικών εντάσεων με τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα να συνεχίσει να προσανατολίζει την οικονομία προς όφελος των εγχώριων κινητήριων δυνάμεων ανάπτυξης. Πρέπει να κινηθεί γρήγορα για να μην αντιμετωπίσει ακόμη μεγαλύτερη πίεση από τις ΗΠΑ στο πλαίσιο μιας πιο ενιαίας προσέγγισης μεταξύ των δυτικών εμπορικών εταίρων της. Αυτό θα σήμαινε ότι η Κίνα θα συμφωνήσει για ουσιαστικές παραχωρήσεις σε θέματα όπως η μεταφορά τεχνολογίας και οι υποχρεωτικές επενδύσεις σε κοινοπρακτικές επενδύσεις. Η δυνατότητα διεξαγωγής διμερούς συνάντησης μεταξύ των Προέδρων Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ κατά τη σύσκεψη της G-20 τον Νοέμβριο στην Αργεντινή είναι μια σημαντική ευκαιρία από αυτή την άποψη. Και πάλι αυτή δεν είναι ούτε εύκολη ούτε ιδιαίτερα ελκυστική επιλογή για την Κίνα, ιδιαίτερα δεδομένων των δυσκολιών που δημιουργούνται όσον αφορά στην εδραίωση της εμπιστοσύνης, καθώς και την ανάγκη να βρεθούν μέτρα που υπόκεινται σε αξιόπιστο έλεγχο. Υπάρχει επίσης το ζήτημα της αξιοπρέπειας. Αλλά η εναλλακτική λύση της συνέχισης της κλιμάκωσης των συγκρούσεων με τις ΗΠΑ θα αποτελούσε για τη χώρα ένα μεγαλύτερο πρόβλημα – καθώς θα έθετε σε κίνδυνο τη συνέχιση της εντυπωσιακής ανάπτυξης της χώρας.