Στροφή… στην κατανάλωση

Από τα «ξόρκια» έγινε επίσημο αίτημα - Πώς άλλαξε τελικά αυτή η ρητορική;

Πληθαίνουν οι φωνές τις τελευταίες εβδομάδες που ζητούν να αυξηθεί η κατανάλωση στην Ελλάδα. Αυτό που ξόρκιζαν δηλαδή μέχρι και πριν λίγο καιρό με την αιτιολογία ότι θα αυξηθούν οι εισαγωγές και το εμπορικό έλλειμμα θα διογκωθεί. Τέτοιο έλλειμμα διαθέτουμε ακόμα, με την κατάσταση να μην έχει αλλάξει και πολύ στα δημόσια οικονομικά. Χαρακτηριστικά, στις αρχές Αυγούστου, το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής στην έκθεσή του χτυπούσε «καμπανάκι» για το ενδεχόμενο αύξησης των εισαγωγών αγαθών όχι λόγω της ενίσχυσης των παραγωγικών επενδύσεων, αλλά λόγω της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης. Επί της ουσίας, στην έκθεση επισημαίνεται ο κίνδυνος επανάληψης λαθών του παρελθόντος που οδήγησαν στη διόγκωση των εξωτερικών ελλειμμάτων, καθώς η ανάπτυξη, στηριζόμενη στο καταναλωτικό πρότυπο, αποδείχθηκε επίπλαστη και φυσικά πρόσκαιρη. Το Γραφείο δεν ήταν το μόνο που έχει υποστηρίξει αυτό τον «κίνδυνο». Στο παρελθόν μια πλειάδα αναλυτών, οικονομολόγων και πολιτικών είχε εκφράσει την ίδια άποψη. Το πώς άλλαξε αυτή η «ρητορική» είναι ένα ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί.

Και ο ΣΕΒ τη ζητά…

Αύξηση της κατανάλωσης ζητά ο ΣΕΒ. Αναφέρει χαρακτηριστικά πως «πρώτη προτεραιότητα για την επανεκκίνηση της οικονομίας δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι η τόνωση της κατανάλωσης, σε μια οικονομία όπου το 70% του ΑΕΠ της δημιουργείται από την κατανάλωση και οι εισαγωγές ξεπερνούν τις εξαγωγές κατά 21,5 δις. ευρώ ετησίως.
Γιατί απλά η τόνωση της κατανάλωσης θα πάει σε “ξένες” τσέπες, αφού δεν θα προέρχεται από την αύξηση του εγχωρίως παραγόμενου προϊόντος και της βελτίωσης της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων και της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς τους». «Η κατανάλωση θα συμβάλει περισσότερο στο ΑΕΠ καθώς θα βελτιώνεται η αγορά εργασίας, οδηγώντας σε μεγαλύτερες αυξήσεις μισθών και ενισχύοντας τα εισοδήματα και τις δαπάνες, που στο τέλος θα ‘‘περάσουν’’ και στην αγορά στέγασης», έγραφε σε report της πριν ελάχιστες εβδομάδες ο οίκος Moody’s.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού

Τώρα έρχεται στο προσκήνιο η αύξηση του κατώτατου μισθού, ώστε να βελτιωθούν τα οικονομικά στις τσέπες των πολιτών. Βέβαια, αυτή η κίνηση έχει πολλές αναγνώσεις. Με το που θα μειωθεί το αφορολόγητο όριο το 2020, ακόμα και αυτοί που παίρνουν τον κατώτατο μισθό, θα πληρώνουν εφορία. Επίσης, στα ταμεία… των ασφαλιστικών ταμείων θα μπαίνουν μεγαλύτερες εισφορές, με αποτέλεσμα ο μόνιμος «πονοκέφαλος» των προϋπολογισμών να τελειώσει. Ευελπιστούν, ότι ο κόσμος θα μπορέσει να καταναλώσει περισσότερο, με αποτέλεσμα να κινηθεί η αγορά και όλες αυτές οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούσαν και αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής οικονομίας, να πάρουν κάποια ανάσα.

Υπερφορολόγηση και… εργασιακή ζούγκλα

«Πρώτη προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής οφείλει να είναι η τόνωση της παραγωγής μέσω της στοχευμένης μείωσης της υπερφορολόγησης της εργασίας, που με τη σειρά της θα φέρει πραγματική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων, των επενδύσεων και των θέσεων απασχόλησης. Αποδέκτες αυτής της μείωσης φόρων και εισφορών πρέπει να είναι πρωτίστως οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα και η ελληνική οικογένεια, που βλέπει μεγάλο τμήμα του εισοδήματός της να κατευθύνεται σε μη ανταποδοτικούς φόρους και εισφορές», γράφει ακόμα ο ΣΕΒ. Αν και η μείωση των μισθών, που έφερε την κατάρρευση της αγοράς, είχε ως στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, αυτή δεν φαίνεται να ανέκαμψε πραγματικά μέσα στα χρόνια της κρίσης. Το ίδιο συνέβη και με τον υποκατώτατο μισθό (που βαίνει προς κατάργηση). Οι νέοι κάτω των 24 ετών βιώνουν τη μεγαλύτερη ανεργία, με μισθούς των 500 ευρώ. Η εργασιακή ζούγκλα της Ελλάδας αναζητούσε (και αναζητά) επαγγελματίες με μεγάλη πείρα, μικρούς σε ηλικία, με εξουθενωτικά ωράρια (άρα ένας εργαζόμενος καλύπτει την εργασία άλλων δύο) και με τον βασικό μισθό. Όλα αυτά την ώρα που πάνω από 200.000 εργαζόμενοι, σύμφωνα με υπολογισμούς που δεν είναι επίσημοι, πληρώνονται με καθυστέρηση τριών μηνών κατά μέσο όρο ή με… έναντι. Είναι οι ίδιοι εργαζόμενοι που καλούνται να πληρώσουν φόρους, εισφορές, λογαριασμούς και να επιβιώσουν στην καθημερινότητά τους.